" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                               Μπρεχτ
X.Kostoulas

X.Kostoulas

«ΝΑΖΑ» είναι ο όρος που χρησιμοποιούν τα μέλη του ισραηλινού στρατού για τις ανθρώπινες παράπλευρες απώλειες των στρατιωτικών επιχειρήσεών τους: γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένους και άλλους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά στον επιλεγμένο στόχο.

«ΝΑΖΑ» είναι και ο τίτλος του ερευνητικού ντοκιμαντέρ των Ισραηλινών δημοσιογράφων και δημιουργών Γιουβάλ Άμπραχαμ και Ρέιτσελ Σορ και το οποίο απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο φετινό Φεστιβάλ της Βενετίας προκαλώντας τεράστιες πολιτικές αντιδράσεις από πλευράς των Ισραηλινών και  δημόσιες απειλές κατά της ζωής των δημιουργών του

Το Naza βασίζεται στις μαρτυρίες 24 αξιωματικών των υπηρεσιών πληροφοριών και στρατιωτών, του Ισραηλινού στρατού χωρίς να αποκαλύπτονται τα πρόσωπα και οι ταυτότητές τους πάνω στον μηχανισμό που δημιουργήθηκε μετά την 7η Οκτωβρίου και στα μυστικά συστήματα που οργανώθηκαν από τον IDF για να εκτελέσουν τα μέλη της Χαμάς αδιαφορώντας για το κόστος που αυτό θα προκαλούσε στον άμαχο πληθυσμό. Μία μάλιστα από τις μαρτυρίες που προβάλλονται αναφέρει ότι είχε εγκριθεί επίθεση με αποδεκτές αναμενόμενες απώλειες έως και 500 αμάχων για έναν στόχο.

Σύμφωνα πάλι με αυτές τις μαρτυρίες, ο εντοπισμός αυτών που θεωρούνταν ύποπτοι για σχέσεις με τη Χαμάς γινόταν με τη χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης (AI). Ο στόχος όμως, δεν περιοριζόταν στα συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά περιλάμβανε και το κτίριο στο οποίο ζούσαν, ανεξάρτητα από το πόσοι άμαχοι βρίσκονταν γύρω του. Αυτοί ακριβώς ήταν οι Νaza: γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι και άλλοι άμαχοι.

Μέσα από το ντοκιμαντέρ αποκαλύπτεται ένα εφιαλτικό  και δίχως κανέναν ηθικό κώδικα ανθρωποκυνηγητό βγαλμένο μέσα από τα πιο ευφάνταστα δυστοπικά σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Ένας μηχανισμός επιλογής και εξόντωσης στόχων με συστήματα εντοπισμού, τεχνητή νοημοσύνη και οθόνες να θυμίζουν ένα απλό βιντεοπαιχνίδι. Μόνο που οι στόχοι δεν ήταν pixels στην οθόνη ενός υπολογιστή, αλλά πραγματικοί άνθρωποι  με τη συντριπτική πλειοψηφία τους να είναι άμαχοι

Είναι χαρακτηριστικό πως ένας από τους στρατιωτικούς θυμάται στο ντοκιμαντέρ ότι είχε ταξιδέψει με την οικογένειά του στην Πολωνία για να τιμήσει τη μνήμη των προγόνων του που μαρτύρησαν στα ναζιστικά κολαστήρια και η σκέψη του κατέληξε στο ερώτημα: «Οι Ναζί ήταν ο διάβολος, αλλά εγώ τι είμαι;».

Όπως εξηγούν οι δημιουργοί, δεν επιθυμούν να συγκρίνουν το Ολοκαύτωμα με τη γενοκτονία της Γάζας. Όμως: «Η μνήμη του Ολοκαυτώματος και του αντισημιτισμού δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται ως εργαλεία για να αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε αυτό που συμβαίνει στη Γάζα. Το Ισραήλ έχει χρησιμοποιήσει τον αντισημιτισμό ως όπλο για να δικαιολογήσει τον εαυτό του»

Δεν χωράει καμία αμφιβολία πως οι δημιουργοί του «NAZA» είναι πραγματικοί ήρωες που δεν φοβήθηκαν το κόστος προκειμένου να υπηρετήσουν την αλήθεια και το δίκαιο. Όπως ήρωες είναι και κάποιοι μοναχικοί διανοούμενοι όπως ο Γκιντεόν Λέβι ο οποίος, κόντρα στο νοσηρό κλίμα τρόμου και σιωπής, τολμά να υψώνει τη φωνή του και να καταγγέλλει τα εγκλήματα του ίδιου του του κράτους. Αυτό έκανε και πριν από λίγες ημέρες όταν έγραψε ένα άρθρο γι’ αυτούς τους ήρωες και τη μαζική υστερία που προκάλεσαν στους Ισραηλινούς οι αποκαλύψεις του ΝΑΖΑ

«Η Σορ, ο Αμπραχάμ και εκείνοι οι θαρραλέοι στρατιώτες έσπασαν τη σιωπή. Αξίζουν τον βαθύ σεβασμό του Ισραήλ και θα τον λάβουν – αλλά μόνο στις σελίδες των βιβλίων ιστορίας»

naza2

Γκράφιτι στην Ισραηλινή πόλη του Ασντόντ με τα πρόσωπα των Γιουβάλ Άμπραχαμ και Ρέιτσελ Σορ, δημιουργών του «NAZA». Πάνω στη σύνθεση έχει γραφτεί στα εβραϊκά η λέξη «προδότες»

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ισραηλινή εφημερίδα Haaretz – άλλο ένα παράδειγμα όασης μέσα σε μια έρημο φανατισμού, μίσους και ένοχης σιωπής.

Ας το διαβάσουμε

---------------------------------------------

Γκίντεον Λέβι : Χάρη στην υστερία γύρω από το «NAZA», το Ισραήλ συζητά επιτέλους για τη Γάζα

«Για έναν τρομοκράτη υπάρχουν έως και 500 nazas», ακούγεται στο ντοκιμαντέρ.

Το σήμα προερχόταν από παραβιασμένα κινητά τηλέφωνα. Η φράση «Dad is home» («Ο μπαμπάς είναι σπίτι») σήμαινε ότι ο ύποπτος είχε επιστρέψει στην κατοικία του. Τότε μπορούσε να χτυπηθεί ολόκληρος ο όροφος, μαζί με όσους βρίσκονταν σε αυτόν.

Σύμφωνα με όσα καταγράφει το δημοσίευμα, ακολουθούσε και άλλη φάση καταστροφής, κατά την οποία τα ερείπια κτιρίων πυρπολούνταν, εξαφανίζοντας ό,τι είχε απομείνει από τα σπίτια.

Το ντοκιμαντέρ για τη Γάζα έχει προκαλέσει τεράστιο σάλο σε εθνικό επίπεδο. Μετά από χρόνια καταπίεσης, άρνησης και ψεμάτων, απάθειας και αδιαφορίας, το πύον ξεχύθηκε με ορμή. Πρόκειται για μια υγιή διαδικασία, ακόμη κι αν περιλαμβάνει δυσάρεστες αποκαλύψεις.

Ακόμη και πριν προλάβει έστω και ένας Ισραηλινός —πλην του Ραβίβ Ντρούκερ— να δει την ταινία «NAZA», το φιλμ έχει ήδη συμβάλει τα μέγιστα στον δημόσιο διάλογο στο Ισραήλ. Οι σκηνοθέτες Ρέιτσελ Σορ και Γιουβάλ Αμπραχάμ πυροδότησαν μια υστερία. Και αυτή η υστερία είναι ό,τι καλύτερο έχει συμβεί στην ισραηλινή κοινωνία μετά την 7η Οκτωβρίου 2023.

Για πρώτη φορά, οι Ισραηλινοί συγκλονίζονται από κάτι που δεν αφορά ούτε τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου ούτε τους ομήρους. Για πρώτη φορά, εξοργίζονται, σοκάρονται και βγαίνουν από τα ρούχα τους εξαιτίας του θορύβου που έρχεται από τη Λωρίδα της Γάζας. Και κατά βάθος, γνωρίζουν τον λόγο.

Αυτό το κύμα υστερίας —πρωτόγνωρο για το Ισραήλ— αποκαλύπτει επίσης το πραγματικό πρόσωπο σχεδόν ολόκληρης της κοινωνίας. Και τι περισσότερο θα μπορούσαμε να ζητήσουμε από ένα ντοκιμαντέρ, πόσο μάλλον πριν καν προβληθεί;

Αυτή η υστερία φέρνει στο φως κάτι που παρέμενε κρυμμένο επί χρόνια, αλλά ξαφνικά ξέσπασε. Μετά από χρόνια καταπίεσης, άρνησης και ψεμάτων, απάθειας και αδιαφορίας, το πύον ξεχύθηκε με ορμή. Πρόκειται για μια υγιή διαδικασία, ακόμη κι αν περιλαμβάνει δυσάρεστες αποκαλύψεις.

Το Ισραήλ ξεβολεύτηκε βίαια από τη νοσηρή του ηρεμία. Ξαφνικά, η συζήτηση στρέφεται στη Γάζα και όχι μόνο στις τιμές των πτήσεων προς το εξωτερικό.

Το «NAZA» διέλυσε την αποσύνδεση των Ισραηλιτών από την πραγματικότητα. Αυτό ήταν αναμενόμενο, ακόμη και όταν φαινόταν πως τίποτα δεν θα μπορούσε να κλονίσει τους Ισραηλινούς. Ωστόσο, η ένταση των αντιδράσεων αποκαλύπτει το μέγεθος του αποστήματος.

Η παράλογη οργή εναντίον των Szor και Abraham δείχνει ότι κατάφεραν να αγγίξουν τον πυρήνα του αποστήματος. Και αυτό είναι επώδυνο. Η σφοδρότητα της αντίδρασης φανερώνει ότι οι Ισραηλινοί νιώθουν πως κάτι καίγεται κάτω από τα πόδια τους. Όποιος ξεσπά με τέτοια οργή, αντιλαμβάνεται ότι κάτι έχει πάει πολύ στραβά. Μια κοινωνία σίγουρη για το δίκιο της δεν αντιδρά με αυτόν τον τρόπο απέναντι σε μια ταινία.

Αυτή η θύελλα μπορεί να κοπάσει, αλλά η έντασή της ίσως προμηνύει ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Αφού κρεμάσουμε τους δημιουργούς της ταινίας στην πλατεία της πόλης, ίσως κάποιος καταλάβει ότι επρόκειτο για μια τελευταία, απεγνωσμένη προσπάθεια αποφυγής, πνιγμού και καταστολής της αλήθειας.

Όμως, αυτή η αλήθεια θα καταδιώκει το Ισραήλ για πάντα, καθώς είναι αδύνατο να ξεφύγει κανείς από την ευθύνη για μια γενοκτονία. Αρκεί να ρωτήσετε τους Τούρκους. Αυτή η ενοχή δεν θα μας αφήσει ποτέ σε ησυχία. Θα αποτελεί μια αιώνια ντροπή.

Το «NAZA» προσέφερε επίσης κάτι ακόμη σημαντικό: έβγαλε όλες τις μάσκες. Πλέον, δεν υφίστανται διαχωρισμοί σε Αριστερά και Δεξιά, σε φωτισμένους και σκοταδιστές, σε ανθρωπιστές και βαρβάρους. Σχεδόν ομόθυμα, οι Ισραηλινοί επιτέθηκαν στην ταινία αυτή, αποκαλύπτοντας έτσι το πραγματικό τους πρόσωπο.

Ρατσιστές δημοσιογράφοι στάθηκαν στο πλευρό εκείνων που θεωρούνται φιλελεύθεροι, και εθνικιστές πολιτικοί ενώθηκαν με εκείνους που θεωρούνται δημοκρατικοί. Όλοι μαζί σχημάτισαν μια Μακαρθική χορωδία

Άλλωστε, ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη δήλωση του δεξιού δημοσιογράφου Αβρί Γκιλάντ, ότι το «NAZA» αποτελούσε ακρωνύμιο για τις εβραϊκές λέξεις που σημαίνουν «κακόβουλη αντισημιτική ζημιά», και στην άθλια, αποκρουστική άρνηση του κεντρώου δημοσιογράφου Γιαρόν Αβραάμ να παραδεχτεί οποιαδήποτε οικογενειακή σχέση με τον Γιουβάλ Αβραάμ (του οποίου το επώνυμο γράφεται με τον ίδιο τρόπο στα εβραϊκά);

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη δήλωση του δεξιού δημοσιογράφου Αμίτ Σεγκάλ, ότι οι δημιουργοί της ταινίας ήταν «υποστηρικτές του γραφείου προπαγάνδας της Χαμάς», και στην «επιστημονική» και «μεθοδολογική» κριτική των αρθρογράφων της Haaretz, Ντρούκερ και Ούρι Μισγκάβ, οι οποίοι αποφεύγουν με κάθε τρόπο να ασχοληθούν με την ουσία του θέματος;

«Πού είναι το πλαίσιο;» ρωτούν οι υποκριτές επικριτές, οι οποίοι δεν θα τολμούσαν ποτέ να αναφερθούν στο παλαιστινιακό πλαίσιο της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου. «Πού είναι τα αποδεικτικά στοιχεία;» ρωτούν άνθρωποι που γνωρίζουν ότι οι σημαντικότερες δημοσιογραφικές έρευνες στην ιστορία –όπως το Γουότεργκεϊτ και τα Έγγραφα του Πενταγώνου– βασίστηκαν σε ανώνυμες μαρτυρίες. Και πάνω απ’ όλα, πού είναι οι δικές τους δημοσιογραφικές έρευνες για τη Γάζα;

Γνωρίζουν ότι το «NAZA» είναι η αλήθεια. Όμως θέλουν τα ονόματα των στρατιωτών που πήραν μέρος στη συνέντευξη, ώστε να κρεμαστούν κι εκείνοι στην πλατεία της πόλης, πλάι στους σκηνοθέτες.

