«Πες µου τι µίσησες πιο πολύ;» ρωτάει ο Στρατής Τσίρκας στη «Λέσχη», τον πρώτο τόµο της τριλογίας των “Ακυβέρνητων πολιτειών”. «Τις κοµµένες κεφαλές… Τους βερµπαλιστές, τους υποκριτές ηθικολόγους… αυτοί κάνουν ελκυστική την κακία κι ανυπόφορη την αρετή».
Ήρωας είναι ο Μάνος Σιµωνίδης, αριστερός στρατιώτης µε αντιφασιστική δράση. Αντίπαλός του το «ανθρωπάκι», κοµµατικό στέλεχος µε ξύλινη γλώσσα και σταλινική νοοτροπία και όλες οι «κοµµένες κεφαλές» που αγορεύουν µονότονα και μηχανικά σε τόνο διδαχτικό με το ύφος της απόλυτης βεβαιότητας, έχοντας χάσει κάθε επαφή µε τη λογική και την πραγµατικότητα.
Ο ήρωας τελικά διαγράφεται και μονολογεί:
”Τώρα η θετική πλευρά. Ίσως να μην είναι παρά τ’ αποτέλεσμα μιας πολυτέλειας, αφού έχω όλο τον καιρό για να σκαλίζω και να βαθαίνω. Πάντως, μένοντας μόνος, ξαναβρήκα τον άνθρωπο· νιώθω πιο ζωντανά τη δυστυχία, τους τρόμους, τις μικρές χαρές του. Όταν ζεις ομαδικά, θες δε θες, συμμερίζεσαι τους ενθουσιασμούς και τις αδιαλλαξίες των συντρόφων σου. Βλέπεις με πολλά μάτια· αλλά βλέπεις μάζες, επιφάνειες. Οι αποχρώσεις σου διαφεύγουν. Λες: ο εχθρός, οι σύμμαχοι… Συγκεκριμένα όμως; Στάσου και σ’ έπιασα! Κι οι «κομμένες κεφαλές», η «γκιόσα». Πως ξοφλάς έτσι, μ’ ένα χαρακτηρισμό; Βάλτο αυτό στην άκρη να το ξεκαθαρίσεις.
Δεν αποκλείεται, το πελάγωμα μου να είναι το είδος νευρασθένειας, μια συνέπεια της απομόνωσης. Αν βρισκόμουν, έστω και παράνομος, στην Αθήνα ή στο βουνό με τους αντάρτες, θα πάθαινα το ίδιο; Ή μήπως φταίει το σπίτι με την παράξενη ατμόσφαιρα; Τόσοι άνθρωποι, ναυάγια της καταιγίδας που σαρώνει τον κόσμο, κι αντίς η δυστυχία να τους σμίγει, τους χωρίζει. Λες κι ο καθένας τους φοβάται μην κολλήσει από τον άλλον αρρώστια πιο βαριά απ’ αυτή που τον λιώνει. Ένας διάδρομος είναι, κάμαρες από δω, κάμαρες από κει. Οι πόρτες τους μονόφυλλες· όταν είναι ανοιχτές ο γείτονας βλέπει και την πιο κρυφή γωνιά. Τώρα που πιάσαν οι ζέστες τις ανοίγουν συχνά. Κι όμως καθένας τους ζει τυλιγμένος μέσα σ’ ένα κύλινδρο μοναξιάς. Όπου πάνε περπατάει μαζί τους. Ο χιτώνας του Νέσσου”