Σεπτεμβρίου 11, 2026
    " Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
    Τίποτα παραπάνω από το ότι
    319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
    Και από τους θεατές περιμένουμε
    Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                                   Μπρεχτ
    X.Kostoulas

    X.Kostoulas

    Στη δανέζικη ταινία του Thomas Vinterberg «Το κυνήγι», ένα παιδικό ψέμα έρχεται να μετατρέψει τη ζωή του Lucas σε εφιάλτη. Η μικρή Klara, η κόρη του καλύτερου φίλου του, θα τον κατηγορήσει για σεξουαλική παρενόχληση.

    Από κει και πέρα, η ζωή του Lucas μετατρέπεται σε κόλαση. Το παιδικό ψέμα υιοθετείται άκριτα από τους υπεύθυνους του παιδικού σταθμού και αρχίζει να εξαπλώνεται σαν μεταδοτικός ιός. Ο Lucas μένει σχεδόν μόνος του να παλέψει για τη ζωή και την αξιοπρέπειά του. Μόνο ο γιος του και η οικογένεια ενός φίλου του στέκονται δίπλα του, ενώ ο υπόλοιπος πληθυσμός της μικρής πόλης πέφτει σε κατάσταση μαζικής υστερίας

    Η ταινία διαπραγματεύεται την ταχύτατη εξάπλωση ενός ψέματος, την υστερία που μπορεί να καταλάβει μια κοινωνία αλλά και τη σκληρότητα που μπορεί να επιδείξει αυτή στον αποδιοπομπαίο τράγο. Το μυστικό που ψιθυρίζεται στόμα με στόμα γίνεται κτήμα των πολλών και τότε είναι που μετατρέπεται σε «αλήθεια». Είναι πιο βολικό να πιστεύεις την αλήθεια των πολλών, παρά να αμφιβάλλεις για αυτήν. Είναι ο ευκολότερος τρόπος να ανήκεις. Αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά η κοινωνία είναι εντυπωσιακά σκληρός και εκδικητικός.

    Αυτή η ταινία ήρθε αμέσως στο μυαλό μας, μόλις ακούσαμε για την πρόσφατη καταγγελία για βιασμό και την τρομακτική έκταση που απέκτησε στο Διαδίκτυο. Και, εμείς, μονίμως σκεπτικιστές, κόντρα στο ρεύμα του Διαδικτύου, έτοιμοι να υποστούμε και τις συνέπειες του σκεπτικισμού μας, τολμήσαμε να σκεφτούμε: «Και αν,  ο μη γένοιτο, δεν είναι αλήθεια;»

    Δυστυχώς, η πρόσφατη ιστορία ανέδειξε με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο ένα πλήθος παθογενειών που χαρακτηρίζουν το δημόσιο λόγο και την κοινωνική παιδεία αλλά και την τρομακτική δύναμη του Διαδικτύου

    Ανέδειξε, πρώτα απ’ όλα, το πόσο εύκολα μια ανώνυμη καταγγελία μπορεί να καταστρέψει κυριολεκτικά τη ζωή ενός ανθρώπου. Ακόμη και αν τελικά αποδειχθεί ότι η καταγγελία ήταν αβάσιμη, το στίγμα της κοινωνικής απαξίωσης θα τον συνοδεύει για πάντα.

    Ανέδειξε, επίσης, το πόσο εύκολα και άκριτα υιοθετείται μια καταγγελία και πόσο γρήγορα γύρω από αυτήν συντάσσονται φανατικοί υποστηρικτές της, έτοιμοι να εξαπολύσουν έναν ανελέητο διαδικτυακό πόλεμο με ύβρεις και αναθέματα εναντίον όσων τολμούν να εκφράσουν επιφυλάξεις ή σκεπτικισμό.

    Ανέδειξε το πόσο εύκολα, σε μια κοινωνία που έχει μετατρέψει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε λαϊκό δικαστήριο, όποιος θέτει ένα ερώτημα ή εκφράζει την παραμικρή επιφύλαξη, χαρακτηρίζεται αυτομάτως από τις «Μαινάδες του Διαδικτύου» ως υποστηρικτής βιαστών και κακοποιητών.

    Αλλά, για να πάμε και στην άλλη πλευρά, ανέδειξε τα δύο μέτρα και σταθμά που ισχύουν σε μεγάλη μερίδα των συμπολιτών μας οι οποίοι αποφασίζουν  και αυτοί άκριτα  - να  κρίνουν μια πράξη όχι με βάση την ίδια την πράξη, αλλά με βάση το ποιος τη διέπραξε

    Και, δυστυχώς, αν η καταγγελία είναι αληθινή, θα αναδείξει εμφατικά την υποκρισία πολλών εξ ημών, που εμφανίζουμε άλλο πρόσωπο στη δημόσια σφαίρα και άλλο, εντελώς αντίθετο, έχουμε στην ιδιωτική προσωπική μας ζωή

    Πλήθος άρθρων γράφτηκαν επί του θέματος – τα περισσότερα με υπερβάλλοντα φανατισμό και απίστευτες βεβαιότητες. Ένα από τα πιο ψύχραιμα και ισορροπημένα κείμενα που ξεχωρίσαμε ήταν αυτό του Θανάση Χειμωνά, το οποίο και παραθέτουμε:

    ------------------------------------------------------------------

    O "M" είναι πασίγνωστος. Δεν πρόκειται απλώς για μια εξέχουσα φυσιογνωμία του αντιρατσιστικού και αντιφασιστικού κινήματος. Δεν είναι ένας τυχάρπαστος αΧτιβιστής. Ο τύπος έχει μια συγκεκριμένη ιδιότητα, ασκεί ένα συγκεκριμένο επάγγελμα και είναι κορυφή σε αυτό. Μέχρι προχθές δεν είχε ακουστεί τίποτα κακό γι΄αυτόν. Άλλωστε ούτε τοξικός ήταν, ούτε έμπλεκε σε διαδικτυακά ξεκατινιάσματα. Από προχθές βέβαια όλα άλλαξαν...

    Δε γνωρίζω φυσικά αν ο "Μ" είναι ένοχος. Αν έχει διαπράξει όλα αυτά για τα οποία κατηγορείται. Δεν έχω λόγο να τον υπερασπιστώ- δεν τον έχω δει ποτέ από κοντά, δεν τον γνωρίζω.  Το ότι ήταν αγωνιστής και καλός στη δουλειά του δεν αποκλείει στην προσωπική του ζωή να ήταν ένα ρεμάλι και μισό. Υπάρχουν άπειρα τέτοια παραδείγματα.

     Αυτό όμως που μου προκαλεί τρόμο, είναι το γεγονός ότι ο "Μ" βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα λόγω της δημοσίευσης ενός ανώνυμου κειμένου στο ίντερνετ. Προσοχή! Ουσιαστικά δεν έχουμε να κάνουμε με ανώνυμη καταγγελία. Δε μιλάμε για κάποια που τον κατηγόρησε πίσω από ένα προφίλ με ψευδώνυμο στα σόσιαλ, που μίλησε μπροστά σε μια κάμερα με "μωσαϊκό" στο πρόσωπο ή με γυρισμένη πλάτη. Δεν τηλεφώνησε κάποια άγνωστη στη αστυνομία ούτε δημοσιεύτηκε η εν λόγω "καταγγελία" σε κάποιο ΜΜΕ με την υποσημείωση "Τα στοιχεία της καταγγέλουσας βρίσκονται στη διάθεση της εφημερίδας". Απλώς, κάποι@ (εδώ ταιριάζει το "παπάκι" που κολλάνε οι πολιτικορθάκηδες) στάθηκε μπροστά σε ένα υπολογιστή (ή πιο πιθανά πήγε σε ένα ίντερνετ καφέ) και έγραψε ό,τι έγραψε. Μπορεί να ήταν όντως μια βασανισμένη και κακοποιημένη γυναίκα. Μπορεί όμως και μια γυναίκα με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα που ενδεχομένως να μην είχε καν συναντήσει ποτέ της τον "Μ". Ή και ένας άντρας που ίσως να είχε στην μπούκα τον "Μ" για λόγους που δεν μπορούμε να φανταστούμε. Το σίγουρο πάντως είναι πως το κείμενο αυτό,  που μέσα σε λίγες ώρες έγινε viral, γκρέμισε έναν άνθρωπο από τον Όλυμπο στα τάρταρα. Γιατί ο "Μ" δε περιγράφεται μόνο ως κακοποιητής και βιαστής. Παρουσιάζεται επίσης ως γεροφαφούτης, βρομιάρης, μπαταχτσής. Ως "μερακλής" που του βάζουν δάχτυλα από πίσω. Ο "Μ" έχει τελειώσει για πάντα. Ακόμα και αν αποδειχτεί πως η "καταγγελία" έγινε από κάποιον φαρσέρ ή κάποιο τρολ που θέλησε να κάνει ένα (σούπερ επιτυχημένο) κοινωνικό πείραμα, θα παραμείνει για πολλούς ένας βρομερός βιαστής.

    Η "καταγγελία" αυτή (η οποία, επαναλαμβάνω, δεν αποκλείεται και να ισχύει στο 100%) έγινε αμέσως Ιερό Κείμενο στα χέρια ενός αφιονισμένου όχλου πρώην συντρόφων του "Μ", ξέρετε, εκείνους τους  "προοδευτικούς"- αυτούς που, κατά τα άλλα, αγωνίζονται για τα αΘρώπινα δικαιώματα. Αντιμετωπίστηκε ως Ευαγγέλιο, ως σούρα του Κορανίου. Κανείς δεν είχε το δικαίωμα να το αμφισβητήσει.  Ό,τι αναφερόταν σε αυτό συνέβη ακριβώς έτσι και η γυναίκα (όποιος το έγραψε τέλος πάντων) έλεγε την αλήθεια και μόνο. Όποιος τολμούσε να αμφισβητήσει έστω και ένα κόμμα από αυτό ήταν συνένοχος, θιασώτης της "Κουλτούρας του βιασμού". Ο τρόπος που όλοι αυτοί "άδειασαν" με τέτοιο εκκωφαντικό τρόπο και μέσα σε δευτερόλεπτα έναν άνθρωπο που μέχρι τότε είχαν σαν πρότυπο πραγματικά σοκάρει. Αλλά έτσι είναι ο κόσμος σήμερα. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει.