Δεν υπάρχει επίσης καμία διαφορά ανάμεσα στη δήλωση του φασίστα πολιτικού της αντιπολίτευσης Αβιγκντόρ Λίμπερμαν —ότι πρόκειται για «εχθρούς του Ισραήλ που αυτοαποκαλούνται "κινηματογραφιστές"»—, στο εξωφρενικό κάλεσμα του αδαούς υπουργού Πολιτισμού Μίκι Ζοχάρ να τους αφαιρεθεί η υπηκοότητα και στη δειλή στάση του προοδευτικού πολιτικού Γιαΐρ Γκολάν, ο οποίος δηλώνει «καταδικάζω».

Οι διαφορές εντοπίζονται μόνο στο περιτύλιγμα. Το περιεχόμενο, ωστόσο, παραμένει το ίδιο και, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, φέρει τον τρομακτικό χαρακτήρα του μακαρθισμού.

Η Σορ, ο Αμπραχάμ και εκείνοι οι θαρραλέοι στρατιώτες έσπασαν τη σιωπή. Αξίζουν τον βαθύ σεβασμό του Ισραήλ και θα τον λάβουν – αλλά μόνο στις σελίδες των βιβλίων ιστορίας.

"Σινεμά ο Παράδεισος" σήμερα,  Τρίτη 22/9 και στις 20:00, στην αίθουσα του ΚΑΠΗ στο Πικέρμι.

Η κλασική πλέον ταινία του Τζουζέπε Τορνατόρε μας ταξιδεύει σε ένα μικρό, ηλιόλουστο χωριό της μεταπολεμικής Σικελίας, όπου ένας κινηματογράφος αποτελεί το σημείο αναφοράς των κατοίκων του. Εκεί ξημεροβραδιάζεται ο μικρός Σαλβατόρε, μαγεμένος από τις εικόνες που χορεύουν στον τοίχο, δίπλα στον μηχανικό προβολής Αλφρέντο με τον οποίο δημιουργεί μια πατρική σχέση . Ο Αλφρέντο γίνεται ο δάσκαλος του, ο μέντορας του και ο πατέρας που δεν είχε, μαθαίνοντάς του τα μυστικά της μηχανής προβολής.

Όταν, μεσήλικος πια και διάσημος σκηνοθέτης, μαθαίνει για τον θάνατο του Αλφρέντο, ο Σαλβατόρε θα γυρίσει πίσω στο χωριό για να αποχαιρετίσει τον Αλφρέντο σε μια επώδυνη αλλά απαραίτητη όσο και λυτρωτική επιστροφή  - όχι μόνο στο χωριό του και στο φίλο του, αλλά στα χρόνια της εφηβείας του. Θα θυμηθεί όλη του την εφηβεία, όσα αγάπησε, όσα στερήθηκε, όσα του απαγόρευσαν, όσα δεν τόλμησε και θα επιστρέψει πίσω στην ενήλική ζωή του πλουσιότερος

Ο Τορνατόρε έφτιαξε ένα συγκινητικό, νοσταλγικό παραμύθι για την ενηλικίωση και τα απωθημένα του παρελθόντος, με καθηλωτική συναισθηματική δύναμη που υποβοηθείται και από την υποβλητική μουσική του τεράστιου Ένιο Μορικόνε. Είναι ταυτόχρονα και ένας αποχαιρετισμός σε μια εποχή όπου η κινηματογραφική αίθουσα αποτελούσε κέντρο της κοινωνικής ζωής.

Βραβευμένη με το ‘Οσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας, η ταινία του Τορνατόρε παίρνει επάξια μία θέση ανάμεσα στις κλασικές ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου

 

 

Ιταλία, 1988

Σκηνοθεσία: Τζουζέπε Τορνατόρε

Σενάριο: Τζουζέπε Τορνατόρε

Φωτογραφία: Μπλάσκο Τζουράτο

Μοντάζ: Μάριο Μόρα

Μουσική: Ενιο Μορικόνε

Πρωταγωνιστούν: Φιλίπ Νουαρέ, Ζακ Περέν, Σαλβατόρε Κάσιο, Μάρκο Λεονάρντι

Διάρκεια: 155 λεπτά

Ο ειδικός

Σεπτεμβρίου 21, 2026

της Μαρίας Νάτση

 

Ο Ντέγιαν καθιστός στο κρεβάτι του, προσπαθεί να τιθασεύσει το ανήσυχο γόνατό του με τη χούφτα του. Τα μάτια του, χρωματισμένα με ένα  ασθενικό γαλάζιο κοιτούν ανυπόμονα το βουβό τηλέφωνό του. Είναι  η ώρα που δέχεται κλήση από τους δικούς του. «Η κλήση παρακολουθείται και καταγράφεται για λόγους εθνικής ασφάλειας», έτσι ξεκινάει το κάθε τηλεφώνημα και σήμερα περιμένει με ανυπομονησία να ακούσει τη μητέρα του. Μετά από ένα επεισοδιακό τηλεφώνημα από τον παππού του, δέχτηκε τιμωρία δύο εβδομάδων χάνοντας το δικαίωμα τηλεφωνικής επικοινωνίας.

Ο παππούς με μάτια πιο ζωηρά γαλανά από τα δικά του, με βροντερή φωνή και με τσαγανό που θα το ζήλευε εικοσάχρονος, απειλούσε και καταριόταν θεούς, δαίμονες και εξουσία που τόλμησαν να πάρουν τον 13χρονο εγγονό του από το σπίτι. Έχοντας περάσει δύο πολέμους, κατάφερε να φτάσει στα ογδόντα πέντε του χρόνια χωρίς να χάσει ίχνος από την ικμάδα του. Στο βλέμμα του καθρεφτιζόταν ακόμη εκείνο το ανυπότακτο, σερβικό «ίνατ» και το περήφανο, ανυποχώρητο πείσμα των ανθρώπων που ζουν στις απόκρημνες κορυφές  και που ορίζει πως όσο περισσότερο σε πιέζει η μοίρα, τόσο πιο ψηλά υψώνεις το ανάστημά σου. Κάθε φορά που ο μικρός σκεφτόταν τον παππού του, ένιωθε στα ρουθούνια του τη γνώριμη, βαριά μυρωδιά της καμένης οξυάς που είχε ποτίσει για δεκαετίες τα μάλλινα ρούχα του. Ήταν απόλυτα σίγουρος για ένα πράγμα, αν ο γέρος μάθαινε πού βρίσκεται, θα ερχόταν έτοιμος να γκρεμίσει αυτόν τον αρρωστημένο κόσμο για να τον πάρει πάλι σπίτι.

« Αγόρι μου» ακούστηκε σπασμένη η φωνή της μητέρας του.

 «Είσαι καλά;» Τα σωθικά του Ντέγιαν ξέσκισε μια πνιχτή κραυγή.

« Ναι μαμά».

« Σε προσέχουν;» ένιωσε το γόνατό του να τρέμει και το χείλος του να ακολουθεί.

«Ναι μαμά, μην ανησυχείς», είπε με σταθερή φωνή που ξάφνιασε και τον ίδιο. «Είναι όλα καλά. Εσείς;»

« Όλοι είμαστε καλά. Ο αδερφός σου τα πηγαίνει καλά στο σχολείο. Η γατούλα σου γέννησε δύο μικρά. Είναι κάτασπρα όπως αυτή, χνουδωτά, με μαύρη ουρίτσα. Ο Γκόραν ρωτάει συνέχεια για εσένα. Του λείπεις. Σε όλους μας λείπεις».

 «Κι εσείς μου λείπετε μαμά. Είναι όλα καλά, αλλά θα πρέπει να κλείσω, τελειώνει ο χρόνος και πρέπει να πάω στο σχολείο»

«Εντάξει αγόρι μου. Σε αγαπώ»

«…Σας αγαπώ ...» απάντησε ο Ντεγιαν αλλά το τηλέφωνο είχε ήδη κλείσει και ακούστηκε η γνώριμη φωνή «ο χρόνος ομιλίας σας τελείωσε. Η κλήση καταγράφηκε για λόγους εθνικής ασφάλειας». Ο Ντέγιαν άφησε το τρέμουλο να τον κατακλύσει μαζί με τις αναμνήσεις της γατούλας του, όταν τη βρήκε μωρό λασπωμένη, να κλαίει  μέσα σε μια δυνατή  καλοκαιρινή μπόρα, τον φίλο του Γκόραν που τον ήξερε από το νηπιαγωγείο  και τον αδερφούλη του που ήταν δύο χρόνια μικρότερος. Το αδύνατο κορμί του άρχισε να τραντάζεται, οι μύες της κοιλιάς του έκαναν ακούσιες συσπάσεις, χωρίς φωνή, χωρίς κλάμα, ακολουθώντας έναν ασυγκράτητο  εσωτερικό κυματισμό βουβών  αναφιλητών . Στο τέλος βγήκαν στην επιφάνεια οι υφάλμυρες σταγόνες  που κουβαλούσαν 94 μέρες ανομολόγητης θλίψης.

Μετά από λίγο, σκούπισε τα μάτια του, καθάρισε τα νοτισμένα γυαλιά του, τιθάσευσε τις  ξανθές τούφες που σκίασαν τα μάτια του και ξεκίνησε για το σχολείο. Ήταν ο μοναδικός χώρος όπου έφτανε μια ανάμνηση φυσικού φωτός. Ένας μικροσκοπικός φεγγίτης άφηνε να περνά μια μόλις αισθητή αύρα, φορτωμένη με αόρατες σταγόνες δροσιάς και μακρινούς ήχους από έναν κόσμο που συνέχιζε να υπάρχει χωρίς εκείνον. Ο Ντέγιαν έκλεινε τα μάτια και κρατούσε την ανάσα του, προσπαθώντας να ξεχωρίσει τι ήταν αυτό που άκουγε.

 Ένα πουλί; Το σύρσιμο μιας σαύρας; Τον άνεμο ανάμεσα στα δέντρα; Προσπαθούσε να μαντέψει πού βρισκόταν. Σε κάποιο δάσος; Σε μια πεδιάδα;  Ύστερα άνοιγε τα μάτια και παραδινόταν  σε έναν τόπο χωρίς όνομα. Το σχολείο ήταν μια ψυχρή αίθουσα ατομικής διδασκαλίας, με ένα θρανίο,  μια καρέκλα και μια μεγάλη οθόνη . Ο καθηγητής στην οθόνη φορούσε στρατιωτική στολή ίσως για να του θυμίζει ότι είναι πρώτα στρατιώτης και μετά μαθητής .

Μόλις τελείωσε το μάθημα, πήγε στον χώρο του εστιατορίου. Ήταν ένας από τους ελάχιστους χώρους όπου μπορούσε να συναντήσει τους υπόλοιπους «ειδικούς». Έφηβοι και παιδιά, ηλικίας έντεκα έως δεκαέξι ετών, από διαφορετικές χώρες, οι περισσότεροι γνώριμοι από τους αγώνες. Ο ενθουσιασμός του παιχνιδιού ήταν πάντοτε μεγαλύτερος από τη χαρά της νίκης και κανείς τους δεν μπορούσε τότε να φανταστεί πως εκείνο που κρατούσαν στα χέρια τους σαν παιχνίδι θα γινόταν κάποτε όπλο.

Είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν πως κάτι δεν πήγαινε καλά, όταν στους αγώνες και στις πίστες τους άρχισαν να εμφανίζονται άνδρες και γυναίκες με αυστηρό ντύσιμο και το σήμα της Συνομοσπονδίας στα αυτοκίνητά τους. Στην αρχή στέκονταν απλώς στην άκρη και τους παρατηρούσαν. Ύστερα άρχισαν να κρατούν σημειώσεις. Κανείς δεν τους εξήγησε ποτέ τι ακριβώς κατέγραφαν. Όμως τα παιδιά καταλαβαίνουν τη σιωπή των μεγάλων. Έτσι πολύ σύντομα δημιούργησαν τη δική τους γλώσσα , έναν τρόπο να συνεννοούνται χωρίς να τους καταλαβαίνουν.

