" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                               Μπρεχτ

Οι αρματολοί: Μια εξαιρετικά περίπλοκη υπόθεση Κύριο

"Το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές", Διονύσιος Σολωμός

 

Η περίπτωση των αρματολών είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα του πόσο περίπλοκη ήταν η κοινωνία μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την εποχή της Επανάστασης και αναδεικνύει με εκκωφαντικό τρόπο την αφέλεια με την οποία προσεγγίζεται και διδάσκεται η Ιστορία στα σχολεία για να γίνει τελικά κτήμα των περισσότερων μια επίπεδη αντίληψη ενός εξαιρετικά σύνθετου γεγονότος. Η σημερινή ανάρτηση παρακολουθεί την εξέλιξη του θεσμού των αρματολών προσπαθώντας να εξηγήσει την αλλόκοτη για πολλούς συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Μιας Επανάστασης που μετά τον πρώτο χρόνο και τις μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες, άρχισε να κατατρώγεται από τις εσωτερικές έριδες, που είχαν ως αιτία την πρωτοκαθεδρία του Αγώνα και τα όποια ωφελήματα θα πήγαζαν από αυτήν. Οι κοτζαμπάσηδες, οι «καλαμαράδες» και οι στρατιωτικοί έχουν γίνει ένα αξεδιάλυτο κουβάρι, ο εμφύλιος είναι προ των πυλών και οι φιλέλληνες εθελοντές αδυνατούν να πιστέψουν αυτά που βλέπουν.

Ειδικά στη Στερεά Ελλάδα, οι στρατιωτικοί, οι αρματολοί δηλαδή, έχουν τεράστια δύναμη, καθώς επί αιώνες ήταν ανεξάρτητοι από τους τοπικούς κοτζαμπάσηδες. Αντίθετα στην Πελοπόννησο, οι ντόπιοι αρματολοί που αποκαλούνταν κάποι, ήταν πάντοτε κάτω από τις διαταγές των προεστών. Εκεί, λοιπόν, στη Στερεά Ελλάδα, η κατάσταση κατά την περίοδο της Επανάστασης είναι χαοτική. Οι επαφές, τα αλισβερίσια και οι συμφωνίες των ντόπιων οπλαρχηγών με τους Τούρκους είναι μέρος της καθημερινότητάς του, σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί ποτέ κανείς να είναι βέβαιος εάν σε κάποια συμφωνία συντελείται προδοσία ή είναι κίνηση τακτικής από την πλευρά των οπλαρχηγών.

 

Ο Καραϊσκάκης και ο Ανδρούτσος είναι ίσως τα πιο τρανταχτά παραδείγματα των οπλαρχηγών της Στερεάς Ελλάδας και της τεράστιας δύναμης που είχαν αποκτήσει , σε σημείο να μπορούν να αψηφούν και να έρχονται σε σύγκρουση με την ελληνική επαναστατική κυβέρνηση. Και των δύο το τέλος ήταν τραγικό, αν και ακολούθησαν ακριβώς την αντίστροφη πορεία. Ο Καραϊσκάκης ξεκίνησε με τη ρετσινιά του προδότη, όμως τελικά πέθανε ως ήρωας. Ο Ανδρούτσος, αντίθετα, έχοντας μπει από την αρχή στην Επανάσταση και έχοντας γίνει θρύλος με τη μεγάλη του επιτυχία στο Χάνι της Γραβιάς, τελικά πέθανε ως προδότης.

Ο μεν Καραϊσκάκης πήγε από βόλι Τούρκου (αν και αυτό ακόμη αμφισβητείται από κάποιους) , ο δε Ανδρούτσος από χέρια Ελλήνων. Ο πρώτος πέθανε ως ήρωας, ενώ ο δεύτερος ως προδότης. Όλα ήταν θέμα συγχρονισμού και του σε ποια μεριά βρισκόταν ο καθένας τη στιγμή που τον βρήκε ο θάνατος. Πάντως, και ο Ανδρούτσος κάποια στιγμή αποκαταστάθηκε ως ήρωας. Ο μόνος που δεν αποκαταστάθηκε ποτέ ήταν ο Μαυροκορδάτος, ο οποίος θεωρήθηκε από όλους ο βολικός αποδιοπομπαίος τράγος για την ερμηνεία του χάους που προκάλεσαν οι δύο εμφύλιοι κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, επίσης, η ιδιαίτερη σχέση του Αλή Πασά με πάρα πολλούς Έλληνες οπλαρχηγούς, με πρώτους και καλύτερους τον Καραϊσκάκη και τον Ανδρούτσο. Ειδικά με τον Ανδρούτσο, η σχέση είναι σχεδόν πατέρα και γιου