     Δεν ξέρω αν θα μάθουμε ποτέ αν ο "Μ" είναι όντως βιαστής. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι πως το 2026 αρκεί πλέον ένα ανώνυμο κείμενο στο ίντερνετ για να καταστραφεί ολοκληρωτικά ένας άνθρωπος. Δε χρειάζονται στημένες δίκες, πλαστά στοιχεία, ψευδομάρτυρες. Μια ασφαλής σύνδεση στο διαδίκτυο αρκεί.

    Υ.Γ. Εννοείται πως ΓΕΛΑΜΕ με εκείνους τους "άλλους" συντρόφους του "Μ" που μόλις θίχτηκε ένας φίλος τους ανακάλυψαν το κάνσελ κάλτσουρ και τη γουόκ κουλτούρα.

     

     

    Στις 15 Σεπτεμβρίου αναμένεται να αποφυλακιστεί ο Ηλίας Κασιδιάρης και, όπως όλα δείχνουν, ένα κομμάτι της Μαύρης Ελλάδας θα είναι έξω από τις φυλακές Δομοκού εκείνη τη μέρα για να μας υπενθυμίσει ότι το Μίσος είναι αθάνατο και έτοιμο να σκορπίσει ξανά και συντεταγμένα τον τρόμο και το θάνατο – όπως έκανε στον Άγιο Παντελεήμονα, στην πλατεία Αττικής, στα Πετράλωνα, στο Πέραμα, στο Κερατσίνι

    Το πιο θλιβερό και εξόχως ανησυχητικό είναι ότι ο λόγος του Κασιδιάρη έχει διείσδυση σε νέα παιδιά που - γοητευμένα από την τυφλή δύναμη και ελλείψει πολιτικής ή άλλης παιδείας – αδυνατούν να κοιτάξουν ψηλά και να δουν τους πραγματικούς υπαίτιους των αδιεξόδων της κοινωνίας μας

    Αντί αυτού, επιλέγουν να κοιτάξουν χαμηλά και να στοχοποιήσουν τους μετανάστες, τους gay και όλους τους απόκληρούς της κοινωνίας, μη αντιλαμβανόμενοι ότι είναι το ίδιο θύματα με αυτούς στον άγριο πόλεμο που έχει στήσει με την ανθρωπότητα ο καπιταλισμός

    Στο πλαίσιο αυτό και με αφορμή το άνοιγμα των σχολείων, το Αντιφασιστικό Δίκτυο Παιδείας επιχειρηματολογεί γιατί ο φασιστικός λόγος δεν μπορεί να έχει θέση στο σχολείο και γιατί δεν μπορεί να επικαλείται την ελευθερία του λόγου και της άποψης προκειμένου να διαδοθεί. Γιατί η ελευθερία του λόγου σταματάει εκεί ακριβώς που αρχίζει η ρητορική μίσους

    ------------------------------------------------

    "Καλά τα λέει ο Κασιδιάρης", "οι λάθρο πρέπει να βυθίζονται", "καλύτερα νεκρός παρά gay".

    Αυτές, και άλλες παρόμοιες, ειναι φράσεις που ακούμε μέσα στις σχολικές αίθουσες.

    Ποια η στάση μας ως εκπαιδευτικοί; Συνδιαλεγόμαστε με αυτές τις "απόψεις"; Συνυπάρχουμε στην τάξη με τη σβάστικα τη ζωγραφισμένη στο θρανίο ή στον τοίχο;

    Ως Αντιφασιστικό Δίκτυο Παιδείας, έχουμε ξεκάθαρη θέση. Οι εκπαιδευτικοί οφείλουμε να συζητάμε όλες τις απόψεις με τους μαθητές μας. Να φωτίζουμε άλλες οπτικές, να κάνουμε πιο ευρείς τους ορίζοντες,  να δίνουμε λεκτική διέξοδο στις σκέψεις. Όλα αυτά, όμως, αφού προηγουμένως έχουμε κάνει καθαρή τη διάκριση ανάμεσα στην άποψη και τον φασιστικό λόγο.

    Ο δεύτερος αφορά στοχοποίηση ομάδων και δη για χαρακτηριστικά τους που δεν επέλεξαν (χρώμα, σεξουαλικό προσανατολισμό, καταγωγή), είναι ρητορική μίσους και, μέσω της απανθρωποποίησης, ("είναι σκουπίδια, παράσιτα, μιάσματα") παύει να είναι περιγραφικός και γίνεται προάγγελος φυσικής βίας.

    Είναι, λοιπόν, παιδαγωγικό μας καθήκον να μην επιτρέπουμε τέτοια ρητορική μέσα στις σχολικές αίθουσες.

    Αντιθέτως, οφείλουμε να εξηγούμε στους μαθητές μας τι συνιστά αυτός ο λόγος και γιατί δεν είναι  επιτρεπτός. Ότι η ελευθερία του λόγου προστατεύεται μεν, δεν είναι απεριόριστη δε και σταματά εκεί που ξεκινά η ρητορική μίσους. Ότι η δημοκρατία έχει υποχρέωση να αυτοπροστατεύεται από τους ιδεολογικά συγγενείς αυτών  που στο παρελθόν την εργαλειοποίησαν για να ανέλθουν στην εξουσία. Και τι έκαναν τότε; Την κατάργησαν, επέβαλαν λογοκρισία, έκαψαν βιβλία, δίωξαν όσους διαφωνούσαν και, τελικά, οδήγησαν σε εκατόμβες νεκρών.

    Εκατομμύρια νεκρούς, αρκετούς, ώστε σήμερα να μη χρειάζεται να ξανακάνουμε τη συζήτηση για το ανεκτόν του φασιστικού λόγου.

    Πέρα από τη θεωρία, όμως, υπάρχει και η πραγματικότητα του έμψυχου υλικού των τάξεών μας. Κάθε φασιστική ιαχή φτάνει στα αυτιά του παιδιού στο διπλανό θρανίο. Που μπορεί να είναι παιδί μεταναστών και, εκείνη τη στιγμή, να ακούει ότι τους γονείς του έπρεπε να τους είχαν πυροβολήσει στα σύνορα. Που μπορεί να είναι gay και να ακούει ότι η ζωή του δεν έχει αξία. Ως εκπαιδευτικοί, δεν μπορούμε να τηρούμε ουδετερότητα ανάμεσα στον θύτη και το θύμα της λεκτικής βίας και είναι παιδαγωγικό, αλλά και θεσμικό μας καθήκον η προστασία του δεύτερου.

    Φυσικά, ο φασιστικός λόγος στα σχολεία, ειδικά όταν έχει επαναληψιμότητα, είναι πρόβλημα όλης της σχολικής κοινότητας.

    Οφείλουμε να ενημερώνουμε τη Διεύθυνση του σχολείου, τον σύμβουλο παιδαγωγικής ευθύνης, τον σύλλογο διδασκόντων και, βέβαια, τους γονείς, ώστε το θέμα να αντιμετωπίζεται από κοινού.

    Ας έχουμε δε υπ' όψιν ότι αυτές οι "απόψεις" μπορεί να μην είναι απλώς μια έστω ακραία έκφραση προσωπικών σκέψεων, αλλά πιθανόν να υποκρύπτουν κάτι πιο επικίνδυνο, δηλαδή σύνδεση με φασιστικές ομάδες. Η Χρυσή Αυγή, εξάλλου, δίνει συγκεκριμένη "γραμμή":

    "...δηλώνουμε υπερήφανοι για τους μικρούς αδερφούς μας στα θρανία[...]Η προτροπή μας...; Να συνεχίσουν με ακόμα μεγαλύτερη ένταση τα όσα ήδη κάνουν πολύ καλά [...]. Να συνεχίσουν να τρελαίνουν τους ψυχικά νεκρούς ανθέλληνες καθηγητές και τους διευθυντές τους με δύσκολες ερωτήσεις..." (Χρυσή Αυγή, 26/02/2026).

    Γνωρίζουμε και το βιώνουμε ότι η εργασιακή μας καθημερινότητα είναι εξοντωτική. Ανάμεσα στην πίεση της ύλης, τις γραφειοκρατικές απαιτήσεις και τις αναρίθμητες ανάγκες των μαθητών μας, είναι εύκολο και ανθρώπινο να αμελήσουμε αυτό το καθήκον, θεωρώντας το ως ένα ακόμα μέτωπο που δεν έχουμε το κουράγιο να ανοίξουμε.

    Το σε τι κοινωνίες θα ζήσουν, όμως, αύριο τα δικά μας παιδιά είναι κάτι που περνάει και από το χέρι μας. Έχουμε την πολυτέλεια να κοιτάμε αλλού;

    Αντιφασιστικό Δίκτυο Παιδείας

     

     

     

    Η ταινία "Στην παγίδα του νόμου" (πρωτότυπος τίτλος: Down by Law) παραγωγής 1986 με σηκνοθέτη τον Τζιμ Τζάρμους, αποτελεί ένα αριστουργηματικό δείγμα του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου. Στημένη στους ατμοσφαιρικούς βάλτους και τα υποβλητικά τοπία της Λουιζιάνα, παρακολουθεί τις διασταυρούμενες πορείες τριών περιθωριακών ανδρών: ενός ξεπεσμένου DJ (Τομ Γουέιτς), ενός αποτυχημένου προαγωγού (Τζον Λούρι) και ενός αισιόδοξου Ιταλού τουρίστα με περιορισμένα αγγλικά (Ρομπέρτο Μπενίνι).