 Ο Ντέγιαν κάθισε κοντά στον Φιν, έναν Γερμανό φίλο του, δύο χρόνια μεγαλύτερό του. Στην τραπεζαρία απέφευγαν να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα, για να μην προδώσουν στις κάμερες  την ύπαρξή της. Μόνο περιστασιακά τους ξέφευγε κάποια λέξη, όμως περνούσε  απαρατήρητη, σαν αργκό της νεολαίας. Ο Φιν έδειχνε άυπνος. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και το πρόσωπό του ανέκφραστο. Ο Ντέγιαν τον κοίταξε με νόημα.

«Ήμουν στην παρακολούθηση υπόπτων χθες» είπε ο Φιν.

«Χρειάστηκε να τερματίσεις κάποιον;» Ο Φιν άργησε να απαντήσει. Έσφιξε το κουτάλι μέσα στη χούφτα του.

«Ναι ναι…». Έμεινε για λίγο σιωπηλός

«Προσπάθησε να ξεφύγει. Προσπάθησα κι εγώ. Μετράνε την απόδοσή μου. Την ξέρουν. Τα πάντα  ξέρουν».  Έσκυψε λίγο προς το μέρος του.

«Αυτά τα «τζούκας» είναι πολύ καλύτερα από τα δικά μας. Είναι γρήγορα. Δεν αφήνουν τον στόχο να ξεφύγει δυστυχώς». Ο Ντέγιαν κατέβασε το βλέμμα στο πιάτο του. «Τζούκας» ονόμαζαν τα παιδιά τα drones. Ο Φιν ήταν από τους καλύτερους. Τα δάχτυλά του χόρευαν πάνω στα χειριστήρια, δίνοντας στο drone μια κίνηση σχεδόν αφύσικη. Γλιστρούσε πάνω στους καρτεσιανούς άξονες, βυθιζόταν στο πλάι, βουτούσε σαν τραυματισμένο πουλί και την επόμενη στιγμή εκτοξευόταν κατακόρυφα, περνώντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα ανάμεσα από εμπόδια, στενά τούνελ και τους φωτισμένους με LED κρίκους του αιωρούμενου λαβύρινθου.

«Εσύ;» ρώτησε τον Ντέγιαν

«Με έχουν ακόμη στην επιτήρηση και στην αναγνώριση προσώπων .»

«Δεν είσαι καιρό εδώ, γι’ αυτό». Ο Φιν έγνεψε αργά. Ο Ντέγιαν σήκωσε το βλέμμα και παρατήρησε μια ομάδα παιδιών που κάθονταν μόνα τους στην άκρη της αίθουσας. Ήταν μικρά, γύρω στα πέντε. Κάποια κρατούσαν το κουτάλι με περίεργο αδέξιο τρόπο, άλλα κουνούσαν τα πόδια τους κρεμασμένα από τις ψηλές καρέκλες Κανένα δεν μιλούσε.

«Αυτά τα μικρά τι είναι;» Ρώτησε ο Ντέγιαν. Ο Φιν ακολούθησε το βλέμμα του.

«Σπόρια».

« Έτσι τα αποκαλούν. Σπόρια. Θα γίνουν σαν εμάς». Ο Ντέγιαν τον κοίταξε ξανά.

«Τα εκπαιδεύουν από τώρα;»

«Ναι. Τα έχει αναλάβει ο Τακάσι». Ο Τακάσι ήταν ο παλαιότερος από όλους και ο ανώτερος στην ιεραρχία. Ευθυτενής και πειθαρχημένος, με εκείνη την αδιόρατη ιαπωνική αυστηρότητα που έμοιαζε να ξεκινά από τον τρόπο που στεκόταν, έφερνε στα χαρακτηριστικά του κάτι από τα γονίδια των γηγενών προγόνων του, των Jōmon. Βαθιά μάτια, βαριά βλέφαρα, πυκνά φρύδια και ένα αυστηρό σαγόνι, που ερχόταν σε παράξενη αντίθεση με την ήρεμη, σχεδόν τρυφερή φωνή του. Όταν μιλούσε, έκανε μια μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη υπόκλιση του κεφαλιού, σαν να ζύγιζε κάθε λέξη πριν την αφήσει να βγει από τα χείλη του. Ο Φιν έκανε μια μικρή παύση και κοίταξε γύρω του.

«Ο Τακάσι μου είπε ότι τον τρομάζουν.»

«Γιατί;»

«Επειδή δεν έχουν αναμνήσεις». Ο Ντέγιαν κοίταξε πάλι τα παιδιά. Ένα από αυτά έπαιζε μηχανικά με το κουτάλι του, κοιτάζοντας το κενό.

«Από πού;»

«Από έξω». Ο Φιν χαμήλωσε τη φωνή του. «Δεν θυμούνται τίποτα από τον κόσμο έξω. Ούτε σπίτια, ούτε γονείς, ούτε δρόμους. Τίποτα». Σταμάτησε για λίγο.

«Ο Τακάσι πιστεύει πως τα «σπόρια» γεννήθηκαν εδώ». Ο Ντέγιαν ένιωσε ένα κρύο ρίγος να διατρέχει την πλάτη του.

«Εδώ»; Ο Φιν έγνεψε.

«Ναι. Πιστεύει πως γεννήθηκαν γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό»

«Τον σκοπό» μουρμούρισε ο Ντέγιαν. Η Συνομοσπονδία μετρούσε ήδη δεκαπέντε χρόνια ζωής. Είχε γεννηθεί μέσα από μια εποχή αλλεπάλληλων κρίσεων, μιας σύντομης παγκόσμιας σύρραξης και ενός οικονομικού κραχ που είχε γονατίσει μικρές και μεσαίες χώρες. Παρουσιάστηκε ως η λύση στην αστάθεια. Μια ένωση που θα εξασφάλιζε οικονομική σταθερότητα, κοινή ασφάλεια και προστασία των πολιτών. Ο παππούς του, όμως, έλεγε πως τίποτα από όλα αυτά δεν είχε συμβεί ξαφνικά. Πριν ακόμη δημιουργηθεί η Συνομοσπονδία, είχε προετοιμαστεί το έδαφος. Μια σειρά νόμων είχαν υιοθετηθεί σταδιακά από δεκάδες χώρες. Νόμοι που, στην αρχή, παρουσιάζονταν ως αναγκαίοι για την προστασία των πολιτών και την αντιμετώπιση των κρίσεων. Τους είχαν δώσει μάλιστα ένα αθώο όνομα: «κοινή πολιτειακή διακυβέρνηση».

«Εκεί αρχίζουν όλα», του έλεγε ο παππούς του. «Όταν σου ζητούν να παραδώσεις λίγη ελευθερία για να σου προσφέρουν περισσότερη ασφάλεια». Ο Ντέγιαν θυμήθηκε τη φωνή του. Η υπακοή των πολιτών έγινε προϋπόθεση για την ασφάλεια. Υπάρχουν όμως  ακόμη χώρες και ομάδες ανθρώπων που αρνούνται να  «συνεργαστούν». Αυτούς έχει  βάλει στο στόχαστρο η Συνομοσπονδία και προσπαθεί να τους κάμψει με κάθε τρόπο. Ο Ντέγιαν κοίταξε ξανά τα παιδιά στην άκρη της αίθουσας. «Σπόρια… Παιδιά χωρίς αναμνήσεις» μουρμούρισε ο Ντέγιαν. Έσκυψε προς τον Φιν

«Δεν θέλουν απλώς καλούς στρατιώτες. Θέλουν  πολίτες  που να μην γνωρίζουν πώς είναι να είσαι ελεύθερος». Ο Φιν τον κοίταξε διαπεραστικά 

«Μπρίφα» (συνάντηση) είπε στη γλώσσα τους. «Αύριο στο μπάσκετ» συνέχισε. «Πες το στον Ματέο και τον Έρικ. Εγώ στον Τακάσι και στους άλλους». Το μπάσκετ ήταν 3 φορές στο εβδομαδιαίο πρόγραμμά τους. Έπαιζαν, γελούσαν και άγγιζαν ντροπαλά κάποιες εύθραυστες στιγμές ξεγνοιασιάς. Ο Φιν έδειχνε πειστικά  κεφάτος.

 –Ρε, πήρατε κι εσείς «Χαμαιλέοντα»;

–Ναι, ρε φίλε, είπε ο Ματέο. Οι περισσότεροι από τη δεκάδα έγνεψαν καταφατικά.

–Γαμάτο;

–Τι είναι,; Ρώτησε ο Ντέγιαν. Εγώ δεν πήρα 

–Αθόρυβο drone. Εντελώς αθόρυβο. Δεν έχει κανένα φως και είναι σχεδόν αόρατο. Παίρνει το χρώμα του ουρανού, των δέντρων γίνεται γκρίζο σαν τα κτίρια. Έκανε μια μικρή παύση και χαμογέλασε. Χαμαιλέοντας.

–Όχι ρε! Πλάκα κάνεις!

–Ναι. Θα χειρίζομαι τρία ταυτόχρονα, είπε ο Φιν.

–Κι εγώ δύο, πετάχτηκε ο Ματέο.

–Κι εγώ δύο, είπαν σχεδόν μαζί οι άλλοι. Το παιχνίδι είχε ήδη αρχίσει. Τα παιδιά, εκτός από τα drones, φαίνεται πως τα κατάφερναν και με την μπάλα. Ο Ματέο χώθηκε σε μια ντρίπλα του Φιν και, καθώς τα σώματά τους μπλέχτηκαν για μια στιγμή, του ψιθύρισε: «Νόρα» Την ίδια στιγμή, σηκώθηκε και φώναξε δυνατά

–Ανυπομονώ για την επίδειξη σε ένα μήνα! Και πήδηξε για το ριμπάουντ.

–Κι εγώ, ρε συ, είπε ο Φιν χαμογελώντας. Με τρεις Χαμαιλέοντες θα τους γαμήσω, είπε δυνατά. Πάρε τώρα ένα τρίποντο. Τίναξε τον κορμό του σαν ελατήριο, ξέφυγε από το μαρκάρισμα και πέταξε την μπάλα προς το καλάθι.

-Αυτή τη χρονιά θα είμαστε όλοι μαζί στην επίδειξη είπε ο Τακάσι. Θα είναι online  όπως πέρυσι. Βάλτε τα δυνατά σας μάγκες. Ντέγιαν μες την εβδομάδα παίρνεις κι εσύ το δικό σου χαμαιλέοντα και φεύγεις από την παρακολούθηση, έρχεσαι στους στόχους, μαζί μας .

Μέσα στα μαρκαρίσματα, στις φωνές και στα χτυπήματα της μπάλας, η λέξη «Νόρα» άρχισε να περνά από στόμα σε στόμα. Το παιχνίδι συνεχίστηκε. Σε κάθε ντρίπλα, σε κάθε σκριν, σε κάθε ριμπάουντ, περνούσε κι από μια λέξη ψιθυριστά, μέχρι που ολόκληρη η συζήτηση των παιδιών είχε κρυφτεί μέσα στον θόρυβο του παιχνιδιού.

………………………………………………………………….

Μίλια μακριά, η Νόρα ανοιγοκλείνει τα βαμβακένια βλέφαρά της και κοιτάει ανήσυχη γύρω της, μασουλώντας τα υπολείμματα από το προηγούμενο γεύμα της. Απέναντί της, στο ράφι του δωματίου, στέκεται  ένας μαύρος γυαλιστερός, κομψός πρόγονος του Χαμαιλέοντα, το πρώτο drone του Ματέο και στο πλάι του, δύο σειρές από παραταγμένα κύπελλα αγώνων. Όταν οι άνθρωποι της Συνομοσπονδίας άρχισαν να παρακολουθούν τους αγώνες, πολλά πράγματα  σταδιακά άλλαξαν. Οι πίστες μετατράπηκαν σε τεράστιες κατασκευές με κινούμενα εμπόδια, σταθερούς και κινούμενους στόχους, ενώ τα drones αντικαταστάθηκαν από νέα, τεχνολογικά προηγμένα μοντέλα, ταχύτερα, πιο ευέλικτα και εξοπλισμένα με λέιζερ.

Μια μέρα, στα πλαίσια της προπόνησης, διοργάνωσαν μια δοκιμασία της ομάδας με καθόλου ευκαταφρόνητο χρηματικό έπαθλο. Τους μετέφεραν σε μια άδεια αποθήκη, που είχε το θλιμμένο χρώμα των εγκαταλελειμμένων κτιρίων και τη συριγμώδη φωνή του οξειδωμένου σίδερου. Στο εσωτερικό της είχε στηθεί μια πίστα που έμοιαζε βγαλμένη από χολιγουντιανή ταινία. Η εντολή ήταν απλή: «Βρείτε τον στόχο και εξαλείψτε τον». Εκείνη τη μέρα, τα πρόσωπα των παιδιών είχαν πάρει το ροδαλό χρώμα της αδρεναλίνης. Τα δάχτυλά τους έσφιγγαν τα χειριστήρια και τα drones κινούνταν προσεκτικά, ιχνηλατώντας  τις λαβυρινθώδεις κατασκευές.