Ας παρακολουθήσουμε όμως την ιστορία των αρματολών προσπαθώντας να βάλουμε τάξη σε μια εντελώς άτακτη κατάσταση

 

 

Η γέννηση των αρματολών

Πριν κιόλας από την τουρκική κατάκτηση, στον ορεινό κορμό της ελλαδικής χερσονήσου είχαν διαμορφωθεί ανεξάρτητες τοπαρχίες. Η σταδιακή αποσύνθεση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά και η διάλυση των πρόσκαιρων κρατών που δημιουργήθηκαν το 14ο αιώνα στη Βαλκανική, όπως το σέρβικο κράτος του Στέφανου Δουσάν ή το κράτος του Σκεντέρμπεη (Γεωργίου Καστριώτη) άφησαν χώρο για να δημιουργηθούν οι τοπαρχίες αυτές , δηλαδή τα κατοπινά αρματολίκια, οι οποίες είχαν αυτοδιοίκηση και διέθεταν ένοπλα σώματα που έπαιζαν κυρίως το ρόλο χωροφυλακής και αγροφυλακής.

Οι Βενετσιάνοι που θα καταλάμβαναν, στη συνέχεια, το χώρο της Ηπείρου και της Στερεάς Ελλάδας, δε θα μπορέσουν να υποτάξουν αυτά τα αυτόνομα τοπικά καθεστώτα και θα πετύχουν απλώς να αναγνωριστούν σαν επικυρίαρχοι, με δικαιώματα φόρου υποτελείας

Κατά τη διάρκεια των τουρκοβενετσιάνικων πολέμων του 17ου αιώνα, πραγματοποιείται μια δομική αλλαγή στο εσωτερικό καθεστώς των περισσότερων τοπαρχιών. Τα ένοπλα σώματα αυξάνουν, με τη βοήθεια των Βενετσιάνων, τη δύναμή τους και επιβάλλονται σαν εξουσία στην κάθε περιοχή καταλύοντας τις παλιές διοικητικές δομές της τοπαρχίας. Στην αλλαγή αυτή δεν συμμετέχει η Πελοπόννησος, στην οποία τα ένοπλα σώματα, που ονομάζονται κάποι, παραμένουν κάτω από τον έλεγχο των τοπικών αρχόντων, δηλαδή των κοτζαμπάσηδων. Και αυτό θα παραμείνει έως την κήρυξη της Επανάστασης

Όταν οι Βενετσιάνοι εκδιώκονται τελικά, η παλιά ισορροπία είναι αδύνατο να επιστρέψει. Οι αρχηγοί των ένοπλων σωμάτων, οι αρματολοί όπως ονομάστηκαν από τη βενετσιάνικη λέξη armatores, αρνούνται να υποταχτούν πια στον έλεγχο των κοτζαμπάσηδων. Οι συγκρούσεις που ακολουθούν είναι σκληρές και οι αρματολοί επιδεικνύουν τη δύναμή τους με μαζικές καταστροφές χωριών και λεηλασίες .

Αδυνατώντας να κάνουν διαφορετικά, τόσο οι Έλληνες δημογέροντες όσο και η οθωμανική διοίκηση υποχωρούν και αποδέχονται τους αρματολούς ως φορείς με αντάλλαγμα την καταβολή φόρου υποτελείας, στους Οθωμανούς αυτή τη φορά. Η κάθε ένοπλη ομάδα έχει έναν αρχηγό ο οποίος παίρνει τον τίτλο του «καπετάνιου» από τον Τούρκο δικαστή (τον κατή). Ο τίτλος αυτός, με την πάροδο του χρόνου, γίνεται κληρονομικός και μεταβιβάζεται από πατέρα σε γιο.

Η αρματολική ομάδα αποτελούσε πλέον τμήμα του στρατεύματος του πασά της περιοχής και ήταν υποχρεωμένη να εκστρατεύει μαζί του, όταν αυτός το απαιτούσε. Ο Αλή Πασάς, για παράδειγμα, σε όλους τους πολέμους του με τους Σουλιώτες στηρίχτηκε στους ντόπιους αρματολούς.