    Όταν βρεθούν άδικα στο ίδιο κελί μιας φυλακής, οι αρχικές συγκρούσεις μεταξύ τους δίνουν τη θέση τους σε μια αναπάντεχη οικειότητα. Η απόδρασή τους μέσα από τους βάλτους μετατρέπεται σε ένα ιδιότυπο, υπαρξιακό «road trip» που εξερευνά τη φιλία, τη μοναξιά και την ανθρώπινη επαφή.

    Ο Τζάρμους αποφεύγει τις έντονες πλοκές, εστιάζοντας στους αργούς ρυθμούς, τους καθημερινούς διαλόγους και τη λεπτή ειρωνεία. Η ασπρόμαυρη, ποιητική φωτογραφία του Ρόμπι Μίλερ και η τζαζ μουσική επένδυση του Τζον Λούρι προσδίδουν μια διαχρονική, σχεδόν παραμυθένια αισθητική. Το Down by Law παραμένει μια αστεία, μελαγχολική και βαθιά ανθρωποκεντρική σπουδή πάνω στις απρόσμενες συναντήσεις που αλλάζουν την πορεία της ζωής μας.

    Σήμερα, Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026, αίθουσα ΚΑΠΗ Πικερμίου, Αγίου Χριστοφόρου 8 Πικέρμι, στις 20:00

     

    Διαδηλωτές στην πρώτη γραμμή οδοφράγματος κατά τη διάρκεια διαμαρτυριών για τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ στο Σιατλ των ΗΠΑ, τον Ιούνιο του 2020

    του Δημήτρη Τσίρκα

     

    Πώς γίνεται στα ΜΚΔ να είναι όλοι θυμωμένοι και να καταγγέλλουν συνεχώς την εξουσία, αλλά αυτή να είναι πιο ακλόνητη από ποτέ; Πώς γίνεται οι πάντες να είναι διαρκώς στα (ψηφιακά) κεραμίδια αλλά τίποτα να μην αλλάζει;

    Καλώς ήρθατε στην έρημο της Υπερπολιτικής.

    Έτσι περιγράφει ο Βέλγος ιστορικός των ιδεών, Αντόν Γιάγκερ, τη σύγχρονη πραγματικότητα στην οποία η πολιτική μοιάζει να βρίσκεται παντού στην καθημερινότητά μας, αδυνατώντας όμως να επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές.

    Ο Γιάγκερ προτείνει μια τριμερή περιοδολόγηση του Πολιτικού τις τελευταίες δεκαετίες:

    Α) Τη μαζική πολιτική (μέσα του 20ου αιώνα μέχρι το 1990) στην οποία οι πολίτες συμμετείχαν σε μαζικά κόμματα, συνδικάτα και άλλες συλλογικότητες και όπου η πολιτική ταυτότητα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την ταξική θέση.

    Β) Την εποχή της μεταπολιτικής (Πτώση του Ανατολικού Μπλοκ – 2008) όπου κυριαρχεί η ΤΙΝΑ και οι ιδεολογικές συγκρούσεις αντικαθίστανται από τη (φαινομενικά) ουδέτερη τεχνοκρατική διαχείριση.

    Εδώ η πολιτική εκκενώνεται από το περιεχόμενό της, το οποίο εκχωρείται στους πάσης φύσεως «ειδικούς», τις ανεξάρτητες αρχές και ΜΚΟ και τα δικαστήρια.

    Ωστόσο, η παγκόσμια κρίση του 2008 διέλυσε την τεχνοκρατική νομιμοποίηση της μεταπολιτικής, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την ανάδυση της Υπερπολιτικής (Γ), που κυριαρχεί μέχρι σήμερα.

    Η πολιτική επέστρεψε μεν ως καθολική ατμόσφαιρα, δίχως όμως τις οργανωτικές υποδομές, τις δεσμεύσεις και τα αποτελέσματα του παρελθόντος.

    Τέσσερις είναι οι πυλώνες της Υπερπολιτικής.

    1. Η εξατομίκευση του πολιτικού υποκειμένου – οι πολίτες δεν δρουν πλέον ως μέλη μιας συλλογικότητας (συνδικάτο, κόμμα) αλλά ως ατομικοί παραγωγοί και καταναλωτές ψηφιακού περιεχομένου.

    Η πολιτική παύει να είναι συλλογική στράτευση και μετατρέπεται σε επιμέλεια της ψηφιακής ταυτότητας:

    Τα άτομα εκφράζουν (θορυβωδώς) τις πολιτικές τους θέσεις στα σόσιαλ για να σηματοδοτήσουν την ηθική τους ανωτερότητα (virtue signaling) ή την ένταξή τους σε κάποια ψηφιακή «φυλή», χωρίς την παραμικρή υποχρέωση πειθαρχίας ή δέσμευσης σε μια συλλογική στρατηγική.

    Για να θυμηθούμε τον Κριστοφερ Λας (Η Κουλτούρα του Ναρκισσισμού), η πολιτική από ένα εργαλείο για την επίτευξη αλλαγών στον κόσμο, γίνεται ένα μέσο έκφρασης – μια θεατρική σκηνή όπου το άτομο δεν δρα ως ιστορικό υποκείμενο, αλλά ως ηθοποιός που αναζητά το ψηφιακό χειροκρότημα (likes, κοινοποιήσεις) της δικής του ψηφιακής φυλής.

    2. Ηθικοποίηση της πολιτικής – στη μαζική πολιτική η σύγκρουση αφορούσε κυρίως την κατανομή των υλικών πόρων (μισθοί, κοινωνικό κράτος, φορολογία κλπ.).

    Στην Υπερπολιτική τα ζητήματα δεν τίθενται ως αντιπαραθέσεις υλικών συμφερόντων που επιδέχονται συμβιβασμούς, αλλά ως υπαρξιακές μάχες μεταξύ καλού και κακού.

    Η ηθικοποίηση καθιστά την πολιτική εξαντλητικά πολωτική, αλλά ταυτόχρονα εντελώς συμβολική και ακίνδυνη για τις κυρίαρχες ελίτ, αφού η συζήτηση και η δράση σπάνια αγγίζει την αναδιανομή του πλούτου και την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.

    Αυτή είναι η βάση των σύγχρονων πολιτισμικών πολέμων και της κουλτούρας της ακύρωσης.

    3. Στιγμιαία κινήματα – τα σύγχρονα κινήματα (Occupy, Αγανακτισμένοι, Κίτρινα Γιλέκα, Black Lives Matter, MeToo κ.α) παρουσιάζουν εκρηκτική άνοδο, κινητοποιούν εκατομμύρια ανθρώπους σε ελάχιστο χρόνο, μέσω αλγοριθμικής διάχυσης, αλλά εξαφανίζονται όσο γρήγορα εξαπλώθηκαν.

    Χωρίς μόνιμη δομή και συνεκτική ιδεολογία, τα κινήματα εξατμίζονται μόλις το ψηφιακό ενδιαφέρον ατονήσει ή μεταφερθεί στο επόμενο τρεντ ή η κρατική καταστολή αυξηθεί, αφήνοντας πίσω τους ελάχιστες χειροπιαστές αλλαγές.

    Ως εκτούτου, ο κόσμος παραμένει παγιδευμένος σε ένα αιώνιο παρόν (F. Jameson), αφού τα στιγμιαία κινήματα και τα αλλεπάλληλα τρεντς στα σόσιαλ δεν δημιουργούν θεσμική μνήμη, ούτε ιστορική συνείδηση.

    Όταν η ψηφιακή παράσταση τελειώσει και η ναρκισσιστική ανάγκη για προσοχή ικανοποιηθεί, το «κίνημα» καταρρέει, το ένα τρεντ δίνει τη θέση του στο επόμενο, αφήνοντας τα άτομα στην αρχική κατάσταση ανημπόριας ή και ψυχικής εξάντλησης από την ανούσια (εν τέλει) αντιπαράθεση στα ΜΚΔ.

    4. Τέλος, η Υπερπολιτική διεξάγεται σχεδόν αποκλειστικά στις ιδιωτικές ψηφιακές πλατφόρμες (Facebook, X, Tik Tok κλπ.) οι αλγόριθμοι των οποίων είναι έτσι σχεδιασμένοι ώστε να τροφοδοτούν διαρκώς την οργή προκειμένου να κρατήσουν τους χρήστες περισσότερο εντός τους – χρόνος που μετατρέπεται σε υψηλότερα έσοδα για αυτές.

    Πρόκειται για μια κανονική «οικονομία της οργής» στην οποία η διαφωνία και η πολιτική σύγκρουση δεν είναι εργαλεία για την άσκηση πίεσης ή την επίτευξη συναίνεσης, αλλά το ίδιο το εμπόρευμα που αιχμαλωτίζει την προσοχή των χρηστών.

    Η Υπερπολιτική είναι η αποσύνδεση της πολιτικοποίησης από την εξουσία και η μετατροπή της σε ψηφιακό περιεχόμενο. Ενώ οι πολίτες – χρήστες αισθάνονται σαν να συμμετέχουν σε μια διαρκή επανάσταση, το κράτος και το κεφάλαιο παραμένουν εντελώς στεγανοποιημένα από τις κραυγές του ψηφιακού πλήθους.

