Σεπτεμβρίου 22, 2026
    " Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
    Τίποτα παραπάνω από το ότι
    319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
    Και από τους θεατές περιμένουμε
    Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                                   Μπρεχτ

    της Μαρίας Νάτση

     

    Ο Ντέγιαν καθιστός στο κρεβάτι του, προσπαθεί να τιθασεύσει το ανήσυχο γόνατό του με τη χούφτα του. Τα μάτια του, χρωματισμένα με ένα  ασθενικό γαλάζιο κοιτούν ανυπόμονα το βουβό τηλέφωνό του. Είναι  η ώρα που δέχεται κλήση από τους δικούς του. «Η κλήση παρακολουθείται και καταγράφεται για λόγους εθνικής ασφάλειας», έτσι ξεκινάει το κάθε τηλεφώνημα και σήμερα περιμένει με ανυπομονησία να ακούσει τη μητέρα του. Μετά από ένα επεισοδιακό τηλεφώνημα από τον παππού του, δέχτηκε τιμωρία δύο εβδομάδων χάνοντας το δικαίωμα τηλεφωνικής επικοινωνίας.

    Ο παππούς με μάτια πιο ζωηρά γαλανά από τα δικά του, με βροντερή φωνή και με τσαγανό που θα το ζήλευε εικοσάχρονος, απειλούσε και καταριόταν θεούς, δαίμονες και εξουσία που τόλμησαν να πάρουν τον 13χρονο εγγονό του από το σπίτι. Έχοντας περάσει δύο πολέμους, κατάφερε να φτάσει στα ογδόντα πέντε του χρόνια χωρίς να χάσει ίχνος από την ικμάδα του. Στο βλέμμα του καθρεφτιζόταν ακόμη εκείνο το ανυπότακτο, σερβικό «ίνατ» και το περήφανο, ανυποχώρητο πείσμα των ανθρώπων που ζουν στις απόκρημνες κορυφές  και που ορίζει πως όσο περισσότερο σε πιέζει η μοίρα, τόσο πιο ψηλά υψώνεις το ανάστημά σου. Κάθε φορά που ο μικρός σκεφτόταν τον παππού του, ένιωθε στα ρουθούνια του τη γνώριμη, βαριά μυρωδιά της καμένης οξυάς που είχε ποτίσει για δεκαετίες τα μάλλινα ρούχα του. Ήταν απόλυτα σίγουρος για ένα πράγμα, αν ο γέρος μάθαινε πού βρίσκεται, θα ερχόταν έτοιμος να γκρεμίσει αυτόν τον αρρωστημένο κόσμο για να τον πάρει πάλι σπίτι.

    « Αγόρι μου» ακούστηκε σπασμένη η φωνή της μητέρας του.

     «Είσαι καλά;» Τα σωθικά του Ντέγιαν ξέσκισε μια πνιχτή κραυγή.

    « Ναι μαμά».

    « Σε προσέχουν;» ένιωσε το γόνατό του να τρέμει και το χείλος του να ακολουθεί.

    «Ναι μαμά, μην ανησυχείς», είπε με σταθερή φωνή που ξάφνιασε και τον ίδιο. «Είναι όλα καλά. Εσείς;»

    « Όλοι είμαστε καλά. Ο αδερφός σου τα πηγαίνει καλά στο σχολείο. Η γατούλα σου γέννησε δύο μικρά. Είναι κάτασπρα όπως αυτή, χνουδωτά, με μαύρη ουρίτσα. Ο Γκόραν ρωτάει συνέχεια για εσένα. Του λείπεις. Σε όλους μας λείπεις».

     «Κι εσείς μου λείπετε μαμά. Είναι όλα καλά, αλλά θα πρέπει να κλείσω, τελειώνει ο χρόνος και πρέπει να πάω στο σχολείο»

    «Εντάξει αγόρι μου. Σε αγαπώ»