Από ένα πιθάρι στερεωμένο πάνω σε έναν ψεύτικο χλοοτάπητα, ξεπήδησε ένα χνουδωτό κουνελάκι με μια ασύμμετρη μουτζούρα στο ανήσυχο μουσούδι του και μια δεύτερη στο δεξί αυτί του. Αναστατωμένο από τον βόμβο των drones, άρχισε να τρέχει πανικόβλητο. Χωνόταν σε τούνελ, περνούσε μέσα από αλληλένδετα δωμάτια, χοροπηδούσε πάνω σε σκάλες και προσπαθούσε να ξεφύγει από τους φτερωτούς καταδιώκτες του. Τα παιδιά το ακολουθούσαν μέσα στις λαβυρινθώδεις κατασκευές ώσπου  κατάφεραν να το εγκλωβίσουν σε έναν χώρο χωρίς διέξοδο. Γύρω του υψώνονταν γυάλινα τοιχώματα. Το κουνελάκι, ζαλισμένο και τρομαγμένο, χτυπούσε πάνω τους, αναζητώντας απεγνωσμένα μια έξοδο. «Εξαλείψτε τον στόχο!» ακούστηκε η εντολή.

 Τα drones πήραν θέση, περικυκλώνοντας το ζώο, που είχε λουφάξει στο κέντρο του δωματίου. Αιωρούνταν ακίνητα σε κύκλο γύρω του, όταν ξαφνικά σαν να παρασύρθηκαν από μια αόρατη δίνη, άρχισαν να διαγράφουν ολοένα στενότερους κύκλους, σχηματίζοντας μια σπείρα που χαμήλωνε. Και τότε, άνοιξαν πυρ. Τα γυαλιά θρυμματίζονταν, κομμάτια από ψεύτικους τοίχους κατέρρεαν και το κουνελάκι έστεκε παγωμένο από τον τρόμο σαν  λούτρινο παιχνίδι ξεχασμένο στη μέση μιας κατεστραμμένης σκηνής. Σταμάτησαν για λίγο δίνοντας την ευκαιρία στο ζωάκι να πεταχτεί μέσα από το άνοιγμα, τρέχοντας χωρίς κατεύθυνση και αμέσως μετά συνέχισαν να βάλλουν εναντίον των τοίχων και των κατασκευών, ώσπου οι υπεύθυνοι όρμησαν οργισμένοι πάνω στα παιδιά και τους άρπαξαν τα χειριστήρια από τα χέρια.

Όταν ο Ματέο πήγε να πάρει το σακίδιό του, άκουσε ένα αδύναμο ξύσιμο στο ύφασμα. Έσκυψε, άνοιξε προσεκτικά το φερμουάρ και αντίκρισε το κουνελάκι κουλουριασμένο ανάμεσα στα πράγματά του. Το πήρε κρυφά μαζί του και το ονόμασε Νόρα.

………………………………………………………………….

Ο Ντέγιαν προσπαθεί, ανάμεσα στις παύσεις του λόγου του καθηγητή, να αφουγκραστεί ήχους από τον έξω κόσμο, όμως σήμερα υπάρχει μόνο μια απελπιστική σιωπή. Μια στενή λωρίδα φωτός πέφτει πάνω στο γραφείο του, αποκαλύπτοντας τον χορό αμέτρητων, αιωρούμενων μικροσκοπικών σωματιδίων σκόνης. Σηκώνει το βλέμμα προς τον φεγγίτη. Είναι σίγουρα μια από εκείνες τις μέρες που ο ουρανός έχει ντυθεί με άσπρα, ημιδιάφανα σύννεφα και οι πιο γενναίες ακτίνες του ήλιου καταφέρνουν να τα διαπεράσουν, σχηματίζοντας στενές δέσμες φωτός. Ο παππούς έλεγε πως αυτή η εικόνα ήταν ο φεγγίτης του ουρανού και πως, αν του ζητούσαν να ζωγραφίσει την ελπίδα, έτσι θα την έδειχνε, σαν λεπτές λωρίδες φωτός που ξεπηδούν μέσα από τα σύννεφα και φτάνουν στη γη. Μένει λίγο ακόμη να κοιτάζει ψηλά και ύστερα χαμηλώνει τα μάτια στο γραφείο του, ενώ η φωνή του καθηγητή συνεχίζει, ίδια, μονότονη και πιο ανούσια από ποτέ.

Αύριο είναι η μεγάλη μέρα της στρατιωτικής επίδειξης, η μέρα που η Συνομοσπονδία θα παρουσιάσει στον κόσμο την στρατιωτική υπεροχή της, τον οπλισμό της και φυσικά τα drones , την ακρίβεια , τη δύναμή τους και τη δυνατότητα να ανιχνεύουν και να εξαλείφουν στόχους. Ο Ντέγιαν απλώνει το χέρι του μέσα στη λωρίδα φωτός που αγγίζει το γραφείο του, σαν να ζητιανεύει  λίγη από την ελπίδα που ο παππούς του  έβλεπε στον ουρανό. Το φως γεμίζει  αθόρυβα την εφηβική παλάμη και η αυριανή μέρα αρχίσει ήδη να χαράζει το περίγραμμά της.

Τα εννιά παιδιά κάθονται γύρω από το κυκλικό γραφείο του κέντρου επιχειρήσεων. Πίσω από το γυάλινο χώρισμα, ο Τακάσι, υπεύθυνος της ομάδας, συντονίζει το λογισμικό, ελέγχει τις κάμερες και παρακολουθεί κάθε κίνηση. Η επίδειξη έχει ήδη  αρχίσει και σε λίγο έρχεται η σειρά τους. Τα drones απογειώνονται. Στις οθόνες, στρατιωτικοί με άψογες στολές παρουσιάζουν τις δυνατότητές τους. Την ίδια στιγμή, στο σπίτι του Ντέγιαν, ο παππούς αρνείται να κοιτάξει. Βαδίζει νευρικά στο σαλόνι, με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη. «Μίλησα με τον Ντέγιαν χθες, πατέρα. Είπε να είσαι περήφανος για εκείνον». Ο παππούς σταματά και σηκώνει το αυλακωμένο μέτωπό του. «Τι είπε;»

Το έχει ακούσει, αλλά το ρωτά ξανά. Χωρίς να περιμένει απάντηση, κάθεται μπροστά στην οθόνη.

Δεκαοκτώ drones. Δεκαοκτώ στόχοι. Ένα έντρομο πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι ενός αυτοκινήτου, ένας άντρας που κάνει τζόκινγκ, μια γυναίκα με το χέρι ενός παιδιού μέσα στην παλάμη της. Μίλια μακριά, η Νόρα ανοιγοκλείνει τα βαμβακένια βλέφαρά της, μία σταγόνα ιδρώτα στέκεται στο μέτωπο του Ντέγιαν. Τα drones τρεμοπαίζουν, παρασύρονται, στριφογυρίζουν σε περιδίνηση, οι εικόνες στις οθόνες ζαλίζουν, ο παππούς σφίγγει τις γροθιές του. Τα drones πέφτουν.

Ένα, δύο…δεκαοκτώ. Στην οθόνη, το πρόσωπο ενός παιδιού που σηκώνει έναν «χαμαιλέοντα». Το λογισμικό σύνδεσης σβήνει. Μαύρο.

Κρότος.

Η Νόρα αναπηδά, η  πόρτα συντρίβεται, ένοπλοι εισβάλλουν στο θάλαμο επιχειρήσεων, ο παππούς πετάγεται όρθιος.

«Ντέγιαααν!»

Πριν από λίγες ημέρες έφυγε από τη ζωή ο Σπύρος Χαλβατζής, ένα ιστορικό στέλεχος του ΚΚΕ, αλλά ταυτόχρονα και ένα από τα πιο αγαπητά, που έχαιρε της αποδοχής και της της εκτίμησης ανθρώπων όλου σχεδόν του πολιτικού φάσματος

Με αφορμή το θάνατό του, πολλοί μίλησαν για αυτόν, με ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια, σχεδόν στα όρια της μυθοποίησης ή της αγιοποίησης,  κατανοητό βέβαια αυτό στο βαθμό που άδολα και με ειλικρίνεια ήθελαν να τονίσουν την αναμφίβολη αγωνιστικότητα, ανυστεροβουλία και σεμνότητά του

Ο γιος του Αλέκος, αντίθετα, στον επικήδειό του, επέλεξε να ξεφύγει από τα συνηθισμένα και να μη μιλήσει με αυτό τον τρόπο αλλά αντίθετα να καταδυθεί στις ουλές του αγωνιστή, στις ανοιχτές πληγές της μνήμης, στα βουβά αισθήματα και στα ανείπωτα. Ένα κείμενο που, εκτός από πολιτικό – είναι βαθιά ανθρώπινο και μεταφέρει, πέρα από το φαίνεσθαι, τη συναισθηματική ζωή των οικογενειών όλων αυτών των ανθρώπων που πέρασαν όλη τους τη ζωή στην ιδεολογική στράτευση και στους πολιτικούς διωγμούς. Ένα κείμενο που αξίζει να διαβαστεί για πολλούς λόγους

------------------------------------------------------------

Θέλω να ευχαριστήσω ξανά, εκ μέρους όλης της οικογένειας, τους γιατρούς, νοσηλευτές, και κάθε εργαζόμενο/η στα δημόσια νοσοκομεία που τον φρόντισαν. Πρώτα απ’ όλα στο Ιπποκράτειο, το Νοσοκομείο Χανίων, και την Αγία Όλγα όπου νοσηλεύτηκε 5 φορές για σχεδόν 3 μήνες συνολικά, τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Ξέρουμε τους απαράδεκτους όρους με τους οποίους δουλεύουν και οφείλουμε να επισημαίνουμε ξανά και ξανά την προσπάθεια, τη φροντίδα, ακόμα και την τρυφερότητα που, πραγματικά, πολλές φορές επιδεικνύουν.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Ειρήνη και τον Αντρέα φίλους και γιατρούς, που, ξεπερνώντας κατά πολύ ό,τι επιβάλλει το καθήκον ή ο όρκος στον Ιπποκράτη, στάθηκαν όποτε χρειάστηκε, ό,τι ώρα και αν ήταν, στο πλάι του και στο πλάι μας εδώ και πάνω από 1,5 χρόνο.

Τον Φάνη που τον σήκωσε στα πόδια του τον περασμένο Δεκέμβρη με ενάμιση μήνα φυσικοθεραπεία και που προσπάθησε, ακόμα και τώρα, τις 3 μέρες που ξαναβγήκε από το νοσοκομείο, να κάνει ό,τι ήταν δυνατό.

Θέλω ξεχωριστά να ευχαριστήσω τη Μζία, μια από τα εκατομμύρια των γυναικών που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Γυναίκες που πολλές φορές ζουν επί δεκαετίες όχι μόνο σε ξένο τόπο αλλά και σε ξένο σπίτι.

Μια μάνα που η ζωή τη χτύπησε με το χειρότερο τρόπο, αλλά παραμένει τρυφερή, χαμογελαστή και χρυσοχέρα, φροντίζοντας τη μάνα μου και τον πατέρα μου ακόμα και αφού εκείνος έκλεισε τα μάτια.

Αν είχαμε την τύχη να βρεθούμε μαζί της νωρίτερα, η σημερινή μας μάζωξη μάλλον θα αργούσε ακόμα. Αν από την άλλη δεν είχαμε βρεθεί, ούτε μπορώ να φανταστώ πως θα είχαμε περάσει τους τελευταίους μήνες.

Στο τέλος, για την Ξανθή μια αγκαλιά ακόμα, και τα άλλα τα ξέρει εκείνη καλύτερα.

***

Για τον πατέρα μας τώρα

Όπως τραγουδάει και ένας συνονόματος μου, ανάμεσα σε άλλες μαντινάδες:

«Τον αντρειωμένο μην τον κλαις μηδέ κι αν ξαστοχήσει,

και αν ξαστοχήσει μια και δυο, πάλι αντρειωμένος θα ‘ναι»

Δεν το λέω για να επικεντρώσω στην αντρειοσύνη.

Δεν αμφιβάλω καθόλου ότι ο πατέρας μου ήταν πραγματικά γενναίος άνθρωπος. Δεν ήταν όμως ο μόνος. Στη γενιά του ήταν και άλλοι αντρειωμένοι και άλλες αντρειωμένες. Ας μιλήσουν λοιπόν για αυτό όσοι και όσες ήταν εκεί και μπορεί να ξέρουν καλύτερα.

Εγώ την έμφαση εδώ τη δίνω στο «ξαστοχήσει».

Στην εκκλησία, στην αντίστοιχη διαδικασία, ο παπάς λέει:

ὅτι οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος, ὃς ζήσεται καὶ οὐχ ἁμαρτήσει·

Δε θέλω να με παρεξηγήσετε. Ο πατέρας μου ήταν καλός, πολύ καλός, ξεχωριστός: άνθρωπος, πατέρας, αγωνιστής, κομμουνιστής-επαναστάτης.