    Τις τελευταίες μέρες, λόγου χάρη, πέφτουν κορμιά στα σόσιαλ για το πόσο κακό ή καλό κάνει η ΝΔ που δεν ψηφίζει την Ε. Ακρίτα για αντιπρόεδρο της Βουλής – ένα ζήτημα που πραγματικά «καίει» τους εργαζόμενους, ίσως περισσότερο και από τον γάμο της Τέιλορ Σουίφτ.

    Η Υπερπολιτική είναι το αντίθετο της πολιτικής. Η τελευταία, από ένα μέσο για την αλλαγή των συσχετισμών στην κοινωνία έχει μετατραπεί σε μια βαλβίδα αποσυμπίεσης που επιτρέπει την εκτόνωση της κοινωνικής οργής σε συμβολικό επίπεδο, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι το σύστημα εξουσίας δεν θα απειληθεί.

    Είναι επίσης μια μορφή νευρωτικής υπεραναπλήρωσης της πολιτικής ανημπόριας.

    Όσο οι άνθρωποι αδυνατούν να επηρεάσουν τις υλικές δομές της εξουσίας, μετατοπίζουν όλη τους την πολιτική (και ψυχική) ενέργεια εκεί που διατηρούν ακόμα μια ψευδαίσθηση ελέγχου – στο ψηφιακό τους προφίλ και στους πολιτισμικούς πολέμους.

    Η Υπερπολιτική είναι η πολιτική μορφή ενός κόσμου που έχει χάσει την ικανότητα να σκέφτεται και να οργανώνεται συλλογικά για το μέλλον του.

     

     

    του Γιώργου Μαργαρίτη

     

    Τι συμβαίνει στην Κύπρο;

    Οι δηλώσεις ισραηλινών αξιωματούχων σχετικά με την ζωτική στρατηγική σημασία που έχει το νησί της Κύπρου για το Ισραήλ έχουν πολλαπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια.

    Δεν είναι μόνο δηλώσεις.

    Ενώ στα στοιχεία του 2023 οι μόνιμοι κάτοικοι ισραηλινής υπηκοότητας στο νησί ήταν 1.136 σήμερα ο αντίστοιχος πληθυσμός είναι ίσως 15.000+ (χωρίς να υπάρχουν επίσημα στοιχεία).

    Ως προς τους ξένους υπηκόους που κατοικούν μόνιμα στο ελεύθερο τμήμα του νησιού ο αριθμός τους υπολείπεται μόνο των Ελλήνων, των Βρετανών και των Ρουμάνων. Έχει δε ραγδαία αυξητικές τάσεις.

    Δεν πρόκειται για "ουδέτερη" εγκατάσταση.

    Από το 2003 (!!!) δραστηριοποιούνται στην Κύπρο οργανισμοί "κοινότητες" όπως η Chabad (Λάρνακα).

    Διευθύνονται από Ραββίνους αλλά, παραδόξως, ξοδεύουν υπέρμετρα μεγάλα ποσά χρημάτων.

    Με πλούσια χρηματοδότηση δημιουργούν μεθοδικά συναγωγές, σχολεία, νηπιαγωγεία και υποδομές πιστοποίησης Kosher.......

    Δηλαδή κτίζουν υποδομές για "κοινότητες"

    Ταυτόχρονα επενδυτικές εταιρείες στην Κύπρο -σε ελεύθερα και κατεχόμενα- αγοράζουν γη, για την ακρίβεια μεγάλες εκτάσεις γης (Μεταξύ των πωλητών η Τράπεζα Κύπρου!!!)

    Οι επενδύσεις που γίνονται ή σχεδιάζεται να γίνουν σε αυτές τις εκτάσεις αφορούν συμπλέγματα κατοικιών, κοινοτικές υποδομές, καταστήματα, σχολεία, ιατρεία κλπ.

    Συνήθως σε κλειστό "κύκλωμα"

    Οι Ισραηλινοί έχουν πλούσια εμπειρία σε αυτά από την εποχή των Κιμπούτζ ή του εποικισμού των παλαιστινιακών εδαφών.

    Η υπόθεση της αγοράς ολόκληρου χωριού στην περιοχή της Λεμεσού απλά έφερε στην επιφάνεια το μέγεθος του προβλήματος.

    Στα κατεχόμενα της Κύπρου όπου επίσης η αγορά ακινήτων και γης (ενίοτε ελληνοκυπριακής ιδιοκτησίας) είχε πάρει διαστάσεις οι εκεί αρχές αναγκάστηκαν να πάρουν περιοριστικά μέτρα.

    Αν και το χρήμα βρίσκει τρόπους να τα προσπερνά.

    Στην Κυπριακή Δημοκρατία το ίδιο ζήτημα δεν προκαλεί ιδιαίτερες αντιδράσεις -πλην των κομμουνιστών και του ΑΚΕΛ.

    Εκεί οι "επενδυτές" είναι ιερά πρόσωπα.

    Εξάλλου οι ακροδεξιοί αμετανόητοι έχουν πλέον νέα αφήγηση.

    Το Ισραήλ λένε θα διώξει τους Τούρκους από την Κύπρο για να την δώσει σε αυτούς.

    Για φασίστες πρόκειται - μην περιμένετε λογική.

    Να θυμίσουμε ότι στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου οι (καταγραμμένοι επίσημα) ξένοι υπήκοοι αποτελούν το 22% του πληθυσμού (38% στην Πάφο);

    Και ότι, ως εκ τούτου, η κυπριακή κοινωνία είναι εξαιρετικά εύθραυστη; 

    Και αυτό χωρίς να αναφερθούμε σε ανεπίσημες εκτιμήσεις.....

    της Φραγκίσκας Μεγαλούδη

     

    Το 430 π.Χ. ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη στιγμή για τους Αθηναίους. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος είχε ξεκινήσει έναν χρόνο νωρίτερα και στην Αθήνα ξεσπά ο λοιμός που θα στοιχίσει τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, ανάμεσά τους και τον Περικλή.

    Στο Βιβλίο Β΄ της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Θουκυδίδης παραθέτει έναν λόγο του Περικλή, ο οποίος, σε μια προσπάθεια να εμψυχώσει τους Αθηναίους, τους υπενθυμίζει ότι μια πόλη ωφελεί περισσότερο τους πολίτες της όταν ευημερεί ως σύνολο, παρά όταν οι πολίτες ευημερούν αλλά η πόλη παρακμάζει. «Όσο κι αν ευημερεί κάποιος ιδιωτικά, αν η πατρίδα του καταστρέφεται, τελικά καταστρέφεται κι εκείνος», αναφέρει.

    Γιατί τα γράφω αυτά σήμερα, σχεδόν 2.500 χρόνια μετά; Και τι σχέση μπορεί να έχουν με την Ελλάδα (και όχι μόνο) του 2026;

    Μια ματιά στην πολιτική επικαιρότητα και στην καθημερινή ζωή νομίζω απαντά στο ερώτημα. Ζούμε σε μια χώρα όπου το 15 με 20% του πληθυσμού ευημερεί. Αυτή η ευημερία όμως δεν προέρχεται από παραγωγή, αλλά από ληστρικές συμβάσεις με μια κυβέρνηση που απαιτεί τη συγγνώμη όσων ζήτησαν να ελεγχθούν οι βουλευτές που εμπλέκονταν στα σκάνδαλα του ΟΠΕΚΕΠΕ. Μιας κυβέρνησης υπουργών και βουλευτών που κοροϊδεύουν και ειρωνεύονται τον πολίτη ή κάνουν βιντεάκια στο TikTok παρουσιάζοντας μια εικονική πραγματικότητα.

    Την ίδια στιγμή και ενώ παρακολουθούμε σε αληθινό χρόνο τον ληστρικό νεοπλουτισμό σε όλο του το μεγαλείο να υψώνεται σαν τον Πύργο στο Ελληνικό (ένα πρόγραμμα ανάπτυξης που μου θυμίζει τόσο πολύ το Λάγος της Νιγηρίας), 700.000 ακίνητα και περίπου 300.000 στρέμματα αγροτικής γης περνάνε σταδιακά στα χέρια των funds που  έχουν αγοράσει τα κόκκινα δάνεια των τραπεζών (έτσι οι ισολογισμοί των τραπεζών εμφανίζονται εξυγιασμένοι και πανηγυρίζει η κυβέρνηση).

    Σταδιακά η ελληνική γη αλλάζει χέρια. Περνάει σε επενδυτικά σχήματα. Η αγροτική γη μετατρέπεται σε φωτοβολταϊκά ή μονάδες παραγωγής που καταστρέφουν τη μικροϊδιοκτησία και οι πολίτες γίνονται ενοικιαστές της γης τους.

    Μια χώρα που την κυβερνάνε υπουργοί που ουρλιάζουν ή ζητάνε αίμα και πνιγμούς στο Αιγαίο, πολιτικοί που βρέθηκαν στην Ευρωβουλή γιατί έκαναν βιντεάκια στα social media ξερνώντας μίσος και πολίτες που, ενώ δεν μπορούν να πληρώσουν το νοίκι τους, στέκουν απαθείς και ηττημένοι. Η χώρα ερημώνει, οι νέοι φεύγουν γιατί, αν μείνουν, το μόνο μέλλον είναι να σερβίρουν κοκτέιλ στους τουρίστες μιας πόλης που γίνεται όλο και πιο αβίωτη και χάνει την ψυχή της.

    Και όσοι μένουν κρύβουν μέσα τους τόση μεγάλη οργή που περιμένει μια μικρή αφορμή για να εκραγεί.

    Αυτή η χώρα δεν ευημερεί. Αυτή η χώρα παρακμάζει. Και όταν μια πατρίδα παρακμάζει, κανείς δεν μπορεί να ευημερήσει.