    «…Σας αγαπώ ...» απάντησε ο Ντεγιαν αλλά το τηλέφωνο είχε ήδη κλείσει και ακούστηκε η γνώριμη φωνή «ο χρόνος ομιλίας σας τελείωσε. Η κλήση καταγράφηκε για λόγους εθνικής ασφάλειας». Ο Ντέγιαν άφησε το τρέμουλο να τον κατακλύσει μαζί με τις αναμνήσεις της γατούλας του, όταν τη βρήκε μωρό λασπωμένη, να κλαίει  μέσα σε μια δυνατή  καλοκαιρινή μπόρα, τον φίλο του Γκόραν που τον ήξερε από το νηπιαγωγείο  και τον αδερφούλη του που ήταν δύο χρόνια μικρότερος. Το αδύνατο κορμί του άρχισε να τραντάζεται, οι μύες της κοιλιάς του έκαναν ακούσιες συσπάσεις, χωρίς φωνή, χωρίς κλάμα, ακολουθώντας έναν ασυγκράτητο  εσωτερικό κυματισμό βουβών  αναφιλητών . Στο τέλος βγήκαν στην επιφάνεια οι υφάλμυρες σταγόνες  που κουβαλούσαν 94 μέρες ανομολόγητης θλίψης.

    Μετά από λίγο, σκούπισε τα μάτια του, καθάρισε τα νοτισμένα γυαλιά του, τιθάσευσε τις  ξανθές τούφες που σκίασαν τα μάτια του και ξεκίνησε για το σχολείο. Ήταν ο μοναδικός χώρος όπου έφτανε μια ανάμνηση φυσικού φωτός. Ένας μικροσκοπικός φεγγίτης άφηνε να περνά μια μόλις αισθητή αύρα, φορτωμένη με αόρατες σταγόνες δροσιάς και μακρινούς ήχους από έναν κόσμο που συνέχιζε να υπάρχει χωρίς εκείνον. Ο Ντέγιαν έκλεινε τα μάτια και κρατούσε την ανάσα του, προσπαθώντας να ξεχωρίσει τι ήταν αυτό που άκουγε.

     Ένα πουλί; Το σύρσιμο μιας σαύρας; Τον άνεμο ανάμεσα στα δέντρα; Προσπαθούσε να μαντέψει πού βρισκόταν. Σε κάποιο δάσος; Σε μια πεδιάδα;  Ύστερα άνοιγε τα μάτια και παραδινόταν  σε έναν τόπο χωρίς όνομα. Το σχολείο ήταν μια ψυχρή αίθουσα ατομικής διδασκαλίας, με ένα θρανίο,  μια καρέκλα και μια μεγάλη οθόνη . Ο καθηγητής στην οθόνη φορούσε στρατιωτική στολή ίσως για να του θυμίζει ότι είναι πρώτα στρατιώτης και μετά μαθητής .

    Μόλις τελείωσε το μάθημα, πήγε στον χώρο του εστιατορίου. Ήταν ένας από τους ελάχιστους χώρους όπου μπορούσε να συναντήσει τους υπόλοιπους «ειδικούς». Έφηβοι και παιδιά, ηλικίας έντεκα έως δεκαέξι ετών, από διαφορετικές χώρες, οι περισσότεροι γνώριμοι από τους αγώνες. Ο ενθουσιασμός του παιχνιδιού ήταν πάντοτε μεγαλύτερος από τη χαρά της νίκης και κανείς τους δεν μπορούσε τότε να φανταστεί πως εκείνο που κρατούσαν στα χέρια τους σαν παιχνίδι θα γινόταν κάποτε όπλο.

    Είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν πως κάτι δεν πήγαινε καλά, όταν στους αγώνες και στις πίστες τους άρχισαν να εμφανίζονται άνδρες και γυναίκες με αυστηρό ντύσιμο και το σήμα της Συνομοσπονδίας στα αυτοκίνητά τους. Στην αρχή στέκονταν απλώς στην άκρη και τους παρατηρούσαν. Ύστερα άρχισαν να κρατούν σημειώσεις. Κανείς δεν τους εξήγησε ποτέ τι ακριβώς κατέγραφαν. Όμως τα παιδιά καταλαβαίνουν τη σιωπή των μεγάλων. Έτσι πολύ σύντομα δημιούργησαν τη δική τους γλώσσα , έναν τρόπο να συνεννοούνται χωρίς να τους καταλαβαίνουν.

