" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                               Μπρεχτ

της Μαρίας Νάτση

 

Ο ψηλόλιγνος άντρας, με το αθλητικό κορμί, πηγαινοερχόταν νευρικά στη στενή κάμαρα.

Έγερνε το κεφάλι του προς τα πίσω, σαν να τον τραβούσε μια αφύσικη βαρύτητα, κι έπειτα, ξαφνικά, το έριχνε μπροστά. Έδενε τα χέρια πίσω από το κομψό σακάκι του και κοιτούσε τις αψεγάδιαστες, λεπτές ραφές στα πανάκριβα, γυαλιστερά παπούτσια του.

- Ναι… είμαι λίγο πιεσμένος. Ίσως δεν είναι καλή ιδέα να σου μιλήσω.

 - Να που μου μιλάς, όμως.

 - Είσαι ο μόνος που μπορώ να εμπιστευτώ, είπε ο άντρας και όρθωσε το κορμί του, χάνοντας ξαφνικά το ενδιαφέρον για τα παπούτσια του, που σε μία εβδομάδα θα έβρισκαν αντικαταστάτη.

 - Πώς ήταν η μέρα σου;

Ο άντρας γέλασε νευρικά, με τα χείλη σφραγισμένα και τα δάχτυλά του σφιχταγκαλιασμένα σε μια πρωτότυπη λαβή θανάτου.

 - Όπως όλες… αλλά τα καταφέρνω περίφημα. 

Το τελευταίο το είπε με έναν σχεδόν επίσημο τόνο.

Ναι, πλέον θα έλεγα ότι τα πάω περίφημα. Είμαι τόσο καλά εκπαιδευμένος, που όλα γίνονται αυτοματοποιημένα. Ο λόγος, οι αποφάσεις, τα σχέδια, η διαχείριση των προβλημάτων. Έχουν  ενεργοποιηθεί όλα τα απαραίτητα για τη θέση μου αντανακλαστικά και, σε οποιοδήποτε ερέθισμα, αντιδρώ άμεσα. Κάτι σαν το σκυλάκι του Παβλόφ. Μόνο που εκείνο είχε μια ανταμοιβή…

 - Εσύ δεν έχεις κάποια ανταμοιβή;

 - …Εξουσία.

 - Πώς νιώθεις με αυτήν;

 - Διαφορετικός… Δεν είμαι σαν τους άλλους. Δεν είμαι σαν εσένα. Δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι σαν εσάς…  Δεν είμαι καν σίγουρος ότι μπορώ, σε κάποιον σαν εσένα, να περιγράψω την αίσθηση που προκαλεί η εξουσία. Μπορώ να κάνω σχεδόν τα πάντα. Ένα τηλεφώνημά μου αρκεί για να κινητοποιήσει ένα ολόκληρο σύστημα. Άνθρωποι υπακούν στις εντολές μου. Άλλοι τρέχουν πίσω μου για να με χαιρετίσουν. Μπορώ να τους φορτώσω ψέματα, έπειτα ενοχές, μετά ελπίδα, και πάλι να τρέχουν πίσω μου…

Στάθηκε για λίγο...

Ξέρεις… όταν τους χαιρετάω, σχεδόν τους λυπάμαι. Ένα τσούρμο ανθρωπάκια, ανάξια για κάτι περισσότερο. Σφίγγω τα χέρια τους και λέω μέσα μου: «Ανθρωπάκια, δεν είμαι σαν εσάς. Ούτε εσείς θα θέλατε έναν από εσάς. Πείσατε τους εαυτούς σας ότι κανείς από το τσούρμο σας δεν είναι αρκετά καλός. Κι αν κάποιος από εσάς ξεχώριζε, δεν θα χρειαζόταν να κάνω τίποτα. Θα θεωρούσατε, τουλάχιστον, προδότη όποιον τολμούσε να σηκωθεί από την τίμια λάσπη της βιοπάλης σας και την ορθόδοξη αστική ηθική σας, και μόνοι σας θα τον κατασπαράζατε.»

 - Πιστεύουν, όμως, ότι εσύ θα τους δώσεις κάτι περισσότερο. Κι ίσως, αν δώσεις, να γευτείς την ηδύτητα της προσφοράς και της ανιδιοτέλειας.

 - Εγώ… την ηδύτητα της προσφοράς;

Γέλασε πάλι με σφιγμένο στόμα.

 - Έλα τώρα. Είσαι αρκετά έξυπνος για να κάνεις αυτή την παρατήρηση και σίγουρα δεν ανήκεις σε αυτό το τσούρμο ανθρωπάκια που φωτογραφίζονται δίπλα μου. Ξέρεις πολύ καλά ότι είμαι άλλο ένα επιτυχημένο πείραμα. Είπαμε, ένα σκυλάκι του Παβλόφ. Έχω λάβει όλη την εξαρτημένη μάθηση μέσα σε ένα πολύ καλά οργανωμένο σύστημα, που δεν αναγνωρίζει τη δική σας μικροαστική ηθική και τα ένστικτα της πίστης παρά μόνο ως εργαλεία ελέγχου. Κι όσο κι αν φαντάζει συγκινητικός ο μόχθος και η εργατικότητα του πάτου του κοινωνικού οικοδομήματος, να ξέρεις ότι οι περισσότεροι είναι βολεμένοι στο κέλυφος του ατομικισμού τους. Υπάρχουν, βέβαια, και κάποιοι που φλέγονται από ιδεώδη κοινωνικής δικαιοσύνης και όλα όσα ανυψώνουν το πνεύμα. Μα είναι λίγοι. Όχι λοιπόν, δεν τους βλέπω ισότιμα, αν αυτό με ρωτάς. Δεν ονειρεύομαι ένα οικοδόμημα όπου όλα τα δωμάτια θα έχουν τον ίδιο ήλιο και τον ίδιο αέρα. Κάποιοι θα ζουν σε υπόγειες τρύπες, με σύντροφο τη μούχλα και την υγρασία.