     

     

     

     

    «Μετρό Θεσσαλονίκης». Το αποκαλούσαν κάποτε ως το πιο σύντομο ανέκδοτο, γιατί ήταν ένα έργο που συνεχώς εξαγγελλόταν και ποτέ δεν υλοποιούνταν

    Μιλάμε για ένα έργο που αποφασίστηκε να γίνει μπαίνοντας στον κρατικό προϋπολογισμό πριν από 50 (!) ολόκληρα χρόνια.

    Ένα έργο που υποτίθεται πως ξεκίνησε πριν από σαράντα χρόνια με την περίφημη «τρύπα του Κούβελα», του τότε Νεοδημοκράτη δημάρχου της πόλης και η οποία κάποια στιγμή μπαζώθηκε άδοξα μέσα στη γενική χλεύη

    Ένα έργο που τελικά ξεκίνησε το 2006 με προοπτική να ολοκληρωθεί μέσα σε έξι χρόνια και τελικά παραδόθηκε λειψό μετά από 18 (!) ολόκληρα χρόνια το Νοέμβριο του 2024

    Ένα έργο που από την έναρξη της λειτουργίας του εμφανίζει προβλήματα με έκτακτες διακοπές λειτουργίας αλλά και προγραμματισμένες για να συνεχιστούν κάποια έργα λόγω του ότι δεν παραδόθηκε ολοκληρωμένο

    Ένα έργο που προϋπολογίστηκε πως θα κοστίσει 1,1 δισεκατομμύριο ευρώ και τελικά κόστισε στο ελληνικό κράτος τα διπλάσια (2,1 δισεκατομμύρια)

    Ένα έργο που βιάστηκε πρώτος να το εγκαινιάσει ο Τσίπρας το 2018, πριν καν ολοκληρωθεί (!), λίγους μήνες πριν από τις εκλογές,  μέσα σε θρίαμβο και τυμπανοκρουσίες

    Ένα έργο πολλαπλά καθυστερημένο και πολλαπλά υπερκοστολογημένο που παραδίνεται κομμάτι-κομμάτι για να αμβλύνεται η εντύπωση της εξωφρενικής καθυστέρησης και να δίνει την ευκαιρία στον Μητσοτάκη και το επικοινωνιακό του επιτελείο να το μετατρέπουν σε προεκλογικό σόου

    Ένα έργο που είναι τελικά ο καθρέφτης μιας ολόκληρης χώρας. Μιας χώρας ανέκδοτο, έρμαιο στα χέρια πολιτικών ανδρείκελων και αδίστακτων εργολάβων

     

    Για περισσότερες παράπλευρες λεπτομέρειες, όπως η τύχη των αρχαίων που αποκαλύφθηκαν και τεμαχίστηκαν ή τα 30.000 ευρώ (!) που δόθηκαν για να σχεδιάσει κάποιος ένα (μ)  ως λογότυπο του Μετρό Θεσσαλονίκης, παρακολουθείστε το περιεκτικό και διαφωτιστικό βίντεο του δημοσιογράφου Χρήστου Αβραμίδη

     

     

    Με αφορμή το θάνατο της Dolly Parton, θυμηθήκαμε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της, την Jolene. Ένα τραγούδι που κυκλοφόρησε το 1973 και ξενίζει με τη θεματολογία του, καθώς εμφανίζει μια γυναίκα να παρακαλεί μια άλλη, την Jolene, να μην της πάρει τον σύντροφό της

    Η Dolly Parton υπήρξε μία από τις σημαντικότερες - και η πιο επιτυχημένη εμπορικά - μορφές της country μουσικής, μιας μουσικής που είναι παρεξηγημένη και υποτιμημένη στην Ελλάδα καθώς, κακώς, ολόκληρο το είδος ταυτίστηκε εξολοκλήρου με τον αμερικάνικο συντηρητισμό και τον καθυστερημένο Νότο  

     

    "Ο κινηματογράφος συνδυάζει τον κόσμο της φαντασίας με τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Και ο κόσμος στον οποίο ζούμε βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε ένα επικίνδυνο σημείο. Εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες.

    Βρισκόμαστε υπό την πίεση ενός επικίνδυνου προγράμματος λιτότητας, που βασίζεται σε ιδέες τις οποίες αποκαλούμε νεοφιλελευθερισμό και οι οποίες μας έχουν φέρει κοντά στην καταστροφή. Έχει οδηγήσει δισεκατομμύρια ανθρώπους σε σοβαρές δυσκολίες και πολλά εκατομμύρια ανθρώπους να αγωνίζονται, από την Ελλάδα στα ανατολικά έως την Ισπανία στα δυτικά, ενώ ταυτόχρονα έχει προσφέρει τεράστιο πλούτο σε μια ελάχιστη μειοψηφία.

    Ο κινηματογράφος έχει πολλές παραδόσεις. Μία από αυτές είναι να είναι ένας κινηματογράφος διαμαρτυρίας και να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των ανθρώπων που αγωνίζονται.

    Ελπίζω αυτή η παράδοση να συνεχιστεί.

    Όταν υπάρχει απελπισία, η ακροδεξιά την εκμεταλλεύεται. Πρέπει να δώσουμε ένα μήνυμα ελπίδας και να πούμε ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός και απαραίτητος"

    Αυτό ήταν ένα μέρος της ομιλίας του Κεν Λόουτς, κατά την απονομή του Χρυσού Φοίνικα στο 69ο Φεστιβάλ Καννών, στις 22 Μαΐου 2016 για την ταινία «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» (I, Daniel Blake). Δέκα χρόνια νωρίτερα, ο Άγγλος σκηνοθέτης είχε κερδίσει ξανά το Χρυσό Φοίνικα, αυτή τη φορά για την ταινία «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι» (The Wind That Shakes the Barley)

    Βρισκόμαστε στην Ιρλανδία του 1920, η οποία βρίσκεται υπό βρετανική κατοχή. Ο νεαρός γιατρός Ντάμιεν Ο'Ντόνοβαν αποφασίζει να εγκαταλείψει την προοπτική μιας άνετης ζωής στο Λονδίνο και μιας πολλά υποσχόμενης ιατρικής καριέρας και να ενταχθεί στον IRA, στο πλευρό του αδελφού του Τέντι, συμμετέχοντας στον ένοπλο αγώνα εναντίον των βρετανικών δυνάμεων.

    Μετά την εκεχειρία και την υπογραφή της Αγγλοϊρλανδικής Συνθήκης όμως, οι αγωνιστές διχάζονται. Κάποιοι  αποδέχονται τη Συνθήκη που προσφέρει στην Ιρλανδία (με εξαίρεση το βόρειο τμήμα της) περιορισμένη ελευθερία, μέσα στα πλαίσια της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, θεωρώντας ότι είναι ένα πρώτο βήμα προς την ανεξαρτησία. Κάποιοι άλλοι όμως, όπως ο Ντάμιεν, θεωρούν ότι η Συνθήκη προδίδει τον αγώνα για μια πλήρως ανεξάρτητη και κοινωνικά δίκαιη Ιρλανδία. Η πολιτική σύγκρουση μετατρέπεται έτσι σε εμφύλιο πόλεμο, φέρνοντας αντιμέτωπους ακόμη και τους δύο αδελφούς.

     

     

    Όπως δηλώνει ο Κεν Λόουτς σε μια συνέντευξή του σε βρετανικά Μέσα

    «Νομίζω ότι αυτό που συνέβη στην Ιρλανδία το 1920–1922 είναι μία από εκείνες τις ιστορίες που παραμένουν διαρκώς ενδιαφέρουσες. Όπως ο Ισπανικός Εμφύλιος, ήταν μια καθοριστική στιγμή. Αποκαλύπτει πώς ένας μακρόχρονος αγώνας για την ανεξαρτησία ανακόπηκε τη στιγμή της επιτυχίας του.

    Η αποικιοκρατική δύναμη, καθώς αποποιούνταν την αυτοκρατορία της, κατάφερε παρ’ όλα αυτά να διατηρήσει ανέπαφα τα στρατηγικά της συμφέροντα. Αυτή ήταν η πανουργία ανθρώπων όπως ο Τσόρτσιλ, ο Λόιντ Τζορτζ, ο Μπίρκενχεντ και άλλοι. Όταν βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο, όταν δεν ήταν πλέον προς το συμφέρον τους να συνεχίσουν να αρνούνται την ανεξαρτησία, επιδίωξαν να διαιρέσουν τη χώρα και να στηρίξουν εκείνους μέσα στο κίνημα της ανεξαρτησίας που ήταν διατεθειμένοι να αφήσουν την οικονομική εξουσία στα ίδια χέρια — στα χέρια ανθρώπων με τους οποίους, σύμφωνα με την παλιά έκφραση, μπορούσαν να κάνουν δουλειές.