     Ο Ντέγιαν κάθισε κοντά στον Φιν, έναν Γερμανό φίλο του, δύο χρόνια μεγαλύτερό του. Στην τραπεζαρία απέφευγαν να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα, για να μην προδώσουν στις κάμερες  την ύπαρξή της. Μόνο περιστασιακά τους ξέφευγε κάποια λέξη, όμως περνούσε  απαρατήρητη, σαν αργκό της νεολαίας. Ο Φιν έδειχνε άυπνος. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και το πρόσωπό του ανέκφραστο. Ο Ντέγιαν τον κοίταξε με νόημα.

    «Ήμουν στην παρακολούθηση υπόπτων χθες» είπε ο Φιν.

    «Χρειάστηκε να τερματίσεις κάποιον;» Ο Φιν άργησε να απαντήσει. Έσφιξε το κουτάλι μέσα στη χούφτα του.

    «Ναι ναι…». Έμεινε για λίγο σιωπηλός

    «Προσπάθησε να ξεφύγει. Προσπάθησα κι εγώ. Μετράνε την απόδοσή μου. Την ξέρουν. Τα πάντα  ξέρουν».  Έσκυψε λίγο προς το μέρος του.

    «Αυτά τα «τζούκας» είναι πολύ καλύτερα από τα δικά μας. Είναι γρήγορα. Δεν αφήνουν τον στόχο να ξεφύγει δυστυχώς». Ο Ντέγιαν κατέβασε το βλέμμα στο πιάτο του. «Τζούκας» ονόμαζαν τα παιδιά τα drones. Ο Φιν ήταν από τους καλύτερους. Τα δάχτυλά του χόρευαν πάνω στα χειριστήρια, δίνοντας στο drone μια κίνηση σχεδόν αφύσικη. Γλιστρούσε πάνω στους καρτεσιανούς άξονες, βυθιζόταν στο πλάι, βουτούσε σαν τραυματισμένο πουλί και την επόμενη στιγμή εκτοξευόταν κατακόρυφα, περνώντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα ανάμεσα από εμπόδια, στενά τούνελ και τους φωτισμένους με LED κρίκους του αιωρούμενου λαβύρινθου.

    «Εσύ;» ρώτησε τον Ντέγιαν

    «Με έχουν ακόμη στην επιτήρηση και στην αναγνώριση προσώπων .»

    «Δεν είσαι καιρό εδώ, γι’ αυτό». Ο Φιν έγνεψε αργά. Ο Ντέγιαν σήκωσε το βλέμμα και παρατήρησε μια ομάδα παιδιών που κάθονταν μόνα τους στην άκρη της αίθουσας. Ήταν μικρά, γύρω στα πέντε. Κάποια κρατούσαν το κουτάλι με περίεργο αδέξιο τρόπο, άλλα κουνούσαν τα πόδια τους κρεμασμένα από τις ψηλές καρέκλες Κανένα δεν μιλούσε.

    «Αυτά τα μικρά τι είναι;» Ρώτησε ο Ντέγιαν. Ο Φιν ακολούθησε το βλέμμα του.

    «Σπόρια».

    « Έτσι τα αποκαλούν. Σπόρια. Θα γίνουν σαν εμάς». Ο Ντέγιαν τον κοίταξε ξανά.

    «Τα εκπαιδεύουν από τώρα;»

    «Ναι. Τα έχει αναλάβει ο Τακάσι». Ο Τακάσι ήταν ο παλαιότερος από όλους και ο ανώτερος στην ιεραρχία. Ευθυτενής και πειθαρχημένος, με εκείνη την αδιόρατη ιαπωνική αυστηρότητα που έμοιαζε να ξεκινά από τον τρόπο που στεκόταν, έφερνε στα χαρακτηριστικά του κάτι από τα γονίδια των γηγενών προγόνων του, των Jōmon. Βαθιά μάτια, βαριά βλέφαρα, πυκνά φρύδια και ένα αυστηρό σαγόνι, που ερχόταν σε παράξενη αντίθεση με την ήρεμη, σχεδόν τρυφερή φωνή του. Όταν μιλούσε, έκανε μια μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη υπόκλιση του κεφαλιού, σαν να ζύγιζε κάθε λέξη πριν την αφήσει να βγει από τα χείλη του. Ο Φιν έκανε μια μικρή παύση και κοίταξε γύρω του.

    «Ο Τακάσι μου είπε ότι τον τρομάζουν.»