Πολλοί και πολλές του χρωστάμε πολλά. Και είναι συγκινητικά όσα γράφονται εδώ και 3 μέρες, και όσα έχουμε ακούσει προφορικά για αυτόν από αμέτρητους ανθρώπους όσο ακόμα ζούσε.

Κάποιοι λίγοι, αναμφίβολα, ήταν απλώς υστερόβουλοι κόλακες, κάποιοι γενικώς γλειψιματίες, αμέτρητοι εξέφραζαν έναν άδολο θαυμασμό λόγω του γενικότερου κλίματος χωρίς απαραίτητα να έχουν ιδία πείρα. Υπάρχουν όμως, όπως φαίνεται, πολλές δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι που τον εκτίμησαν ειλικρινά και κάποιοι που τον αγάπησαν πραγματικά.

Πολλοί γράφουν για την ανθρωπιά και τη λαϊκότητά του (όπως την εννοεί καθένας). Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ο κίνδυνος μιας μυθοποίησης που τελικά του προσδίδει, έστω ακούσια, μεταφυσικές διαστάσεις, αποσπά τον άνθρωπο από το ανθρώπινο, τον κάνει εικόνισμα ή σκήνωμα αγίου, και εγώ θέλω, όσο μπορώ, να σας κάνω να καταλάβετε καλύτερα όχι μόνο τον πατέρα μου αλλά και τον δημόσιο Σπύρο.

Αφενός γιατί τελικά είναι πιο θαυμαστός ο άνθρωπος όταν κατανοούμε κάτι παραπάνω από το βάθος, τη συνθετότητά του και τις αντιφάσεις του – πέρα από τα σχήματα, τα στερεότυπα και τις επευφημίες. Αφετέρου γιατί ΜΟΝΟ η ΑΛΗΘΕΙΑ, και ΟΛΟΚΛΗΡΗ, είναι ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ.

Δε θέλω ούτε μπορώ εδώ να επαναλάβω, να συμπληρώσω ή να επικυρώσω όσα όμορφα έχουν γραφτεί.

Όμως σίγουρα, ο πατέρας μας σφράγισε θετικά τη ζωή αμέτρητων ανθρώπων είτε με την άμεση προσωπική τους επαφή, είτε με την άμεση πολιτική δράση του, είτε έμμεσα, καθοδηγώντας, διαμορφώνοντας και συνδιαμορφώνοντας αποφάσεις, κατευθύνσεις και, ακόμα περισσότερο, το κλίμα της εσωοργανωτικής λειτουργίας. Υπήρξε, νομίζω, ο πιο επιδραστικός (που λένε και στις μέρες μας) γραμματέας της πιο επιδραστικής ΚΝΕ. Και μόνο αυτό επηρέασε άμεσα τις ζωές εκατοντάδων χιλιάδων νέων ανθρώπων. Κάποιος έχει αναφερθεί στην ΚΝΕ της εποχής του ως τη Μεγάλη του Γένους Σχολή με πρύτανη το Σπύρο και δήλωνε περήφανος που αποφοίτησε και εκείνος από αυτή.

Μέχρι και πρόσφατα όλοι χαίρονταν να τον συναντούν. Να μιλούν μαζί του στους σχεδόν απέλπιδους καιρούς που ζούμε. Και εκείνος απαντούσε πάλι: «Αντέχουμε», «θα τα καταφέρουμε», «περάσαμε και πιο δύσκολα», «στο τέλος θα νικήσουμε», για να στηρίξει τους άλλους, να δώσει κουράγιο.

Και όλοι έλεγαν: «ο Σπύρος είναι μαχητής», «αλύγιστος», «αντέχει».

Και εδώ τραβάω μια γραμμή. Γιατί όταν οι, δύο πλέον, πιο σημαντικοί και αγαπημένοι σου εχέφρονες ενήλικες σου ζητούν κάτι, οφείλεις να το σκεφτείς πολύ καλά. Όμως, από την άλλη, μια φορά κηδεύει ο καθένας τον πατέρα του. Άλλο είχα γράψει, και τώρα θα το πω αλλιώς.

Έλεγαν λοιπόν, όσοι και όσες επικοινωνούσαν μαζί του: «αντέχει ο Σπύρος», «είναι μαχητής», «αλύγιστος».

Όμως πάνε κοντά 20 χρόνια που ο πατέρας μας δεν ήταν καλά. Μου είπαν ότι γιατρός δεν είμαι για να κάνω εγγυημένες διαγνώσεις. Αλλά αυτή η κατάσταση βάρυνε πολύ, και πριν ακόμα εντοπιστεί ο καρκίνος, στις αρχές του 2010. Φυσικά, ποτέ εκείνος δεν το παραδέχτηκε και δεν το έψαξε για να το αντιμετωπίσει.

Κάποιοι, κάποιες μπορεί να ξαφνιάζεστε, κάποιοι μπορεί να εξεγείρεστε με αυτή την «ύβρι», όμως αυτή είναι η αλήθεια και την ξέρουμε εμείς που τον ζούσαμε στο σπίτι του. Για τη διάθεση και την ψυχολογία του μιλάω.

Δε μπορούσε όμως να το αποδεχτεί ή έστω να το παραδεχτεί, ακόμα και σε εμάς. Και έτσι ποτέ δεν το αντιμετώπισε.

Δεν είναι καθόλου εύκολο, αν κάποιος δεν έχει ζήσει όχι μόνο την εποχή του αλλά και τις συγκεκριμένες συνθήκες, να καταλάβει πώς διαμορφώθηκε ο πατέρας μου και άλλα παιδιά σε αντίστοιχη θέση τις δεκαετίες του ‘40 και του ‘50.

Ο πατέρας μου γεννήθηκε 29 Οκτώβρη του ’47, πέμπτο παιδί. Ο δικός του πατέρας, ο μπάρμπα Μανώλης, τον είδε πρώτη φορά, πριν ακόμα το βρέφος σαραντίσει, στην αγκαλιά της γυναίκας του, της κυρά Ζωίτσας, σε επισκεπτήριο σε κάποιο Τμήμα Μεταγωγών και αμέσως τον έστειλαν στη Μακρόνησο, απ’ όπου γύρισε μετά από χρόνια με τους τελευταίους.

Ο πατέρας μου έμαθε να μιλάει, να περπατάει, νομίζω άρχισε και σχολείο, με έναν πατέρα ιδεατό και μια μάνα που μεγάλωνε μόνη 5 παιδιά. Με τραχανά που τον λέγανε ξάδερφο, γιατί ήταν κάθε μέρα σπίτι. Και με ξερό ψωμί, γιατί αν έβγαινε το φρέσκο στο τραπέζι, δε θα φτούραγε. Και γάλα από μια κατσίκα, που, όταν αρρώστησε και ψόφησε έναν βαρύ χειμώνα, τη θάψανε στο χωμάτινο πάτωμα της κουζίνας, γιατί έξω το έδαφος ήταν παγωμένο, και την κλάψανε σαν παραμάνα τους, γιατί δεν ξέρανε πότε θα ξαναπιούνε γάλα.

Και δεν ήταν μόνο η φτώχεια. Ήταν ο φόβος των ανθρώπων που έκανε και συγγενείς ακόμα να αλλάζουν πεζοδρόμιο, όταν τους βλέπαν από μακριά, για να μη στιγματιστούν.

Πιο πολύ ήταν το βίωμα ότι δεν αποκαλύπτουμε καμιά αδυναμία μας, κανένα πρόβλημά μας, γιατί ο αντίπαλος θα το εκμεταλλευτεί. Το καταπίνουμε, χαμογελάμε και θα τα καταφέρουμε. Μιλάμε μόνο για τα απαραίτητα, γιατί όσο περισσότερα ξέρουν οι κακοί, τόσο πιο ευάλωτοι γινόμαστε. Βοηθάμε όλους, αλλά εμείς δε “φορτωνόμαστε” σε κανέναν.

Βέβαια αυτοί οι κανόνες ήταν που τους επέτρεψαν να περάσουν μέσα από φωτιά και από σίδερο και να μην υποταχτούν, να σταθούν περήφανοι και όρθιοι. Είχαν όμως κόστος μεγάλο.

Έτσι έφτασαν σ’ εμάς, 35-40 χρόνια μετά, οι διηγήσεις οι γεμάτες ηρωισμό και επικά κατορθώματα για τους χαλκέντερους κομμουνιστές που όλα τα καταπίνουν χωρίς να πάθουν τίποτα: αλεξίσφαιροι, τεφλόν…

Και έπρεπε να περάσουν χρόνια για να συνειδητοποιήσουμε ότι μαζί με τον ηρωισμό και τα κατορθώματα υπήρχαν και βαριές λαβωματιές, που όχι μόνο αφήνουν ουλές αλλά, πολλές φορές, μένουν πληγές κουκουλωμένες και κακοφορμίζουν για δεκαετίες στις ψυχές των ανθρώπων.

Όχι, ο πατέρας μας, ευτυχώς για κείνον και για μας, με κάποιο περίεργο τρόπο, δεν είχε κακοφορμισμένες πληγές μέσα του.

Ποτέ όμως δεν κατάφερε ούτε και με μας τα παιδιά του, ακόμα και όταν μεγαλώσαμε και το ζητήσαμε, να μιλήσει για το τι τον δυσκολεύει, τι τον προβληματίζει. Και δε μιλάω εδώ για τα κομματικά απόρρητα, αλλά για προβλήματα προσωπικά, υπαρξιακά, οικογενειακά.

Και δεν ήταν μόνο η περιφρούρηση ή η αντιμετώπιση της ψυχικής διαταραχής (ή έστω δυσφορίας) ως ταμπού. Ήταν επιπλέον και μια μεταφυσική πεποίθηση (που κληρονόμησα και εγώ και μαζί της παλεύω χρόνια) ότι «η ατσάλινη θέληση» του κομμουνιστή, «η συνειδητή του βούληση» μπορεί να νικάει τα πάντα.

Ποτέ απ’ τον πατέρα μου δεν έλειψε το συναίσθημα. Βούρκωνε με μια απαγγελία, έσπαγε η φωνή του και έκλαιγε σε κηδείες, γελούσε με την ψυχή του, χαμογελούσε ανεπιτήδευτα, αγαπούσε «με πάθος» (μια λέξη που έμαθα πολύ μικρός σε μια από τις αμέτρητες διηγήσεις του που δεν έχουν καταγραφεί).

Όμως ήταν λες και το συναίσθημα είναι μόνο για καλό. Και όλα τα δύσκολα συναισθήματα μπορούμε απλώς να τα καταπνίξουμε και να τα εξαφανίσουμε με τη θέληση και με τη λογική.

Ναι, όταν είσαι 19 χρονών και αντιμετωπίζεις φυλακή, βασανιστήρια, εξορία, αλλά είναι: οι καλοί από εδώ, οι κακοί από εκεί, όταν υπάρχει οργάνωση και σχέδιο και κανόνες, τότε μαζεύεις τις δυνάμεις σου και αντέχεις και 3, και 5, και 6 χρόνια.

Ναι, όταν είσαι 25 και 30 και 50 χρονών και νιώθεις την αποδοχή, τον έπαινο και την αγάπη των συντρόφων σου, του Κόμματος και των απλών ανθρώπων. Όταν νιώθεις την ηθική ικανοποίηση ότι «κάνω ό,τι μπορώ και πιάνει τόπο» μπορείς να καταπίνεις τα φαρμάκια της ζωής αμάσητα χωρίς να δηλητηριαστείς.

Όταν όμως έχεις μεγαλώσει, όταν οι φυσικές αντοχές έχουν περιοριστεί, όταν τα πράγματα έχουν δυσκολέψει και η κατάσταση δεν είναι πια τόσο άσπρο-μαύρο. Όταν δεν πιάνουν πια οι αφορισμοί: «οι επαναστατικές δυνάμεις προελαύνουν», «κοντοζυγώνει η ώρα της λευτεριάς», «θα νικήσουμε». Τότε κάπου μπλοκάρει το πράμα, οι δυνάμεις σου δεν είναι ανεξάντλητες. Και αν δε μπορείς να μοιραστείς έστω το συναίσθημά σου, έστω να παραδεχτείς ότι δυσκολεύεσαι. Αν ακόμα και μπροστά στα ενήλικα παιδιά σου δεν μπορείς να βγάλεις την πανοπλία που κόλλησε πάνω σου από παιδί και να πεις έστω «δεν είμαι καλά», «δεν ξέρω τι να κάνω», «δυσκολεύομαι». Έστω και αν δεν πεις τι είναι αυτό που σε δυσκολεύει, τότε πώς να αντέξεις;

Αυτό βέβαια ο πατέρας μου δεν άφηνε να το διακρίνει κανείς τρίτος εύκολα.