    Υπάρχει ένα μοτίβο που βλέπεις να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά: αυτού του είδους η χειραγώγηση από την κυρίαρχη εξουσία, ο τρόπος με τον οποίο διαφορετικά συμφέροντα ενώνονται απέναντι σε έναν κοινό καταπιεστή και, τελικά, ο τρόπος με τον οποίο αυτές οι αντιφάσεις αναγκαστικά εκδηλώνονται. Είμαι βέβαιος ότι μπορείς να το δεις και σήμερα σε μέρη όπως το Ιράκ, όπου η αντίθεση στις ΗΠΑ και τη Βρετανία ενώνει πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι θα διαπιστώσουν ότι έχουν διαφορετικά συμφέροντα όταν τελικά οι ΗΠΑ και οι Βρετανοί αναγκαστούν να αποχωρήσουν»

    Οι χαρακτήρες της ταινίας δεν είναι πραγματικοί γιατί, όπως εξηγεί ο σεναριογράφος της ταινίας και στενός συνεργάτης του Κεν Λόουτς, Πολ Λάβερτυ:

    «Αποφασίσαμε να κρατήσουμε τους χαρακτήρες πλασματικούς, αν και πολύ ριζωμένους στην πραγματικότητα. Αλλιώς, καπελώνεσαι από τις λεπτομέρειες, σταυρώνεσαι σχεδόν από αυτές, και περιορίζεται η ελευθερία σου να εξετάσει ευρύτερες ιδέες. Ήταν μία πρόκληση να δημιουργήσεις μία κλίμακα χαρακτήρων που θα μπορούσαν να αντανακλούν την πλούσια, σύνθετη ατμόσφαιρα της εποχής αλλά και από την άλλη να είναι αληθινοί, ολοκληρωμένες προσωπικότητες τριών διαστάσεων»

    Παρόλα αυτά, ένας από τους χαρακτήρες της ταινίας, ο Dan, που τον υποδύεται ο Liam Cunningham, είναι εμπνευσμένος από τον ιστορικό Ιρλανδό επαναστάτη Τζέιμς Κόνολι, ο οποίος υποστήριζε πως ανεξαρτησία δεν σημαίνει απλώς να αλλάξει η σημαία ή να αντικατασταθεί ο Άγγλος δικαστής από Ιρλανδό. Είναι χαρακτηριστική η θέση του  Dan στην ταινία πως η Συνθήκη είναι μια παγίδα που απλώς θα αλλάξει το χρώμα της σημαίας και τη γλώσσα των καταπιεστών (από Αγγλικά σε Ιρλανδικά), αφήνοντας τους ντόπιους πλούσιους γαιοκτήμονες και κεφαλαιοκράτες να εκμεταλλεύονται τον λαό.

    Επηρεασμένος από τον Dan και τις σοσιαλιστικές του ιδέες, o κεντρικός ήρωας της ταινίας, ο Damien (που τον υποδύεται ο μοναδικός Cillian Murphy που τον θαυμάσαμε αργότερα στους Peaky Blinders και στον Oppenheimer) , υποστηρίζει ότι αν η γη, τα εργοστάσια και ο πλούτος της Ιρλανδίας παραμείνουν στα χέρια των ντόπιων γαιοκτημόνων και των καπιταλιστών, ο λαός θα παραμείνει σκλαβωμένος, και η «ανεξαρτησία» θα είναι μια οφθαλμαπάτη, τονίζοντας ότι δεν πολέμησε για μια μισή ανεξαρτησία που προδίδει τους φτωχούς.

    Ο Κεν Λόουτς συνεχίζει με την ταινία αυτή το μοναχικό δρόμο που συνειδητά έχει επιλέξει. Αυτόν του στρατευμένου καλλιτέχνη που στέκεται στο πλευρό της εργατικής τάξης και των επαναστατημένων, με διάχυτη την επιθυμία του να συνεισφέρει με την τέχνη του στην αλλαγή του κόσμου. Γιατί, όσο δύσκολο και αν φαντάζει αυτό, δεν πρέπει να μας κάνει να πάψουμε να ονειρευόμαστε

    Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι / The Wind That Shakes the Barley
    Σκηνοθεσία: Κεν Λόουτς
    Σενάριο: Πολ Λάβερτι
    Πρωταγωνιστές: Κίλιαν Μέρφι, Παντραϊκ Ντελανεϊ, Λίαμ Κάνιγχαμ, Όρλα Φιτζέραλντ
    Μουσική: Τζορτζ Φέντον
    Φωτογραφία: Μπάρι Άκρουιντ
    Μοντάζ: Τζόναθαν Μόρις
    Έτος Παραγωγής: 2006
    Χώρα Παραγωγής: Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία
    Διάρκεια: 126 λεπτά

    Πριν από λίγες ημέρες, τη νύχτα της 28ης προς 29η Ιουλίου 2026, έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 92 ετών, ο Ραούλ Βανεγκέμ, Βέλγος φιλόσοφος και συγγραφέας. Έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από το έργο του «Πραγματεία για την τέχνη του βίου προς χρήση των μελλοντικών γενεών», ένα βιβλίο που άσκησε σημαντική επιρροή στο πνεύμα του Μάη του 1968, προβάλλοντας την ατομική χειραφέτηση, την κριτική στον καταναλωτισμό και την υπεράσπιση μιας ελεύθερης και δημιουργικής καθημερινής ζωής.

    Παρά τη διεθνή αναγνώριση και την επιρροή του, ο Βανεγκέμ απέφευγε συστηματικά τη δημοσιότητα. Παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του ενεργός υποστηρικτής κοινωνικών κινημάτων, όπως οι Ζαπατίστας στο Μεξικό και τα Κίτρινα Γιλέκα στη Γαλλία.

    Με αφορμή τον θάνατό του, ο Τάσος Σαγρής, μέλος της συλλογικότητας Κενό Δίκτυο, ποιητής και θεατρικός σκηνοθέτης, έγραψε στην εφημερίδα «Η Εποχή» ένα κείμενο στο οποίο επιχειρεί να αποκρυσταλλώσει τα σημαντικότερα διδάγματα που άφησε πίσω του ο σπουδαίος αυτός διανοητής.

    --------------------------------------------------

    Ο Ραουλ Βανεγκέμ είναι ο στοχαστής που επανέφερε την καθημερινή ζωή στο κέντρο της επαναστατικής σκέψης. Βασικό χαρακτηριστικό του ήταν ότι δεν έκανε ποτέ ούτε ομιλίες, ούτε διαλέξεις. Προτιμούσε τις φιλικές συναντήσεις, τα συμπόσια, τις πολύωρες συζητήσεις γύρω από ένα τραπέζι. Ήταν σαν να θεωρούσε ότι η ίδια η ανθρώπινη συνεύρεση ήταν ήδη ένα πολιτικό γεγονός.

    Η παρουσία του στην Αθήνα, η συνάντηση μας και η έμπρακτη στήριξή του στο κοινωνικό κέντρο Νοσότρος, στο Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο «Εμπρός», το Αυτόνομο Στέκι, στο Μικρόπολις στην Θεσσαλονίκη, τη Ρόζα Νέρα στα Χανιά και σε άλλα κοινωνικά εγχειρήματα εκείνης της περιόδου έδωσε σε πολλούς από εμάς, που ήμασταν τότε πολύ νεότεροι, έμπνευση και δύναμη να συνεχίσουμε τον αγώνα απέναντι στην κρατική καταστολή αλλά και στη γενικευμένη κοινωνική αποβλάκωση. Δεν εμφανίστηκε ποτέ ως αυθεντία, πάντα ήρθε σαν σύντροφος.

    Με τον θάνατό του σε ηλικία 92 ετών τον Ιούλιο του 2026, στην Βαρκελώνη των ονείρων και των επαναστάσεων, δεν χάνεται μόνο ένας από τους τελευταίους πρωταγωνιστές της Καταστασιακής Διεθνούς. Χάνεται ένας άνθρωπος που πέρασε σχεδόν επτά δεκαετίες γράφοντας αδιάκοπα για την ελευθερία, την αυτονομία, την επιθυμία, την ποίηση και την εξεγερμένη καθημερινή ζωή. Η πολιτική του σκέψη δεν έμεινε κλεισμένη στα γεγονότα του Μάη του ’68. Συνέχισε να εξελίσσεται μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του, παραμένοντας αταλάντευτα ελευθεριακή και βαθιά ανθρώπινη.

    Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο τί υπήρξε ο Ραούλ Βανεϊγκέμ για την ιστορία της Καταστασιακής Διεθνούς και των επαναστατικών κινημάτων της εποχής μας. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι: Τι μας έμαθε ο Ραούλ Βανεγκέμ;

    Αν έπρεπε να συνοψίσει κανείς τη συμβολή του σε μία μόνο πρόταση, θα μπορούσε να πει το εξής: μας έμαθε ότι η επανάσταση δεν αφορά μόνο την εξουσία αλλά τον τρόπο που ζούμε. Ότι η αναρχία δεν είναι απλώς η κατάργηση του κράτους αλλά η κατάργηση κάθε σχέσης που μετατρέπει τη ζωή σε επιβίωση. Ότι η κοινωνική απελευθέρωση δεν αρχίζει την επόμενη μέρα της εξέγερσης- αρχίζει από τη στιγμή που οι άνθρωποι αρνούνται να θυσιάσουν την επιθυμία, τη δημιουργικότητα και τη χαρά στον βωμό της εξουσίας, της εργασίας και του εμπορεύματος.

     

    Η επανάσταση αρχίζει από την καθημερινή ζωή

    Ο Ραούλ Βανεγκέμ, υποστήριξε ότι η επανάσταση δεν μπορεί να περιοριστεί στην κατάληψη της εξουσίας ούτε στην αλλαγή των πολιτικών θεσμών. Αν η εξουσία συνεχίζει να κατοικεί μέσα στις σχέσεις μας, στον τρόπο που εργαζόμαστε, που ερωτευόμαστε, που καταναλώνουμε, που φοβόμαστε και που ονειρευόμαστε, τότε η επανάσταση έχει ήδη ηττηθεί πριν ακόμη ξεσπάσει.

    Αυτή ήταν η μεγάλη του ρήξη με τον επαναστατικό λόγο του εικοστού αιώνα. Δεν αμφισβήτησε μόνο τον καπιταλισμό, αμφισβήτησε την ίδια την ιδέα ότι οι άνθρωποι μπορούν να απελευθερωθούν αύριο, συνεχίζοντας να ζουν σήμερα σαν υπάκουοι υπήκοοι. Για τον Βανεγκέμ, η ελευθερία δεν είναι ένας ιστορικός προορισμός. Είναι ένας τρόπος να κατοικείς τον κόσμο.