    «Γιατί;»

    «Επειδή δεν έχουν αναμνήσεις». Ο Ντέγιαν κοίταξε πάλι τα παιδιά. Ένα από αυτά έπαιζε μηχανικά με το κουτάλι του, κοιτάζοντας το κενό.

    «Από πού;»

    «Από έξω». Ο Φιν χαμήλωσε τη φωνή του. «Δεν θυμούνται τίποτα από τον κόσμο έξω. Ούτε σπίτια, ούτε γονείς, ούτε δρόμους. Τίποτα». Σταμάτησε για λίγο.

    «Ο Τακάσι πιστεύει πως τα «σπόρια» γεννήθηκαν εδώ». Ο Ντέγιαν ένιωσε ένα κρύο ρίγος να διατρέχει την πλάτη του.

    «Εδώ»; Ο Φιν έγνεψε.

    «Ναι. Πιστεύει πως γεννήθηκαν γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό»

    «Τον σκοπό» μουρμούρισε ο Ντέγιαν. Η Συνομοσπονδία μετρούσε ήδη δεκαπέντε χρόνια ζωής. Είχε γεννηθεί μέσα από μια εποχή αλλεπάλληλων κρίσεων, μιας σύντομης παγκόσμιας σύρραξης και ενός οικονομικού κραχ που είχε γονατίσει μικρές και μεσαίες χώρες. Παρουσιάστηκε ως η λύση στην αστάθεια. Μια ένωση που θα εξασφάλιζε οικονομική σταθερότητα, κοινή ασφάλεια και προστασία των πολιτών. Ο παππούς του, όμως, έλεγε πως τίποτα από όλα αυτά δεν είχε συμβεί ξαφνικά. Πριν ακόμη δημιουργηθεί η Συνομοσπονδία, είχε προετοιμαστεί το έδαφος. Μια σειρά νόμων είχαν υιοθετηθεί σταδιακά από δεκάδες χώρες. Νόμοι που, στην αρχή, παρουσιάζονταν ως αναγκαίοι για την προστασία των πολιτών και την αντιμετώπιση των κρίσεων. Τους είχαν δώσει μάλιστα ένα αθώο όνομα: «κοινή πολιτειακή διακυβέρνηση».

    «Εκεί αρχίζουν όλα», του έλεγε ο παππούς του. «Όταν σου ζητούν να παραδώσεις λίγη ελευθερία για να σου προσφέρουν περισσότερη ασφάλεια». Ο Ντέγιαν θυμήθηκε τη φωνή του. Η υπακοή των πολιτών έγινε προϋπόθεση για την ασφάλεια. Υπάρχουν όμως  ακόμη χώρες και ομάδες ανθρώπων που αρνούνται να  «συνεργαστούν». Αυτούς έχει  βάλει στο στόχαστρο η Συνομοσπονδία και προσπαθεί να τους κάμψει με κάθε τρόπο. Ο Ντέγιαν κοίταξε ξανά τα παιδιά στην άκρη της αίθουσας. «Σπόρια… Παιδιά χωρίς αναμνήσεις» μουρμούρισε ο Ντέγιαν. Έσκυψε προς τον Φιν

    «Δεν θέλουν απλώς καλούς στρατιώτες. Θέλουν  πολίτες  που να μην γνωρίζουν πώς είναι να είσαι ελεύθερος». Ο Φιν τον κοίταξε διαπεραστικά 

    «Μπρίφα» (συνάντηση) είπε στη γλώσσα τους. «Αύριο στο μπάσκετ» συνέχισε. «Πες το στον Ματέο και τον Έρικ. Εγώ στον Τακάσι και στους άλλους». Το μπάσκετ ήταν 3 φορές στο εβδομαδιαίο πρόγραμμά τους. Έπαιζαν, γελούσαν και άγγιζαν ντροπαλά κάποιες εύθραυστες στιγμές ξεγνοιασιάς. Ο Φιν έδειχνε πειστικά  κεφάτος.

     –Ρε, πήρατε κι εσείς «Χαμαιλέοντα»;

    –Ναι, ρε φίλε, είπε ο Ματέο. Οι περισσότεροι από τη δεκάδα έγνεψαν καταφατικά.