Η αρματολική ομάδα, επίσης, είχε ως καθήκον την προστασία των περιοχών τους από τις κλέφτικες ομάδες. Στην πραγματικότητα όμως, οι ομάδες αυτές άλλαζαν συνεχώς ρόλους μεταξύ τους. Αν ο αρματολός έχανε τη στήριξη του Τούρκου πασά, αυτός γινόταν αμέσως κλέφτης και στη θέση του έμπαινε κάποιος που μέχρι τότε ήταν κλέφτης. Αλλά και για όσο διάστημα ήταν κάποιος αρματολός, αυτό δεν τον εμπόδιζε να συνεργάζεται με κλέφτες είτε μέσα είτε έξω από την περιφέρειά του. Τα πάντα τα κινούσε το χρήμα και η επιθυμία για εξουσία και, προφανώς, ούτε υποψία εθνικής συνείδησης δεν υπήρχε σε αυτά τα σώματα

 

 

Πώς δινόταν το χρίσμα στον καπετάνιο του αρματολικιού

Οι προύχοντες παρουσιάζονταν με πλούσια δώρα στον πασά της περιοχής και του ζητούσαν να αναγνωρίσει ως καπετάνιο των αρματολών τον εκλεκτό τους, ο οποίος είχε γίνει εκλεκτός είτε δωροδοκώντας τους είτε απειλώντας τους

Ο πασάς τότε καλούσε το κζεμαέτι (δηλαδή τους μεγάλους φεουδάρχες της περιοχής), τον κατή (τον Τούρκο δικαστή) και το μουσελίμι (το ιερατείο που ερμήνευε τους νόμους) για να παρουσιάσει τον νέο καπετάνιο. Ο καπετάνιος παρουσιαζόταν, φορτωμένος και αυτός με πλούσια δώρα, μπροστά στους αξιωματούχους του πασά και με ταπείνωση δήλωνε υποταγή στις αρχές κι έδινε την υπόσχεση ότι θα μείνει πιστός στον «πολυχρονεμένο σουλτάνο».

Μετά τη δήλωση υποταγής, ο καπετάνιος έπαιρνε το μουρασελέ, δηλαδή τον επίσημο διορισμό. Ύστερα, έχοντας το διορισμό του πασά, επέστρεφε στο αρματολίκι του και αναλάμβανε την εξουσία του.

Την εξουσία αυτή μπορούσε να την μεταβιβάσει κληρονομικά στα παιδιά του. Αν δεν γινόταν αυτό, τότε μετά το θάνατό του — φυσικό ή δολοφονία—, άρχιζε ένας άγριος ανταγωνισμός ανάμεσα στους υποψηφίους για το αξίωμα, που συνήθως ήταν τα παιδιά ή τα αδέλφια του καπετάνιου ή τα πρωτοπαλίκαρά του. Περισσότερες πιθανότητες να πάρει τη θέση του καπετάνιου ήταν όποιος έπειθε περισσότερο τους Τούρκους για την ικανότητά του, την υποταγή του και τη γενναιοδωρία του. Στον αγώνα της διαδοχής του καπετάνιου συμμετείχαν και οι προύχοντες της περιοχής που κάθε ένας προωθούσε το δικό του υποψήφιο

Σχετικά με την εκλογή του καπετάνιου, αξίζει να σημειώσουμε πως αρχικά αυτή γινόταν από την αρματολική ομάδα. Στις πρώτες ομάδες, αρχηγός της ομάδας γινόταν ο πιο ικανός. Όμως, το μέτρο αυτό, σιγά σιγά ατόνησε και η ανάδειξη των καπετάνιων έπαψε να γίνεται από την ομάδα

 

 

Η διάρθρωση του αρματολικιού

Κάθε αρματολίκι χωριζόταν σε μικρότερες περιφέρειες που τις ονόμαζαν κόλια και τους επικεφαλής αυτών, κολτζήδες. Οι κολτζήδες στις περιοχές της ευθύνης τους, αναλάμβαναν τόσο την ασφάλεια της περιοχής από ενδεχόμενη επίθεση, όσο και την εσωτερική της αστυνόμευση.