Και οι περισσότεροι άνθρωποι, έχοντας ήδη αποδώσει στο Σπύρο μυθική και υπεράνθρωπη υπόσταση, καλοπροαίρετα μάλλον, έλεγαν ακόμα και τους τελευταίους μήνες: «ο Σπύρος αντέχει», «είναι μαχητής», «έχει περάσει τόσα και χειρότερα».

Ναι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αντέχει άλλα τόσα, ούτε ότι περνάει καλά όσο αντέχει.

Και ο γάιδαρος του Χότζα εκπαιδεύτηκε να μην τρώει, και πάνω που έμαθε να ζει χωρίς φαΐ, κοίτα να δεις, το ‘φερε η τύχη και ψόφησε.

Δεν τα λέω αυτά για να τον ψέξω.

Ασφαλώς είναι μεγάλη η πίκρα που δεν μπορέσαμε ούτε εμείς να τον βοηθήσουμε παραπάνω να ανοιχτεί, ούτε εκείνος το κατάφερε.

Θα μπορούσαν να είναι πολύ πιο χαρούμενα αυτά τα τελευταία χρόνια και για αυτόν και για τη μάνα μας και για μας.

Θα μπορούσαν να είναι πιο δημιουργικά.

Και σίγουρα το σημερινό μας αντάμωμα θα αργούσε ακόμα.

Η ζωή μας, η δική μου και του αδερφού μου, ως παιδιά και έφηβοι αλλά και μετά, δεν ήταν τυπική.

Αφενός γιατί, έτσι και αλλιώς, δεν είναι τυπική η ζωή κάθε μέλους μιας οικογένειας κομμουνιστών. Αφετέρου γιατί, όταν υπάρχει κάποιος αναγνωρίσιμος στην οικογένεια, τα βλέμματα στρέφονται προς όλα τα μέλη της.

Εμείς φυσικά δε μεγαλώσαμε με την πείνα, το κρύο και το χωροφύλακα όπως ο πατέρας μου και τα αδέρφια του.

Το κλίμα όμως της ευθύνης, της επαγρύπνησης και της περιφρούρησης ήταν κάτι που δεν το διδαχτήκαμε απλώς από μικροί, ήταν κάτι μέσα στο οποίο γεννηθήκαμε.

Ούτε θυμάμαι πότε πρωτοάκουσα το ρητό «Η γυναίκα του Καίσαρα δεν πρέπει μόνο να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται τίμια». Γιατί ήταν πάντα δεδομένο ότι θα κάνουμε το σωστό. Το θέμα είναι ότι έπρεπε επιπλέον να προσέχουμε, γιατί το σωστό μπορεί να παρεξηγηθεί καλοπροαίρετα ή να διαστρεβλωθεί κακοπροαίρετα.

Μάθαμε τον κόσμο, πριν ακόμα πάμε σχολείο, ξεφυλλίζοντας αρχικά και διαβάζοντας αργότερα όχι τα Μικι Μάους αλλά τα άλμπουμ με τα σκίτσα του Στάθη. Ξέραμε, πριν πάμε σχολείο, για τα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού στο Βιετνάμ, στη Γρενάδα και στη Νικαράγουα, αλλά δεν είχαμε ακούσει για τις δυσκολίες και τις τριβές που υπάρχουν στα σόγια εκατέρωθεν (όπως και σε κάθε σόι). Πιστεύαμε ότι όλοι οι γλυκομίλητοι ήταν φίλοι, ότι όποιος προσφωνείται «σύντροφος» είναι καλός.

Από υλικά αγαθά και υπηρεσίες δε μας έλειψε ποτέ κάτι ουσιαστικό: υγεία, βιβλία, γυμναστική, διακοπές είχαμε, αλλά ό,τι θεωρούνταν πολυτέλεια περνούσε από 40 κόσκινα.

Ήμασταν μάλλον οι τελευταίοι στον ευρύτερο κύκλο που πήραμε ΙΧ αυτοκίνητο, έγχρωμη τηλεόραση, να μη μιλήσω για βίντεο. Ενώ υπολογιστή, που διορατικά θεωρήθηκε όχι νεοπλουτισμός αλλά εργαλείο, πήραμε πριν από όλα αυτά.

Παράλληλα όμως ποτέ δε μας είπαν (μέχρι που αργότερα το ψάξαμε επίμονα εμείς) πώς πρακτικά τα βγάζει πέρα η οικογένεια. Αν λείπουν ή περισσεύουν τα λεφτά.

Αυτή η ρομαντική αθωότητα έχει το κόστος της αλλά μας έκανε και αυτούς που είμαστε και δεν την απαρνιέμαι.

Θέλω να το ξαναπώ. Τόσο εγώ όσο και ο αδερφός μου νιώθουμε τυχεροί για την οικογένειά μας.

***

Έγινε ήδη πολύς λόγος για το 3ο, τελευταίο βιβλίο του πατέρα μας που μόλις κυκλοφόρησε. Έχω διαβάσει εκθειαστικές κριτικές. Δεν τις αμφισβητώ. Και σίγουρα θα κάνει καλό να διαβαστεί το βιβλίο.

Έτσι και αλλιώς εγώ προς το παρόν του έκανα μια πρώτη ανάγνωση στο μισοσκόταδο του νοσοκομειακού θαλάμου.

Επειδή όμως έχω μελετήσει εξαντλητικά όλα τα προσχέδια που είχε ξεκινήσει να ετοιμάζει εδώ και πάνω από 7-8 χρόνια και τα είχαμε συζητήσει επανειλημμένα, είμαι υποχρεωμένος να πω κάποια πράγματα.

Μεγάλωσα με τις ιστορίες του πατέρα μου. Ποτέ αυτές δεν απευθύνονταν διδακτικά σε εμάς. Απλά ανταλλάσσονταν με άλλες ιστορίες σε φιλικά τραπέζια ή με κάποια άσχετη αφορμή. Λέγονταν με τρόπο χιουμοριστικό, γλαφυρό, αυτοσαρκαστικό, σκωπτικό. Χαιρόσουν να τις ακούς και να τις ξανακούς. Μπορεί να ήταν αναμνήσεις από στιγμές τρυφερές, ευχάριστες, αστείες ή, αντίθετα, αμείλικτα σκληρές και απάνθρωπες. Στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου, κρίσιμες, που όμως ποτέ δε μας έπνιγαν ούτε τις βαριόμασταν. Τις θυμάμαι από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Τις άκουγες και, παρότι ήταν σε πρώτο πρόσωπο, και παρότι, όταν τις καλοσκεφτείς, περιέχουν και ηρωισμό, και ευθύνη και προσφορά, ποτέ δεν ακούγονταν ως περιαυτολογία ή καύχημα.

Παρ’ όλα τα μαρξιστικά διαβάσματα και τα συνδικαλιστικά ακτίφ και ιδεολογικά μαθήματα για την τακτική και τη στρατηγική που έχω παρακολουθήσει, αυτές οι ιστορίες είναι που με έμαθαν, πριν μάθω γράμματα, τι σημαίνει λαϊκός αγωνιστής, επαναστάτης. Κομμάτι από τη σάρκα του λαού, αναπόσπαστο. Που κι αν διαφέρει από το μέσο άνθρωπο, δε διαχωρίζεται, δεν ανεβαίνει σε βάθρο. Δεν του απευθύνεται με τη ντουντούκα. Από αυτές μάθαμε τι σημαίνει πραγματικά, ανθρώπινα, αλληλεγγύη και νοιάξιμο. Πώς το ατομικό καλό και το συλλογικό δεν μπορούν να διαχωριστούν.

Ο πατέρας μας επέστρεφε σε αυτές τις ιστορίες όχι για να καυχηθεί, αλλά, νομίζω, γιατί από αυτές έπαιρνε δύναμη, σαν τον Ανταίο στην επαφή του με τη γη.

Και ακόμα περισσότερο όταν οι κομματικές χρεώσεις όλο και πιο πολύ δεν του επέτρεπαν αυτή την άμεση καθημερινή βιωματική επαφή με το λαό.

Μην παρεξηγηθώ, δε λέω ότι το στέλεχος –γενικά, και πολύ περισσότερο ο πατέρας μας– είναι, σώνει και ντε, ξεκομμένο.

Άλλο όμως η περιοδεία ή η σύσκεψη, και άλλο ο καθημερινός κοινός μόχθος μαζί με τους εργαζόμενους στο χώρο δουλειάς.

Και να που τα τελευταία χρόνια που η διάθεσή του όλο και βάραινε, οι ιστορίες δεν έβγαιναν με την ίδια αβίαστη φυσικότητα όπως παλιά.

Ο πατέρας μας προβληματίστηκε πολύ όταν έγραφε το βιβλίο.

Καταλαβαίνω ότι η αρχική του πρόθεση ήταν να καταγράψει όσο περισσότερες από αυτές τις ιστορίες.

Όμως τον περιόρισαν πολύ βασικά δυο παράγοντες:

Ένα, θεωρούσε ότι η εξιστόρησή τους σε πρώτο πρόσωπο θα φαινόταν ως περιαυτολογία.

Δυο, το γεγονός ότι δε θα μοιράζονταν προφορικά σε ένα φιλικό κύκλο αλλά θα γράφονταν σε χαρτί και θα γίνονταν δημόσιες του δημιούργησε ένα τεράστιο βάρος ευθύνης.

Το αποτέλεσμα είναι αμέτρητες ιστορίες μάλλον επειδή του φάνηκαν πιο προσωπικές και καθημερινές, όχι τόσο πολιτικές, να μην περιληφθούν. Και οι υπόλοιπες που περιλήφθηκαν είναι γραμμένες πολλές φορές με μια αμηχανία ή φαινομενική αποστασιοποίηση, που δεν έχει καθόλου να κάνει με εκφραστική αδυναμία του πατέρα μας, αλλά με τη συστολή της ευθύνης που περιέγραψα παραπάνω.

Ο πατέρας μας, είχε αφήσει το χειρόγραφο αδρανές εδώ και πολλά χρόνια, λόγω και της αφοσίωσής του, όλο και περισσότερο, στη φροντίδα της μητέρας μας, που αντιμετωπίζει και εκείνη τα δικά της σοβαρά προβλήματα. Το προχώρησε βιαστικά όταν, όπως προανέφερα, πρακτικά νεκραναστήθηκε στην αρχή του 2026, μετά την προτελευταία νοσηλεία του. Και μάλλον υπό το φόβο ότι αλλιώς δε θα προλάβει. Όμως δυστυχώς οι δυνάμεις του ήταν πολύ περιορισμένες για να συμβάλει ουσιαστικά στην όποια επιμέλεια έγινε.

Ξαναλέω, δεν αποτρέπω κανέναν να διαβάσει το βιβλίο, το αντίθετο. Απλά καταγράφω την πίκρα μου που δεν αποτυπώθηκε καλύτερα όλος αυτός ο πλούτος.

Μακάρι να καταφέρουμε στο άμεσο μέλλον, από μνήμης, από σημειώσεις και καταγραφές, διασταυρώνοντας μαρτυρίες να μαζέψουμε και να δημοσιεύσουμε εμείς τα παιδιά του κάποιες έστω από αυτές τις ιστορίες.

Πέρα από τα καλά που γράφτηκαν, έχουν ήδη πέσει στην αντίληψή μας και κάποιοι λίγοι που ήδη ερίζουν για την «ιδιοκτησία» της μνήμης Σπύρου Χαλβατζή. Σε ποιον ανήκει και ποιος δικαιούται να μιλάει για αυτόν. Φυσικά δεν είναι της ώρας να ανοίξει αυτή η κουβέντα. Και φυσικά υπάρχουν ανοησίες που δεν χρήζουν καν απάντησης.

Παρά, λοιπόν, την κατάθλιψη του πατέρα μας εδώ και πολλά χρόνια, όσοι και όσες τον γνώριζαν ξέρουν ότι, παρά τις βαριές ευθύνες και τη μεγάλη υπευθυνότητά του, ήταν άνθρωπος με χιούμορ, με χαμόγελο, πειραχτήρι (πάντα με αγάπη και σεβασμό).

Κλείνοντας αυτές τις παρεμβάσεις, θα ακούσουμε τον ίδιο σε μια από τις λίγες πραγματικά χαρούμενες στιγμές των τελευταίων χρόνων. Ήταν πριν ενάμιση χρόνο, 2 βδομάδες πριν το θάνατο του αδερφού του, Λαοκράτη. Ένα γεγονός που τον συγκλόνισε και μάλλον αποτέλεσε την τελευταία αφορμή για να πάρει την κάτω βόλτα, με το πρώτο πνευμονικό οίδημα και τη νοσηλεία. Είχαμε πάει μετά από πολλά χρόνια στην πατρίδα του, την Κοζάνη, τις Απόκριες. Είχαμε ταξιδέψει όλη η οικογένεια μαζί, με ένα νοικιασμένο βανάκι για την παρέα, αλλά και για να τον αποτρέψουμε διακριτικά από το να οδηγήσει το δικό του αυτοκίνητο. Ήταν η τελευταία φορά που επέστρεψε στην πατρίδα του και η μοναδική με τα εγγόνια του.