    –Γαμάτο;

    –Τι είναι,; Ρώτησε ο Ντέγιαν. Εγώ δεν πήρα 

    –Αθόρυβο drone. Εντελώς αθόρυβο. Δεν έχει κανένα φως και είναι σχεδόν αόρατο. Παίρνει το χρώμα του ουρανού, των δέντρων γίνεται γκρίζο σαν τα κτίρια. Έκανε μια μικρή παύση και χαμογέλασε. Χαμαιλέοντας.

    –Όχι ρε! Πλάκα κάνεις!

    –Ναι. Θα χειρίζομαι τρία ταυτόχρονα, είπε ο Φιν.

    –Κι εγώ δύο, πετάχτηκε ο Ματέο.

    –Κι εγώ δύο, είπαν σχεδόν μαζί οι άλλοι. Το παιχνίδι είχε ήδη αρχίσει. Τα παιδιά, εκτός από τα drones, φαίνεται πως τα κατάφερναν και με την μπάλα. Ο Ματέο χώθηκε σε μια ντρίπλα του Φιν και, καθώς τα σώματά τους μπλέχτηκαν για μια στιγμή, του ψιθύρισε: «Νόρα» Την ίδια στιγμή, σηκώθηκε και φώναξε δυνατά

    –Ανυπομονώ για την επίδειξη σε ένα μήνα! Και πήδηξε για το ριμπάουντ.

    –Κι εγώ, ρε συ, είπε ο Φιν χαμογελώντας. Με τρεις Χαμαιλέοντες θα τους γαμήσω, είπε δυνατά. Πάρε τώρα ένα τρίποντο. Τίναξε τον κορμό του σαν ελατήριο, ξέφυγε από το μαρκάρισμα και πέταξε την μπάλα προς το καλάθι.

    -Αυτή τη χρονιά θα είμαστε όλοι μαζί στην επίδειξη είπε ο Τακάσι. Θα είναι online  όπως πέρυσι. Βάλτε τα δυνατά σας μάγκες. Ντέγιαν μες την εβδομάδα παίρνεις κι εσύ το δικό σου χαμαιλέοντα και φεύγεις από την παρακολούθηση, έρχεσαι στους στόχους, μαζί μας .

    Μέσα στα μαρκαρίσματα, στις φωνές και στα χτυπήματα της μπάλας, η λέξη «Νόρα» άρχισε να περνά από στόμα σε στόμα. Το παιχνίδι συνεχίστηκε. Σε κάθε ντρίπλα, σε κάθε σκριν, σε κάθε ριμπάουντ, περνούσε κι από μια λέξη ψιθυριστά, μέχρι που ολόκληρη η συζήτηση των παιδιών είχε κρυφτεί μέσα στον θόρυβο του παιχνιδιού.

    ………………………………………………………………….

    Μίλια μακριά, η Νόρα ανοιγοκλείνει τα βαμβακένια βλέφαρά της και κοιτάει ανήσυχη γύρω της, μασουλώντας τα υπολείμματα από το προηγούμενο γεύμα της. Απέναντί της, στο ράφι του δωματίου, στέκεται  ένας μαύρος γυαλιστερός, κομψός πρόγονος του Χαμαιλέοντα, το πρώτο drone του Ματέο και στο πλάι του, δύο σειρές από παραταγμένα κύπελλα αγώνων. Όταν οι άνθρωποι της Συνομοσπονδίας άρχισαν να παρακολουθούν τους αγώνες, πολλά πράγματα  σταδιακά άλλαξαν. Οι πίστες μετατράπηκαν σε τεράστιες κατασκευές με κινούμενα εμπόδια, σταθερούς και κινούμενους στόχους, ενώ τα drones αντικαταστάθηκαν από νέα, τεχνολογικά προηγμένα μοντέλα, ταχύτερα, πιο ευέλικτα και εξοπλισμένα με λέιζερ.

    Μια μέρα, στα πλαίσια της προπόνησης, διοργάνωσαν μια δοκιμασία της ομάδας με καθόλου ευκαταφρόνητο χρηματικό έπαθλο. Τους μετέφεραν σε μια άδεια αποθήκη, που είχε το θλιμμένο χρώμα των εγκαταλελειμμένων κτιρίων και τη συριγμώδη φωνή του οξειδωμένου σίδερου. Στο εσωτερικό της είχε στηθεί μια πίστα που έμοιαζε βγαλμένη από χολιγουντιανή ταινία. Η εντολή ήταν απλή: «Βρείτε τον στόχο και εξαλείψτε τον». Εκείνη τη μέρα, τα πρόσωπα των παιδιών είχαν πάρει το ροδαλό χρώμα της αδρεναλίνης. Τα δάχτυλά τους έσφιγγαν τα χειριστήρια και τα drones κινούνταν προσεκτικά, ιχνηλατώντας  τις λαβυρινθώδεις κατασκευές.