 - Είσαι αδίστακτος.

 - Ναι, είμαι. Και μη σκεφτείς ούτε στιγμή ότι το θεωρώ προσβολή.

 - Ας πάμε λίγο παλαιότερα. Πριν από το «πείραμα»

 - Τι εννοείς; Ωχ… μη μου αρχίσεις τις ψυχολογικές αναλύσεις για την παιδική ηλικία. Τις βαριέμαι αφόρητα.

 - Όχι, βέβαια. Δεν είμαι ο κατάλληλος γι’ αυτό. Αλλά θα ήθελα να ακούσω.

 - Επιμένεις;

 - Ναι.

 - Και τι θέλεις να μάθεις;

 - Τι θυμάσαι πριν μπεις στον «σωλήνα»…πριν αλλάξεις

 - Στον «σωλήνα»… σωστά. Θυμάμαι τη θάλασσα, όταν ήμουν μικρό παιδί. Όταν φυσούσε γλυκιά όστρια, ξάπλωνα πάνω στα κύματα και έκλεινα τα μάτια μου. Ο αέρας ήταν ζεστός και φανταζόμουν πως ήμουν Τουαρέγκ. Είχα δει ένα ντοκιμαντέρ γι’ αυτόν τον νομαδικό λαό και είχα εντυπωσιαστεί. Το ξέρεις ότι «Τουαρέγκ», στη γλώσσα τους, σημαίνει «ελεύθερος άνθρωπος»;

 - Όχι, δεν το γνώριζα.

 - Η όστρια έφερνε τη ζέστη και την κοκκινωπή σκόνη από τα μέρη όπου ζουν. Φανταζόμουν το πρόσωπό μου καλυμμένο με το βαμμένο σε λουλακί τουρμπάνι και άκουγα τους ήχους από το μονόχορδο βιολί των γυναικών, φτιαγμένο από νεροκολοκύθα, δέρμα ζώου και τρίχες αλόγου.

Ο ψηλόλιγνος άντρας έκλεισε τα μάτια και χαλάρωσε τα χέρια του. Το χαμόγελο λύθηκε από τον σφιχτό του κλοιό και αποκαλύφθηκε λοξό και γοητευτικό.

 Το Λιβυκό πέλαγος με κουβαλούσε απαλά, μέχρι που η  άμμος  άγγιζε την πλάτη μου…  

 - Τουαρέγκ… ελεύθερος. Τι άλλο θυμάσαι;

 - Την πρώτη φορά που πήγα στη Λυρική Σκηνή. Ήμουν παιδί. Θυμάμαι τα σκηνικά, το άρμα του ήλιου και τους χορευτές να ξεπηδούν από μέσα του. Ω… αυτοί οι χορευτές…Το πιο όμορφο θέαμα της ζωής μου.

 - Θα μπορούσες… κι εσύ να είσαι χορευτής; Θα το ήθελες;

Ο άντρας μισάνοιξε τα μάτια του, ίσα-ίσα για να ακροβατήσει ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, κι έπειτα τα ξανάκλεισε.

 - Ναι… θα το ήθελα. Ξέρεις… χορεύω καλά. Κάποιες φορές πηγαίνω σε κάποιο από τα σπίτια μου. Αφήνω έξω τους σωματοφύλακες. Και χορεύω. Χορεύω στο άδειο σαλόνι, στις σκάλες. Φτιάχνω δικές μου, φανταστικές χορογραφίες και μουρμουρίζω μια δική μου μουσική. Και νιώθω…

 - Ελεύθερος.

Ο ψηλόλιγνος άντρας έκανε μια σχεδόν επαγγελματική πιρουέτα, ένα ανάλαφρο άλμα, απόλυτα συγχρονισμένο με την κίνηση των χεριών του, και προσγειώθηκε απαλά πάνω στα αψεγάδιαστα παπούτσια του.

 - Σωστά… ελεύθερος. Ίσως ήταν λάθος να σου μιλήσω για όλα αυτά.

 - Σε ποιον άλλον θα μιλούσες;

Εκείνη την ώρα χτύπησε η πόρτα.

 - Κύριε Πρωθυπουργέ, έχετε αργήσει. Πρέπει να βγείτε στον αέρα.

Ο ψηλόλιγνος άντρας κούμπωσε το σακάκι του, ίσιωσε το μαλλί που είχε διατηρήσει τη φορά του άλματος και τίναξε τα πόδια του, σαν να ήθελε να διώξει τα τελευταία ίχνη της χορογραφίας.

 - Έρχομαι… ετοιμαζόμουν.

Κοίταξε για τελευταία φορά τον καθρέφτη.

 - Εις το επανιδείν… ψιθύρισε.

Και βγήκε, αφήνοντας την κάμαρα άδεια.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 28 Ιουνίου 2026 14:00

Προσθήκη σχολίου

Σιγουρευτείτε πως έχετε εισάγει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες με το σύμβολο (*). Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Youtube Playlists

youtube logo new

atticavoicepodcasts

atticavoiceyoutube

rafnews

rafdoumentaries

youtube logo new

© 2022 Atticavoice All Rights Reserved.