Είχαμε πάει στο Φανό, ένα έθιμο με διονυσιακές ρίζες, όπου σε κάθε γειτονιά στήνεται μια φωτιά και τραγουδιόνται αντικριστά από έναν πρωτοχορευτή και τον χορό σκωπτικά, αυτοσχέδια τραγούδια. Αμέσως πριν, είχαμε επισκεφτεί την 100χρονη θεία του, τη γιαγιά Τασίτσα. Τυφλή, αλλά με τα μυαλά 400, μας έλεγε ιστορίες για τη μάνα του και τον πατέρα του. Ο πατέρας μου είχε γονατίσει δίπλα της, της κρατούσε το χέρι και την άκουγε γαληνεμένος, σαν παιδάκι. Και μετά τα κεράσματα βγήκαμε έξω και βρέθηκε με τον παιδικό του φίλο, Κώστα, με τον οποίο είχαν μοιραστεί στα πέτρινα χρόνια κυριολεκτικά ψωμί και αλάτι. Εκείνος ήταν ο βασικός οργανωτής του Φανού «παρταλόπ’λα του Αι-Δημήτρη» (παρταλόπ’λα είναι τα παιδιά που φοράνε παρτάλια, κουρέλια γιατί ο Αη-Δημήτρης ήταν φτωχογειτονιά). Ο πατέρας μας, κρατώντας από το ένα χέρι τον φίλο του και από το άλλο τον 6χρονο εγγονό του, τραγούδησε το αγαπημένο του αποκριάτικο τραγούδι «πέντε αδέρφια ήμασταν και τα πέντε παλαβά, εγώ ήμαν το μικρότερο και απ’ όλα παλαβότερο»

Μία ιστορική ημέρα ξημερώνει αύριο για τη Ραφ Τάουν. Μετά από δεκαετίες ολονυκτιών, παρακλήσεων και δεήσεων ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να έρθει η αστική συγκοινωνία στην ευσεβή πόλη της Ανατολικής Αττικής

Λαμπρή αναμένεται να είναι αύριο η υποδοχή του πρώτου αστικού λεωφορείου με πλήθος συλλογικοτήτων και φορέων να έχουν δηλώσει τη συμμετοχή τους σε αυτήν. Σύμφωνα με το πρόγραμμα των εκδηλώσεων, στην κεφαλή της πορείας θα βρίσκεται η Φιλαρμονική της Ραφ Τάουν ακολουθούμενη από το Σύλλογο Τριγλιανών, το Σύλλογο Κρητών, τον Οργανισμό Λιμένα, το Λύκειο Ελληνίδων, τη Raf West Journal και τους υπόλοιπους εξωραϊστικούς-εκπολιτιστικούς συλλόγους του τόπου

Τον πανηγυρικό της ημέρας θα εκφωνήσει ο Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής. Μετά το πέρας της τελετής υποδοχής θα ακολουθήσει λαϊκό γλέντι με μπύρες και σουβλάκια

Η Raf West Journal εξασφάλισε αποκλειστικά πλάνα από τις πρόβες υποδοχής και σας τα μεταφέρει.

 

του Δ.Μανιά από το iloveithaki.gr

 

Ωραία τα σχέδια για περισσότερους επισκέπτες, αλλά πρώτα πρέπει να μπορεί να ζήσει ο μόνιμος κάτοικος στο Θιάκι

Αφορμή για το σημερινό σχόλιο είναι το δημοσίευμα του Αθηναϊκού–Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων: «Ιθάκη: Περισσότεροι επισκέπτες εκτός αιχμής, νέες υποδομές και ένα διαφορετικό μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης»

Στο Ναυτικό μάς σέρβιραν πατάτες γιαχνί χωρίς ίχνος κρέατος και τις λέγαμε ειρωνικά «γλάρο γιαχνί». Το όνομα υποσχόταν κάτι περισσότερο, αλλά το πιάτο είχε μόνο πατάτες.

Κάπως έτσι ακούγεται σήμερα και η κουβέντα για τη «φέρουσα ικανότητα» της Ιθάκης. Μεγάλες λέξεις, ωραία σχέδια και αισιόδοξες περιγραφές. Όταν όμως ψάξεις τις υποδομές που θα στηρίξουν αυτή την ανάπτυξη, πολλές φορές βρίσκεις μόνο τις πατάτες.

Το δημοσίευμα παρουσιάζει την προσπάθεια της Ιθάκης να προσελκύσει περισσότερους επισκέπτες την άνοιξη και το φθινόπωρο, να αναπτύξει τον περιπατητικό και θαλάσσιο τουρισμό και να αποφύγει τον υπερτουρισμό.

Όλα αυτά είναι σωστά και επιθυμητά. Κανείς δεν αρνείται ότι ο τουρισμός κρατά οικονομικά πολλές οικογένειες στο νησί. Ούτε αμφισβητούμε την προσπάθεια του δημάρχου, ο οποίος διεκδικεί έργα και χρηματοδοτήσεις περισσότερο από πολλούς άλλους δημάρχους.

Αλλά στο ίδιο δημοσίευμα διαβάζουμε ότι η Ιθάκη «δεν έχει φτάσει στα όρια της φέρουσας ικανότητάς της» και ότι οι υποδομές της βρίσκονται σε πολύ καλή κατάσταση.

Εδώ αρχίζει το «γλάρο γιαχνί».

 

Τα αυτοκίνητα πού θα τα βάλουμε;

Τον Αύγουστο το Βαθύ ασφυκτιά. Κάτοικοι, εργαζόμενοι και επισκέπτες γυρίζουν γύρω από την παραλία αναζητώντας λίγα μέτρα για να αφήσουν το αυτοκίνητο.

Σε λίγο θα τα κρεμάμε από τις κολώνες του φωτισμού.

Αν δεν μπορούμε να διαχειριστούμε τη σημερινή κίνηση, με ποια στοιχεία αποφασίζουμε ότι υπάρχει χώρος για ακόμη μεγαλύτερη;

 

Ακτοπλοΐα με ημερομηνία λήξης

Ένα νησί δεν κρίνεται μόνο από το πόσο εύκολα φτάνει ο επισκέπτης τον Αύγουστο. Κρίνεται και από το αν μπορεί να ταξιδέψει ο μόνιμος κάτοικος τον Ιανουάριο.

Τον χειμώνα η γραμμή Πάτρα–Σάμη–Ιθάκη διακόπτεται για μεγάλο διάστημα λόγω της ετήσιας συντήρησης του μοναδικού πλοίου που την εξυπηρετεί. Η διακοπή της σύνδεσης από τις 9 Ιανουαρίου 2026 άφησε ξανά την Ιθάκη και την Κεφαλονιά χωρίς απευθείας σύνδεση με την Πάτρα.

Και όταν σηκώνει κακοκαιρία, δεν μιλάμε για τουριστική ανάπτυξη. Κατουριόμαστε επάνω μας μήπως το νησί αποκοπεί. Αναρωτιόμαστε αν θα φτάσει ο γιατρός, το φάρμακο, το εμπόρευμα ή ο άνθρωπος που πρέπει επειγόντως να πάει στην απέναντι στεριά.

Αυτή είναι η πραγματική φέρουσα ικανότητα ενός νησιού.

 

Τουρισμός δίπλα στα λύματα

Η Ιθάκη εξακολουθεί να περιμένει ολοκληρωμένο βιολογικό καθαρισμό. Το έργο χαρακτηρίζεται εδώ και χρόνια «έργο πνοής» για το Βαθύ, αλλά ακόμη συζητάμε για μελέτες, χωροθετήσεις και λύσεις.

Την ίδια ώρα, υπάρχουν αυγουστιάτικα βράδια που κάθεσαι να φας δίπλα στη θάλασσα και η δυσοσμία των λυμάτων σκεπάζει το λιμάνι.

Θέλουμε περισσότερους επισκέπτες, αλλά δεν έχουμε ακόμη λύσει το βασικότερο ζήτημα δημόσιας υγείας και προστασίας της θάλασσάς μας.

 

Νερό με μπαλώματα

Το δίκτυο ύδρευσης παρουσιάζει συνεχώς βλάβες, ιδιαίτερα το καλοκαίρι, όταν η κατανάλωση πολλαπλασιάζεται. Σωλήνες σπάνε, δρόμοι ανοίγουν, συνεργεία τρέχουν και νερό χάνεται προτού φτάσει στις βρύσες.

Η νέα μονάδα αφαλάτωσης για Βαθύ και Περαχώρι, δυναμικότητας 500 κυβικών μέτρων ημερησίως, είναι αναγκαίο και θετικό έργο. Η ίδια όμως η χρηματοδότησή της με 330.000 ευρώ αποδεικνύει ότι το πρόβλημα του νερού είναι πραγματικό και όχι γκρίνια των κατοίκων.

Δεν αρκεί να παράγουμε περισσότερο νερό. Πρέπει και το δίκτυο να μπορεί να το μεταφέρει χωρίς να χάνεται μέσα στη γη.

 

Σπίτια για τουρίστες, όχι για γιατρούς και καθηγητές

Κάθε καλοκαίρι επαναλαμβάνεται το ίδιο παράλογο. Υπάρχουν κλίνες για επισκέπτες, αλλά δεν υπάρχουν σπίτια για τους ανθρώπους που κρατούν ανοιχτό το Κέντρο Υγείας και τα σχολεία.

Το στεγαστικό πρόβλημα έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε εκπαιδευτικοί και γιατροί να δυσκολεύονται ακόμη και να αποδεχθούν τη θέση τους. Το πρόβλημα έχει καταγραφεί και σε ρεπορτάζ για τους «άστεγους» εκπαιδευτικούς της Ιθάκης.

Η ανακατασκευή του πρώην Οικοτροφείου, με χρηματοδότηση 4,5 εκατομμυρίων ευρώ και πρόβλεψη για 19 δωμάτια και 40 κλίνες, είναι σημαντική κατάκτηση. Αλλά είναι ένα έργο που πρόκειται να γίνει. Δεν αποτελεί λύση που υπάρχει σήμερα.

Μέχρι να ολοκληρωθεί, ο καθηγητής, ο γιατρός, ο νοσηλευτής και ο εποχικός εργαζόμενος συνεχίζουν να ψάχνουν σπίτι.

 

Οι δρόμοι και οι παραλίες

Το οδικό δίκτυο είναι γεμάτο λακκούβες και μπαλώματα. Πολλές από τις ομορφότερες παραλίες της νοτιοανατολικής Ιθάκης παραμένουν δύσκολα ή καθόλου προσβάσιμες.

Μιλάμε για τουριστική ανάπτυξη, αλλά σε πολλά σημεία δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε ασφαλή πρόσβαση ούτε για τους κατοίκους ούτε για τους επισκέπτες.

Και κάθε καλοκαίρι τα ίδια προβλήματα μεγαλώνουν μαζί με τον πληθυσμό του νησιού.

 

Και ο μόνιμος κάτοικος;

Η φέρουσα ικανότητα δεν μετριέται μόνο από τα δωμάτια, τις αφίξεις, τα ιστιοπλοϊκά και τα τραπέζια των εστιατορίων.

Μετριέται από το αν υπάρχει νερό στη βρύση, αν λειτουργεί η αποχέτευση, αν υπάρχει γιατρός στο Κέντρο Υγείας, καθηγητής στο σχολείο, καράβι τον χειμώνα και σπίτι για τον εργαζόμενο.

Μετριέται κυρίως από το αν ο νέος μπορεί να βρει μόνιμη εργασία και να φτιάξει τη ζωή του στην Ιθάκη ή αν είναι αναγκασμένος να φύγει.

Αυτό είναι το πραγματικό όριο που πρέπει να μας απασχολεί: όχι πόσους ακόμη επισκέπτες χωράει το Θιάκι, αλλά πόσους ακόμη μόνιμους κατοίκους κινδυνεύει να χάσει.

Ο τουρισμός πρέπει να υπηρετεί την κοινωνία και όχι η κοινωνία να υπάρχει μόνο για να υπηρετεί τον τουρισμό.

Ναι στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου. Ναι στα μονοπάτια, στον θαλάσσιο τουρισμό, στον πολιτισμό και στην προστασία του χαρακτήρα της Ιθάκης.

Ναι και στην προσπάθεια του δημάρχου, που διεκδικεί όσα μπορεί με τα περιορισμένα μέσα ενός μικρού Δήμου.

Αλλά ας μη βαφτίζουμε τις εξαγγελίες «υποδομές» και τις ελλείψεις «φέρουσα ικανότητα».

Η ευθύνη ανήκει κυρίως στο κράτος, το οποίο θυμάται τα νησιά ως τουριστικές βιτρίνες, αλλά προσφέρει ψίχουλα για την επιβίωση των ανθρώπων τους τον χειμώνα.

Βιώσιμη Ιθάκη δεν είναι εκείνη που μπορεί να υποδεχτεί περισσότερους τουρίστες. Είναι εκείνη που μπορεί πρώτα να κρατήσει ζωντανούς, ασφαλείς και αξιοπρεπείς τους μόνιμους κατοίκους της.