    Από ένα πιθάρι στερεωμένο πάνω σε έναν ψεύτικο χλοοτάπητα, ξεπήδησε ένα χνουδωτό κουνελάκι με μια ασύμμετρη μουτζούρα στο ανήσυχο μουσούδι του και μια δεύτερη στο δεξί αυτί του. Αναστατωμένο από τον βόμβο των drones, άρχισε να τρέχει πανικόβλητο. Χωνόταν σε τούνελ, περνούσε μέσα από αλληλένδετα δωμάτια, χοροπηδούσε πάνω σε σκάλες και προσπαθούσε να ξεφύγει από τους φτερωτούς καταδιώκτες του. Τα παιδιά το ακολουθούσαν μέσα στις λαβυρινθώδεις κατασκευές ώσπου  κατάφεραν να το εγκλωβίσουν σε έναν χώρο χωρίς διέξοδο. Γύρω του υψώνονταν γυάλινα τοιχώματα. Το κουνελάκι, ζαλισμένο και τρομαγμένο, χτυπούσε πάνω τους, αναζητώντας απεγνωσμένα μια έξοδο. «Εξαλείψτε τον στόχο!» ακούστηκε η εντολή.

     Τα drones πήραν θέση, περικυκλώνοντας το ζώο, που είχε λουφάξει στο κέντρο του δωματίου. Αιωρούνταν ακίνητα σε κύκλο γύρω του, όταν ξαφνικά σαν να παρασύρθηκαν από μια αόρατη δίνη, άρχισαν να διαγράφουν ολοένα στενότερους κύκλους, σχηματίζοντας μια σπείρα που χαμήλωνε. Και τότε, άνοιξαν πυρ. Τα γυαλιά θρυμματίζονταν, κομμάτια από ψεύτικους τοίχους κατέρρεαν και το κουνελάκι έστεκε παγωμένο από τον τρόμο σαν  λούτρινο παιχνίδι ξεχασμένο στη μέση μιας κατεστραμμένης σκηνής. Σταμάτησαν για λίγο δίνοντας την ευκαιρία στο ζωάκι να πεταχτεί μέσα από το άνοιγμα, τρέχοντας χωρίς κατεύθυνση και αμέσως μετά συνέχισαν να βάλλουν εναντίον των τοίχων και των κατασκευών, ώσπου οι υπεύθυνοι όρμησαν οργισμένοι πάνω στα παιδιά και τους άρπαξαν τα χειριστήρια από τα χέρια.

    Όταν ο Ματέο πήγε να πάρει το σακίδιό του, άκουσε ένα αδύναμο ξύσιμο στο ύφασμα. Έσκυψε, άνοιξε προσεκτικά το φερμουάρ και αντίκρισε το κουνελάκι κουλουριασμένο ανάμεσα στα πράγματά του. Το πήρε κρυφά μαζί του και το ονόμασε Νόρα.

    ………………………………………………………………….

    Ο Ντέγιαν προσπαθεί, ανάμεσα στις παύσεις του λόγου του καθηγητή, να αφουγκραστεί ήχους από τον έξω κόσμο, όμως σήμερα υπάρχει μόνο μια απελπιστική σιωπή. Μια στενή λωρίδα φωτός πέφτει πάνω στο γραφείο του, αποκαλύπτοντας τον χορό αμέτρητων, αιωρούμενων μικροσκοπικών σωματιδίων σκόνης. Σηκώνει το βλέμμα προς τον φεγγίτη. Είναι σίγουρα μια από εκείνες τις μέρες που ο ουρανός έχει ντυθεί με άσπρα, ημιδιάφανα σύννεφα και οι πιο γενναίες ακτίνες του ήλιου καταφέρνουν να τα διαπεράσουν, σχηματίζοντας στενές δέσμες φωτός. Ο παππούς έλεγε πως αυτή η εικόνα ήταν ο φεγγίτης του ουρανού και πως, αν του ζητούσαν να ζωγραφίσει την ελπίδα, έτσι θα την έδειχνε, σαν λεπτές λωρίδες φωτός που ξεπηδούν μέσα από τα σύννεφα και φτάνουν στη γη. Μένει λίγο ακόμη να κοιτάζει ψηλά και ύστερα χαμηλώνει τα μάτια στο γραφείο του, ενώ η φωνή του καθηγητή συνεχίζει, ίδια, μονότονη και πιο ανούσια από ποτέ.