Ο κολτζής διοριζόταν από το γενικό καπετάνιο του αρματολικιού. Πολλές φορές οι κολτζήδες αποκτούσαν μεγάλη δύναμη και μπορούσαν να αμφισβητήσουν την εξουσία του καπετάνιου.

Δίπλα στον καπετάνιο βρισκόταν το πρωτοπαλίκαρο, που εκτελούσε χρέη υπαρχηγού. Εκτός από τον καπετάνιο, το πρωτοπαλίκαρο και τους κολτζήδες του, τα παλικάρια μιας αρματολίτικης ομάδας χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες, ή σε τρεις «σκάλες».

Στην πρώτη «σκάλα», ανήκαν οι πιο έμπειροι και οι πιο έμπιστοι στον καπετάνιο αρματολοί και αποτελούσαν και την προσωπική ακολουθία του. Στη δεύτερη «σκάλα» ανήκαν παλικάρια, που είχαν προβιβασθεί σε αυτήν λόγω των ικανοτήτων αλλά και της αφοσίωσής τους στον καπετάνιο. Στην τρίτη «σκάλα» ανήκε η μεγάλη μάζα των ένοπλων μαχητών , κάθε ένας από τους οποίους έλπιζε στον προβιβασμό του στην ανώτερη κατηγορία.

Για να διοριστεί κάποιος καπετάνιος στα κόλια, έπρεπε να ανήκει στην πρώτη «σκάλα» και γι’ αυτό ο προβιβασμός ήταν το κυριότερο που απασχολούσε τους άντρες.

Οι προβιβασμοί γίνονταν στη γενική συνέλευση των παλικαριών στο τέλος του χρόνου. Εκεί, τα παλικάρια της πρώτης σκάλας έκαναν τις υποδείξεις για όσους έκριναν πως έπρεπε να προβιβαστούν και ο καπετάνιος τις επικύρωνε. Ο Κασομούλης γράφει γι’ αυτό: «Φυλαττομένη η αρχαιότητα τοιουτοτρόπως οι της πρώτης σκάλας επρότειναν το δίκαιον του προβιβασμού και ο καπετάνιος επροβίβαζε από κάθε καιρόν τρεις-τέσσερεις από την Γ' εις την Β' και από την Β' έως την A' σκάλαν».

Η δύναμη του αρματολικιού μπορούσε να ξεπερνά και τους 500 άντρες. Ο Κασομούλης λέει ότι η δύναμη του Στουρνάρα  στο αρματολίκι του Ασπροποτάμου, σε μια μεγάλη περιοχή που οριζόταν από τα βουνά Κόζιακας, Άγραφα και Τζουμέρκα, έφτανε στους 600 άντρες. Σε περίοδο πολέμου όμως, μπορούσε να στρατολογήσει και άλλους.

armatoloi01

 

Όλοι αυτοί οι άντρες δεν θα μπορούσαν να είναι έμπιστοι του καπετάνιου. Συχνά ήταν μικροομάδες με δικό τους καπετάνιο ή και μεμονωμένοι άντρες που προέρχονταν από διάφορες κλέφτικες ομάδες, που ήρθαν να υπηρετήσουν τον καπετάνιο του αρματολικιού για το μισθό και τα λάφυρα

Ήταν φυσικό, λοιπόν, ο καπετάνιος να μην τους έχει εμπιστοσύνη και γι’ αυτό το λόγο είχε πάντα δίπλα του μια πολύ αφοσιωμένη σ’ αυτόν φρουρά, η οποία αποτελούσε την ακολουθία του. Φρόντιζε, επίσης, κάποιους πολύ έμπιστους, να τους σκορπίζει στα διάφορα άλλα τμήματα του αρματολικιού, προκειμένου να έχει τον έλεγχο

Με αυτούς τους έμπιστους, ο καπετάνιος γυρνούσε στα χωριά το καλοκαίρι για να εξετάσει τα διάφορα ζητήματα που προέκυπταν. Το χειμώνα, ή έφευγε για τα Επτάνησα και την Πρέβεζα ή σε απάτητα μέρη, συνήθως στα χωριά, που οι κάτοικοί τους έφευγαν για να ξεχειμωνιάσουν στους κάμπους.