Όλα τα υπόλοιπα είναι γλάρος γιαχνί.

 

 

Η ταινία  «Μάθε παιδί μου γράμματα» αποτελεί μια από τις πιο εύστοχες πολιτικές κριτικές της μετεμφυλιακής και μεταπολεμικής Ελλάδας και πολλά από τα ζητήματα που θίγει εξακολουθούν να είναι επίκαιρα και άλυτα μέχρι και σήμερα

Η ταινία κλείνει πλέον σαρανταπέντε χρόνια ζωής. Γυρίστηκε το 1981 στην Αρκαδία (τα περισσότερα γυρίσματα έγιναν στη Στεμνίτσα) σε σενάριο και σκηνοθεσία του Θόδωρου Μαραγκού

Μέσα από τις συγκρούσεις ενός συντηρητικού δασκάλου με την οικογένειά του και μέσα από την κατάρρευση των βεβαιοτήτων του -που προκαλεί τελικά και την κατάρρευση του ιδίου-, ο σκηνοθέτης καταφέρνει με μοναδική οξύνοια και χιούμορ να καυτηριάσει τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας, όπως την αστυφιλία, τη γραφειοκρατία, την ημιμάθεια, τη στεγνή και αναποτελεσματική παιδεία, τη διαφθορά, την κυριαρχία της εκκλησίας, την ανεργία. Αλλά και ένα κράτος ημετέρων που επί δεκαετίες βύθισε στη σιωπή ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας  και πλούτισε πουλώντας πατριωτισμό και θρησκεία

Η ταινία καταφέρνει να ισορροπήσει αριστοτεχνικά ανάμεσα στην πικρή κωμωδία και τον κοινωνικό προβληματισμό, αποτυπώνοντας την πάλη του παλιού με το νέο και το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που μένει στο περιθώριο αλλά και μιας επαρχίας που ερημώνει

Η ταινία, όσο καυστική είναι, άλλο τόσο είναι απολαυστική, ως κωμωδία. Εξαιρετικοί ηθοποιοί όπως ο Βασίλης Διαμαντόπουλος και ο Νίκος Καλογερόπουλος δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. Ο Κώστας Τσάκωνας επίσης, σε έναν από τους πιο μεγάλους ρόλους της καριέρας του, προσφέρει αξέχαστες ατάκες αλλά και έναν «ιστορικό» μονόλογο που είναι σαν να γράφτηκε ήμερα, αποδεικνύοντας την πλήρη αποτυχία του συστήματος. Ή ίσως της επιτυχίας του, υπό την έννοια ότι το σύστημα παραμένει ακόμη κραταιό και ελέγχει με τον ίδιο τρόπο την παιδεία, την παραγωγή, την αγορά εργασίας,  τους μισθούς, … τις ζωές μας τις ίδιες

Σήμερα, Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026, αίθουσα ΚΑΠΗ Πικερμίου, Αγίου Χριστοφόρου 8 Πικέρμι, στις 20:00

 

της Μαρίας Νάτση

 

Τα τροχαία, λέει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, δεν είναι «ατυχήματα», αλλά αποτέλεσμα Πολιτισμού και αποτέλεσμα Πολιτικής. Η ποιότητα της πόλης μετριέται από το πώς ζουν οι πεζοί στον δημόσιο χώρο, αν υπάρχει ισότητα στη χρήση του δημόσιου χώρου και αν υπάρχει σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή και, ειδικά, στις ευάλωτες ομάδες. Και ποια είναι, άλλωστε, η ύψιστη υποχρέωση της Πολιτείας, αν όχι το να διαφυλάττει τη ζωή του ευάλωτου πληθυσμού και, ειδικά, των παιδιών και των εφήβων;

 Όμως στον δικό μας τόπο, η ανθρώπινη ζωή δεν αξίζει τίποτα.

Η ζωή των εφήβων και των παιδιών είναι ένα σκουπίδι πεταμένο στην άκρη μιας υποτιθέμενης λεωφόρου, με ανύπαρκτα φανάρια, ανύπαρκτα πεζοδρόμια και ανύπαρκτες διαβάσεις.

Είναι παιδιά ανώνυμα, που δεν χωράει η φροντίδα τους στην πολιτική ατζέντα.

Είναι παιδιά μιας φαβελοποιημένης πόλης, που τους αρνείται έναν στοιχειωδώς ασφαλή δρόμο για να πάνε σχολείο, βόλτα, στο άθλημά τους.

Με μια πολιτική που, εν μια νυκτί, αποφάσισε να υπερδιπλασιάσει τον αριθμό των πλοίων του δεύτερου σε κίνηση λιμανιού της χώρας, αυξάνοντας την ίδια ώρα την πιθανότητα τραυματισμού, αναπηρίας ή θανάτου των πεζών εφήβων.

Υπάρχουν όμως κι άλλες συνοικίες, που μάλλον εκεί, υπάρχει άλλος Θεός.

Στο Ψυχικό, τα πεζοδρόμια είναι μεγάλα, σκιερά από ψηλά δέντρα, γεμάτα θορυβώδη παπαγαλάκια. Εκεί ο πεζός δεν περπατάει απλά με ασφάλεια, αλλά με αξιοπρέπεια.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Μα γιατί αυτοί που μένουν εκεί δεν ανέχονται τίποτα λιγότερο και όσοι διοικούν δεν τολμούν να τους δώσουν τίποτα λιγότερο.

Όμως στον δικό μας τόπο, η ζωή των παιδιών αξίζει όσο μια φωτογραφία σε τοπικά περιοδικά.

Περιχαρείς βουλευτίνες, βουλευτές, αντιπεριφερειάρχες δίνουν το «παρών» σε περιφορές Επιταφίων, κοπές πίτας, συναυλίες, Αναστάσεις, γιορτές, γενέθλια, κηδείες, βαφτίσια, κόλλυβα και είναι η παρουσία τους στον τόπο μας καλοδεχούμενη, αρκεί να είναι και λίγο χρήσιμη.

Είναι καιρός να μάθουν ότι τα  παιδιά μας, πηγαίνουν σε δημόσια σχολεία, δεν έχουμε σοφέρ, ούτε ιδιωτικά σχολικά λεωφορεία, δεν έχουμε καν την πολυτέλεια να τα μεταφέρουμε εμείς, καθώς δουλεύουμε για να τα μπορέσουμε να τα μεγαλώσουμε.

Θα πρέπει όμως να ξέρουν ότι δεν είναι τρίτης κατηγορίας πολίτες, δεν είναι παιδιά ενός κατώτερου Θεού, ούτε αναλώσιμα, για να δεχόμαστε τον κίνδυνο να σκοτωθούν στον δρόμο κι εμείς να σιωπούμε.

Η επικίνδυνη αυτή κατάσταση πλέον, δεν είναι ανεκτή.

Για τον λόγο αυτό έχει ήδη αποσταλεί αίτημα προς τον Δήμο Ραφήνας–Πικερμίου, να τεθεί το ζήτημα στο Δημοτικό Συμβούλιο και να συζητηθούν οι προτάσεις επίλυσης του προβλήματος.

Η πρόταση αφορά να προχωρήσει άμεσα ο Δήμος σε επίσημη εισήγηση προς την Περιφέρεια, το αρμόδιο Υπουργείο και τους συναρμόδιους φορείς για τη δημιουργία τεσσάρων ελεγχόμενων σημείων ασφαλούς διέλευσης στη Λεωφόρο Φλέμινγκ, με την ΑΜΕΣΗ κατασκευή πεζοδρομίων και την εγκατάσταση τεσσάρων φωτεινών σηματοδοτών:

Τρεις φωτεινοί σηματοδότες για πεζούς, με κομβίο ενεργοποίησης, ώστε ο πεζός να μπορεί να ζητά ασφαλή διέλευση και να διασχίζει τη Λεωφόρο με ελεγχόμενο τρόπο, και ένας φωτεινός σηματοδότης στην έξοδο του 2ου Δημοτικού Σχολείου, με λειτουργία κατά τις ώρες προσέλευσης και αποχώρησης των μαθητών.

Επίσης, όσον αφορά τον υψηλής επικινδυνότητας δρόμο της Μεγάλου Αλεξάνδρου–Ήλιδος, θα πρέπει να εξεταστεί από τον Δήμο η διάνοιξη παράπλευρης διαδρομής πεζών, παράλληλα με τον υφιστάμενο δρόμο.

Εάν δεν είναι εφικτή άμεσα μια μόνιμη λύση, ας διανοιχθεί, ως προσωρινή λύση, ένα χωμάτινο, βατό και ασφαλές μονοπάτι, όπου αυτό είναι τεχνικά και νομικά εφικτό.

Αναμένουμε πλέον τις ενέργειες των Δημοτικών Συμβούλων, ώστε το θέμα να τεθεί προς συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο και να περάσουμε από τη διαπίστωση του προβλήματος στη λύση του.

Αναμένουμε επίσης τη συμπαράσταση των Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων, αλλά και των τοπικών συλλόγων της περιοχής. Η ασφάλεια των παιδιών και των πεζών είναι υπόθεση όλων μας και χρειάζεται τη φωνή και τη στήριξη ολόκληρης της τοπικής κοινωνίας.

 

Παρακάτω, παραθέτουμε το έγγραφο που απέστειλε η Μαρία Νάτση προς τη Δήμαρχο Ραφήνας–Πικερμίου, την Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου Ραφήνας–Πικερμίου, τους/ τις Αντιδημάρχους Ραφήνας - Πικερμίου και τους/τις Δημοτικούς Συμβούλους Ραφήνας–Πικερμίου

 

 

Αίτημα προς τη Δήμαρχο και τους Δημοτικούς Συμβούλους για την άμεση εισαγωγή του θέματος προς συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο – Ασφάλεια πεζών, παιδιών και εφήβων στη Λεωφόρο Φλέμινγκ και στη διαδρομή Μεγάλου Αλεξάνδρου–Ήλιδος

 

Τι θα γινόταν εάν αύριο, όλοι οι ξένοι που μένουν μόνιμα και εργάζονται στην Ελλάδα, έφευγαν και πήγαιναν στη χώρα τους,  όπως πολλοί Έλληνες «πατριώτες» τους προτρέπουν να κάνουν; Τι θα άφηναν πίσω τους; Μια χώρα «ελεύθερη και καθαρή»  ή μια χώρα που δε θα μπορεί να σταθεί στα πόδια της;

Ένας Γάλλος κάθισε και το σκέφτηκε – για λογαριασμό της δικής του χώρας βέβαια - και γύρισε ένα απολαυστικό βίντεο. Μπορεί να υπάρχουν διαφορές από χώρα σε χώρα, αλλά ένα είναι το βέβαιο: Πως αν όλοι οι ξένοι έφευγαν αύριο, ο παραγωγικός ιστός κάθε δυτικής χώρας θα κατέρρεε

 

Κυκλοφόρησε, ηλιοκαμένο και μαζουτοκαπνισμένο, το φύλλο #157 της RAF-WEST Journal της νέας σεζόν 2026-2027

Διαβάστε:

ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΛΙΜΑΝΙ - Η ΡΑΦ ΤΑΟΥΝ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΜΕ ΜΕΓΑΛΑ ΚΕΡΔΗ: Με μεγάλα πλεονάσματα μαζούτ, καυσαερίων και αιωρούμενων σωματιδίων, όλα αποτελέσματα της μεγάλης καλοκαιρινής ανάπτυξης, υποδέχεται η Ραφ Ταουν το φθινόπωρο και μας υπόσχεται πως «κάθε χρόνο και χειρότερα»

ΟΙ ΜΠΑΓΛΑΜΑΔΕΣ ΤΗΣ ΡΑΦΗΝΑΣ: Το επικό ποίημα της Ραφ Τάουν συνεχίζεται.  Αναζητούνται ραψωδοί για τη διάδοσή του.

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ: Πόρτα στον Άγιο Νικόλαο βάζει ο Οργανισμός Λιμένα Ραφήνας. Με εισιτήριο θα μπορούν πλέον οι επισκέπτες να απολαμβάνουν τις εκπομπές καυσαερίων από το λιμάνι. Η Οσία Αθετούσα απειλεί με αφορισμό 

ΔΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ - ΜΕΙΩΝΕΤΑΙ Η ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙΟΥ: Την πολυαναμενόμενη μείωση στην τιμή του καλαμποκιού ανακοίνωσε από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Έσπευσε μάλιστα να ταΐσει ο ίδιος τις κότες που αμέσως τον περιέβαλλαν ευγνωμονούσες. Φωτογραφία εντός

Διαβάστε σήμερα, 12/9/2026, το μαζουτοκαπνισμένο φύλλο #157 της RAF-WEST Journal

 

Youtube Playlists

youtube logo new

atticavoicepodcasts

atticavoiceyoutube

rafnews

rafdoumentaries

youtube logo new

© 2022 Atticavoice All Rights Reserved.