    Αύριο είναι η μεγάλη μέρα της στρατιωτικής επίδειξης, η μέρα που η Συνομοσπονδία θα παρουσιάσει στον κόσμο την στρατιωτική υπεροχή της, τον οπλισμό της και φυσικά τα drones , την ακρίβεια , τη δύναμή τους και τη δυνατότητα να ανιχνεύουν και να εξαλείφουν στόχους. Ο Ντέγιαν απλώνει το χέρι του μέσα στη λωρίδα φωτός που αγγίζει το γραφείο του, σαν να ζητιανεύει  λίγη από την ελπίδα που ο παππούς του  έβλεπε στον ουρανό. Το φως γεμίζει  αθόρυβα την εφηβική παλάμη και η αυριανή μέρα αρχίσει ήδη να χαράζει το περίγραμμά της.

    Τα εννιά παιδιά κάθονται γύρω από το κυκλικό γραφείο του κέντρου επιχειρήσεων. Πίσω από το γυάλινο χώρισμα, ο Τακάσι, υπεύθυνος της ομάδας, συντονίζει το λογισμικό, ελέγχει τις κάμερες και παρακολουθεί κάθε κίνηση. Η επίδειξη έχει ήδη  αρχίσει και σε λίγο έρχεται η σειρά τους. Τα drones απογειώνονται. Στις οθόνες, στρατιωτικοί με άψογες στολές παρουσιάζουν τις δυνατότητές τους. Την ίδια στιγμή, στο σπίτι του Ντέγιαν, ο παππούς αρνείται να κοιτάξει. Βαδίζει νευρικά στο σαλόνι, με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη. «Μίλησα με τον Ντέγιαν χθες, πατέρα. Είπε να είσαι περήφανος για εκείνον». Ο παππούς σταματά και σηκώνει το αυλακωμένο μέτωπό του. «Τι είπε;»

    Το έχει ακούσει, αλλά το ρωτά ξανά. Χωρίς να περιμένει απάντηση, κάθεται μπροστά στην οθόνη.

    Δεκαοκτώ drones. Δεκαοκτώ στόχοι. Ένα έντρομο πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι ενός αυτοκινήτου, ένας άντρας που κάνει τζόκινγκ, μια γυναίκα με το χέρι ενός παιδιού μέσα στην παλάμη της. Μίλια μακριά, η Νόρα ανοιγοκλείνει τα βαμβακένια βλέφαρά της, μία σταγόνα ιδρώτα στέκεται στο μέτωπο του Ντέγιαν. Τα drones τρεμοπαίζουν, παρασύρονται, στριφογυρίζουν σε περιδίνηση, οι εικόνες στις οθόνες ζαλίζουν, ο παππούς σφίγγει τις γροθιές του. Τα drones πέφτουν.

    Ένα, δύο…δεκαοκτώ. Στην οθόνη, το πρόσωπο ενός παιδιού που σηκώνει έναν «χαμαιλέοντα». Το λογισμικό σύνδεσης σβήνει. Μαύρο.

    Κρότος.

    Η Νόρα αναπηδά, η  πόρτα συντρίβεται, ένοπλοι εισβάλλουν στο θάλαμο επιχειρήσεων, ο παππούς πετάγεται όρθιος.

    «Ντέγιαααν!»

    Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
    (1 Ψήφος)
    Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2026 22:32

    Προσθήκη σχολίου

    Σιγουρευτείτε πως έχετε εισάγει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες με το σύμβολο (*). Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

    Youtube Playlists

    youtube logo new

    atticavoicepodcasts

    atticavoiceyoutube

    rafnews

    rafdoumentaries

    youtube logo new

    © 2022 Atticavoice All Rights Reserved.