    Γι’ αυτό και το μεγάλο του έργο ονομάστηκε στα Ελληνικά και στα Αγγλικά «Η Επανάσταση της Καθημερινής Ζωής» και ο πραγματικός Γαλλικός τίτλος ήταν «Πραγματεία Σαβουάρ-Βίβρ για τις επερχόμενες γενιές», δηλαδή, τρόποι καλής επαναστατικής συμπεριφοράς ενάντια σε έναν κόσμο που σκοτώνει κάθε απόλαυση της ζωής, μια πολιτική διακήρυξη. Εκεί όπου ο μαρξισμός έβλεπε κυρίως την παραγωγή, εκείνος έβλεπε τη ζωή. Εκεί όπου άλλοι αναζητούσαν το επαναστατικό υποκείμενο, εκείνος αναζητούσε τον ελεύθερο άνθρωπο. Εκεί όπου πολλοί μιλούσαν για την Ιστορία, εκείνος μιλούσε για το πρωινό ξύπνημα και τον εκβιασμό της εργασίας, για τη φιλία και τον έρωτα, το φλερτ και το παιχνίδι, για την πλήξη, τις βαρετές, αδιάφορες ώρες σε χώρους που καθυποτάσσουν το συναίσθημα, για όλες εκείνες τις στιγμές όπου ο καπιταλισμός εγκαθίσταται αθόρυβα μέσα μας.

    Ίσως γι’ αυτό το έργο του εξακολουθεί να μοιάζει τόσο σύγχρονο. Ζούμε σε μια εποχή όπου η εκμετάλλευση δεν περιορίζεται στον χώρο εργασίας. Η αγορά αγοράζει τον χρόνο μας, την προσοχή μας, τις επιθυμίες μας, ακόμη και την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Ο καπιταλισμός δεν πουλάει μόνο εμπορεύματα. Πουλάει τρόπους ζωής. Και η μεγαλύτερη επιτυχία του είναι ότι μας κάνει να θεωρούμε φυσικό φαινόμενο τον αποικισμό της ύπαρξης.

    Ο Βανεγκέμ μας καλεί να ξεκινήσουμε από το αντίθετο σημείο, να οργανώσουμε την αντιστροφή της προοπτικής. Να ξανακάνουμε τη ζωή πεδίο σύγκρουσης, να διεκδικήσουμε ελεύθερο χρόνο αντί για καριέρα, σχέσεις αντί για ανταγωνισμό, φροντίδα αντί για πόλεμο, δημιουργία αντί για κατανάλωση- επειδή εκεί γεννιέται κάθε πραγματική κοινωνική αλλαγή.

    Γι’ αυτό και δεν πίστεψε ποτέ ότι οι καταλήψεις, τα κοινωνικά κέντρα ή οι κοινότητες αυτοδιαχείρισης είναι απλώς μορφές αγώνα. Είναι πειράματα, προεικονίσεις μιας άλλης κοινωνίας, τόποι όπου η επανάσταση δοκιμάζει ήδη να ζήσει πριν ακόμη νικήσει. Δεν είναι τυχαίο ότι όταν βρέθηκε στην Αθήνα δεν ενδιαφέρθηκε να μιλήσει σε πανεπιστήμια και αμφιθέατρα. Προτίμησε να συναντήσει ανθρώπους μέσα σε χώρους που επιχειρούσαν να κάνουν πράξη αυτή τη διαφορετική καθημερινότητα. Ήξερε ότι η θεωρία αποκτά αλήθεια μόνο όταν γίνεται τρόπος ζωής. Στον πυρήνα αυτής της σκέψης βρίσκεται μια απλή αλλά ανατρεπτική ιδέα: η ελευθερία δεν είναι το έπαθλο της επανάστασης. Είναι η πρωταρχική καύσιμη ύλη της. Αν δεν μάθουμε να ζούμε ελεύθερα μεταξύ μας, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να οικοδομήσουμε μια ελεύθερη κοινωνία.

     

    Η επιθυμία απέναντι στην ιδεολογία της θυσίας

    Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που έκανε τον Βανεγκέμ να ξεχωρίζει ακόμη και μέσα στην Καταστασιακή Διεθνή. Δεν αρκέστηκε να ασκήσει κριτική στον καπιταλισμό. Άσκησε κριτική και σε μια ολόκληρη επαναστατική παράδοση που είχε μετατρέψει τη θυσία σε πολιτική αρετή.

    Ο εικοστός αιώνας γέννησε αμέτρητους ήρωες. Ανθρώπους που θυσίασαν τη ζωή τους για την ελευθερία. Γέννησε όμως και μια επικίνδυνη ιδέα: ότι η επανάσταση απαιτεί να αναβάλεις τη ζωή μέχρι να έρθει η μεγάλη ημέρα της δικαίωσης. Ότι πρώτα πρέπει να πειθαρχήσεις, να υπομείνεις, να υποφέρεις, να υπακούσεις στην αναγκαιότητα της Ιστορίας και μόνο κάποτε, στο απροσδιόριστο μέλλον, θα έχεις δικαίωμα στην ευτυχία.

    Απέναντι σε αυτή την ασκητική ηθική ο Βανεγκέμ αντέταξε μια σχεδόν αιρετική θέση: η απελευθερωμένη επιθυμία δεν είναι εχθρός της επανάστασης. Είναι η κινητήρια δύναμή της.

    Δεν υπάρχει ελεύθερη κοινωνία που να οικοδομείται από ανθρώπους εκπαιδευμένους να περιφρονούν τη ζωή τους. Δεν υπάρχει χειραφέτηση όταν η χαρά θεωρείται ύποπτη, όταν ο έρωτας αντιμετωπίζεται σαν παρέκκλιση, όταν το παιχνίδι χαρακτηρίζεται επιπολαιότητα και η ποίηση πολυτέλεια. Ο άνθρωπος που έχει μάθει να θυσιάζει καθημερινά τον εαυτό του γίνεται εύκολα υπήκοος οποιασδήποτε εξουσίας, ακόμη κι αν αυτή μιλά στο όνομα της επανάστασης.

    Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο αναρχική διάσταση της σκέψης του. Η επιθυμία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Είναι πολιτική δύναμη. Κάθε φορά που οι προλετάριοι αρνούνται να ζήσουν ως μηχανές παραγωγής, κάθε φορά που δημιουργούν σχέσεις αλληλεγγύης αντί ανταγωνισμού, κάθε φορά που διεκδικούν χρόνο για τη φιλία, τον έρωτα, την απόλαυση, την δημιουργία και τη χαρά, υπονομεύουν στην πράξη την κυριαρχία του εμπορεύματος. Γι’ αυτό, ο Ραούλ Βανεγκέμ δεν έγραψε ποτέ ένα βιβλίο για την κατάκτηση της εξουσίας. Έγραψε πολλά βιβλία για την ανάκτηση της ζωής, για την εορταστική μέθη των οδοφραγμάτων, για ατελείωτες πολιτικές συζητήσεις σε κλαμπ, κατειλημμένα εργοστάσια και πλατείες, για νυχτερινές συνελεύσεις, άγριες απεργίες και ερωτευμένους αρνητές της εργασίας .

    Σήμερα, αυτή η θέση ακούγεται ίσως ακόμη πιο επίκαιρη απ’ ό,τι το 1967. Ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν μας ζητά μόνο να εργαζόμαστε. Μας ζητά να είμαστε διαρκώς διαθέσιμοι, διαρκώς παραγωγικοί, διαρκώς ανταγωνιστικοί, ακόμη και στον ελεύθερο χρόνο μας. Ο νέος διάχυτος κομφορμισμός έχει μετατρέψει την ίδια την προσωπικότητα σε εμπόρευμα και την ευτυχία σε προϊόν προς κατανάλωση. Μέσα σε αυτό το τοπίο, η υπεράσπιση της επιθυμίας δεν είναι ψυχολογική συμβουλή ή διαφημιστική εξαπάτηση, είναι πράξη αντίστασης. Η επανάσταση δεν ζητά ανθρώπους που ξέρουν να πεθαίνουν για έναν σκοπό. Ζητά ανθρώπους που ξέρουν να ζουν χωρίς αφέντες.

     

    Η ποίηση ως πολιτική πράξη

    Υπάρχει μια ακόμη πλευρά του Βανεγκέμ που συχνά παραγνωρίζεται. Τον θυμούνται ως θεωρητικό της Καταστασιακής Διεθνούς, ως συγγραφέα της Επανάστασης της Καθημερινής Ζωής και της Βίβλου των Ηδονών, ως συνομιλητή του Ντεμπόρ. Ο Βανεγκέμ όμως υπήρξε, πάνω απ’ όλα, ένας ποιητής της ελευθερίας.

    Ποιητής, όχι επειδή έγραφε λυρικά, αλλά επειδή πίστευε ότι η ποίηση είναι ένας τρόπος να κατοικείς τον κόσμο χωρίς να τον μετατρέπεις σε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Η ποίηση, γι’ αυτόν, δεν ήταν ένα λογοτεχνικό είδος, μια άσκηση ύφους, ήταν μια στάση απέναντι στη ζωή. Η άρνηση να δεχτείς ότι ο κόσμος εξαντλείται στη χρησιμότητα, στην παραγωγικότητα και στην ανταλλαγή.

    Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο νήμα που ενώνει τον ντανταϊσμό, τον υπερρεαλισμό, τους καταστασιακούς και την αναρχία. Η υπεράσπιση του δικαιώματος να φανταστούμε, να οργανώσουμε και να υπερασπιστούμε έναν κόσμο ριζικά διαφορετικό από αυτόν που υπάρχει, η συγκρότηση των κοινοτήτων που θα ζήσουν ελεύθερες από κάθε καταναγκασμό και θα υπερασπιστούν την ελευθερία τους ενάντια σε κάθε καταπιεστή και κάθε μορφή καταπίεσης.

    Οι εξουσίες φοβούνται την ποίηση όχι επειδή γράφει όμορφες λέξεις αλλά επειδή διαρρηγνύει την ψευδαίσθηση ότι η υπάρχουσα πραγματικότητα είναι η μόνη υπαρκτή πραγματικότητα. Κάθε αυθεντικό ποίημα είναι μια μικρή εξέγερση απέναντι στο αναπόφευκτο. Κάθε πράξη δημιουργίας ανοίγει ένα ρήγμα μέσα στον κόσμο του εμπορεύματος. Κάθε εξεγερμένο ον είναι μια απόδειξη ότι καμιά εξουσία δεν θα κυριαρχήσει για πάντα.

    Γι’ αυτό και ο Βανεγκέμ δεν αντιμετώπισε ποτέ την τέχνη σαν διακόσμηση της πολιτικής. Δεν ζητούσε από τους καλλιτέχνες να υπηρετήσουν μια ιδεολογία. Ζητούσε να καταργηθεί ο ίδιος ο διαχωρισμός ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή. Η δημιουργία δεν ανήκει στους ποιητές, ούτε στους ζωγράφους. Ανήκει σε κάθε άνθρωπο που αρνείται να ζήσει σύμφωνα με τους ρόλους που του επιβάλλονται.

    Στον κόσμο του Θεάματος η δημιουργικότητα μετατρέπεται σε επάγγελμα, η φαντασία σε διαφήμιση και η επιθυμία σε εμπόρευμα. Ο Βανεγκέμ μας υπενθυμίζει ότι η ποίηση αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η εμπορευματική λογική. Εκεί όπου οι άνθρωποι ξαναβρίσκουν τη χαρά να δημιουργούν χωρίς να πουλούν τον εαυτό τους.

    Ίσως γι’ αυτό δεν έκανε ποτέ διαλέξεις με την αυστηρή έννοια της λέξης. Δεν τον ενδιέφερε να διδάξει μια θεωρία. Τον ενδιέφερε να δημιουργήσει μια κατάσταση. Να γεννηθεί μια συζήτηση, μια συνάντηση, μια στιγμή όπου η σκέψη θα έπαυε να είναι κατανάλωση ιδεών και θα γινόταν κοινή εμπειρία.

    Όταν τον γνωρίσαμε στο «Νοσότρος» και στο «Εμπρός», αυτό ακριβώς συναντήσαμε. Δεν είδαμε έναν διάσημο διανοούμενο να απευθύνεται σε ακροατήρια. Είδαμε έναν απλό, καθημερινό άνθρωπο που μοιραζόταν τον χρόνο του σαν να ήταν το πιο πολύτιμο αγαθό. Εκείνη η απλότητα δεν ήταν χαρακτήρας ή επιτηδευμένη πόζα. Ήταν η πολιτική του φιλοσοφία σε πράξη.

    Και ίσως εκεί να βρίσκεται το πιο δύσκολο μάθημα που μας αφήνει φεύγοντας από αυτή την σκοτεινή και παράξενη εποχή που μας έτυχε να ζούμε. Ο Βανεγκέμ δεν μας δίδαξε πώς να κάνουμε μια επανάσταση. Μας έδειξε τους χίλιους λόγους για τους οποίους αξίζει να την οργανώσουμε.

    Όχι για να αλλάξει η κυβέρνηση, να αποκτήσουμε τον πλούτο των καθαρμάτων, να ζήσουμε τις ζωές των τυράννων, ούτε για να αλλάξει η διοίκηση της κοινωνίας. Αλλά για να γίνει επιτέλους η ζωή πιο πλούσια από την επιβίωση, η δημιουργία πιο σημαντική από την εργασία, η φιλία πιο ισχυρή από τον ανταγωνισμό και η ελευθερία πιο πραγματική από τον φόβο.

    Αυτός είναι ίσως ο λόγος που το έργο του εξακολουθεί να μας αφορά. Επειδή επιμένει να μας θέτει το ίδιο ανυπόφορο ερώτημα: τι νόημα έχει μια επανάσταση αν δεν αλλάζει τον τρόπο που υπάρχουμε;

     

    Η ελευθερία δεν έχει ειδικούς

    Ο Ραούλ Βανεγκέμ δεν πίστεψε ποτέ στους επαγγελματίες της επανάστασης. Δεν εμπιστευόταν τους πολιτικούς ηγέτες, αλλά ούτε και τους επαγγελματίες διανοούμενους. Δεν θεωρούσε ότι η κοινωνία θα αλλάξει επειδή κάποιοι γνωρίζουν περισσότερα από τους άλλους. Αντίθετα, πίστευε ότι κάθε μορφή εξουσίας γεννιέται τη στιγμή που οι άνθρωποι παραιτούνται από την ικανότητά τους να δημιουργούν μόνοι τους τη ζωή τους.

    Ίσως γι’ αυτό δεν αναζήτησε μαθητές ή ακόλουθους, ούτε οικοδόμησε έναν ιδεολογικό μηχανισμό γύρω από το όνομά του. Συνέχισε να γράφει σαν να συνομιλεί με ίσους με σκοπό να τους ενθαρρύνει να σκεφτούν μόνοι τους. Αυτή η στάση έχει μια βαθιά αναρχική σημασία.

    Η ελευθερία δεν μεταβιβάζεται, δεν διδάσκεται από τα πάνω, δεν οργανώνεται από ειδικούς, δεν εφαρμόζεται από κομματικές επιτροπές και νομοθέτες. Η ελευθερία υπάρχει μόνο όταν οι άνθρωποι παύουν να είναι θεατές της ίδιας της ζωής τους.

    Ίσως γι’ αυτό ο Βανεγκέμ στάθηκε τόσο κοντά στις καταλήψεις, στα κοινωνικά κέντρα, στις αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες, στους Ζαπατίστας, στους Κούρδους της Ροζάβα, στα φρικιά των Εξαρχείων, τις γυναίκες του Ιράν και τις τρανς της Χιλής. Όχι επειδή θεωρούσε αυτές τις εξεγερμένες κοινότητες τέλειες. Αλλά επειδή έβλεπε εκεί, ανθρώπους που επιχειρούν να πάρουν στα χέρια τους τον χρόνο, τον χώρο και τις σχέσεις τους χωρίς να περιμένουν άδεια από κανέναν.

    Η αυτοδιαχείριση, για τον Βανεγκέμ ήταν μια διαφορετική αντίληψη για τον άνθρωπο, δεν ήταν ποτέ μια τεχνική λύση, ένας μηχανισμός οργάνωσης, ένα καλύτερο διοικητικό μοντέλο. Σήμαινε ότι κανείς δεν μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερος όταν άλλοι αποφασίζουν για λογαριασμό του.

    Αλλά σήμαινε και κάτι ακόμη πιο δύσκολο. Ότι κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος όταν έχει εσωτερικεύσει την εξουσία. Όταν κουβαλά μέσα του τον αστυνόμο, τον διευθυντή, τον ειδικό, τον αρχηγό, τον παπά, τον ψυχίατρο και τον δικαστή. Η πιο επίμονη μορφή κυριαρχίας δεν είναι αυτή που μας επιβάλλεται. Είναι εκείνη που αναπαράγουμε καθημερινά με τις εμπειρίες μας και τις επιλογές μας, μέσα στις ίδιες μας τις σχέσεις. Γι’ αυτό ο αγώνας για την αυτοδιαχείριση δεν τελειώνει ποτέ με μια πολιτική νίκη αλλά είναι μια διαρκής διαδικασία απελευθέρωσης της ζωής.

    Σήμερα, μέσα σε έναν κόσμο που αναθέτει ολοένα περισσότερες αποφάσεις σε αλγορίθμους, ειδικούς, μηχανισμούς ασφαλείας και τεχνοκρατικές ελίτ, αυτή η σκέψη μοιάζει σχεδόν προφητική. Ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται διαρκώς να εμπιστεύεται συστήματα που γνωρίζουν καλύτερα από τον ίδιο τι χρειάζεται, τι επιθυμεί, τι πρέπει να φοβάται.

    Ο Βανεγκέμ μας υπενθυμίζει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αρχίζει από τη στιγμή που οι άνθρωποι ξαναβρίσκουν την εμπιστοσύνη στις ίδιες τους τις δυνατότητες. Και ότι η αναρχία δεν είναι η απουσία οργάνωσης. Είναι η ζωντανή παρουσία ανθρώπων που δεν χρειάζονται αφέντες για να συνυπάρξουν.

    «Όποιος μιλάει για επανάσταση και δεν αναφέρεται ρητά στην καθημερινή ζωή έχει ένα κουφάρι στο στόμα του».

    Οι επαναστάτες του εικοστού αιώνα μας έμαθαν πώς να γκρεμίζουμε έναν κόσμο. Ο Βανεγκέμ προσπάθησε να μας ωθήσει να σκεφτούμε κάτι πολύ δυσκολότερο: πώς να κατοικήσουμε τους τόπους της επανάστασης, πως να οργανώσουμε τους τρόπους μιας ελεύθερης καθημερινής ζωής.

     

     

    Σελίδα 1 από 147

    Youtube Playlists

    youtube logo new

    atticavoicepodcasts

    atticavoiceyoutube

    rafnews

    rafdoumentaries

    youtube logo new

    © 2022 Atticavoice All Rights Reserved.