Ο καπετάνιος, ενώ στην κλέφτικη ομάδα αναδεικνυόταν κυρίως μέσα από τη δράση του, στο αρματολίκι μπορούσε να μεταβιβάσει κληρονομικά τη θέση του στα παιδιά του. Σε μικρότερο βαθμό το ίδιο ίσχυε για όλα τα παλικάρια της αρματολικής ομάδας. Με το πέρασμα στου χρόνου, οι καπετάνιοι έγιναν και ενοικιαστές φόρων στις περιοχές που ήλεγχαν, πέρα από τις ληστείες που έκαναν

Ο Π. Ροδάκης γράφει σχετικά: «Μέσα στο αρματολίκι ο καπετάνιος δημιουργεί προσωπική περιουσία, που συνήθως είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη των προυχόντων. Η κλεψιά, που αποτελεί ένα από τα στοιχεία της ζωής των αρματολών, συχνά τον κάνουν εύκολα πλούσιο. Με τον πλούτο του επηρεάζει ακόμα πιο πολύ την ομάδα του και το περιβάλλον του»

 

 

Οι αρματολοί με τη ματιά ενός ξένου

Ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα που εισπράττει και μας μεταφέρει ο γνωστός Άγγλος περιηγητής, William Gell, όταν κατά την επίσκεψή του στην Ιθάκη το 1806 έρχεται σε επαφή με κάποιες από τις ομάδες των αρματολών. Γράφει ο Gell:

“ … Μια συμμορία Ελλήνων ληστών, από τη γειτονική Στερεά Ελλάδα, πρόσθετε μια ασυνήθιστη πινελιά στην αξιοσημείωτη ενδυματολογική ποικιλία της Ιθάκης. Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, του οποίου η εξουσία εκτείνεται από την Αλβανία μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο, είχε αποφασίσει να αποστρατεύσει τις δυνάμεις - που κάτω από το όνομα Αρματολοί διατηρούσαν έναντι αμοιβής την τάξη στις επαρχίες του – και που θεωρούσε πως οι υπηρεσίες τους δεν ήταν πλέον απαραίτητες.

Οι καπετάνιοι αυτών των άτακτων συμμοριών, παρόλο που ήταν πλούσιοι ιδιοκτήτες γης, επέμειναν στην επανασύσταση του θεσμού και όταν ο Αλή Πασάς αρνήθηκε, άρχισαν να λεηλατούν τη χώρα, προσπαθώντας να τον εξαναγκάσουν να συμμορφωθεί. Στρατεύματα στάλθηκαν εναντίον τους και οι ληστές, των οποίων οι ιδιοκτησίες κατασχέθηκαν, κατέφυγαν στην Ιθάκη, όπου εκεί βρήκαν προστασία. Από τη μια μεριά γιατί αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Χριστιανούς και από την άλλη επειδή όσοι περίμεναν να ωφεληθούν από τη διάλυση της Τουρκικής αυτοκρατορίας ενθάρρυναν τις συγκρούσεις στις επαρχίες της.

Ένας από αυτούς τους καπετάνιους έφθασε στο νησί με ένα χρηματικό ποσό τόσο μεγάλο , ώστε κατόρθωσε να αγοράσει ένα καράβι και να αρματώσει ένα δεύτερο. Όταν τους προσφέρεται η ευκαιρία, οι αρματολοί εξακολουθούν να λεηλατούν τους άτυχους κατοίκους της υπαίθρου και επιστρέφουν στην Ιθάκη όταν οι δυνάμεις του Αλή Πασά τους πλησιάζουν»

«Αυτοί οι κλέφτες» συνεχίζει ο Gell, « τηρούν με απόλυτη ευλάβεια τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και οι ενοχές της εβδομάδας ξεπλένονται με τα πολλά Κύριε Ελέησον και τα προσκυνήματα στην εικόνα της Παναγίας … Αν και προστατεύονται από τις Αρχές της Επτανήσου Πολιτείας, είναι ολοφάνερο πως οι ντόπιοι τους χαρακτηρίζουν με την απέχθεια που εμπνέουν οι πράξεις τους».

 

ithaki

 

 

 

Η σχέση των αρματολών με τους κλέφτες

Οι αρματολοί διορίζονταν από τον τοπικό Τούρκο πασά για να καταπολεμούν τις ληστρικές επιθέσεις των κλεφτών. Η σχέση τους όμως αυτή, περιέκλειε ένα παράδοξο, για το οποίο ο A. Gerolymatos γράφει : «Οι κλέφτες, για να πιάσουν δουλειά ως αρματολοί, έπρεπε πρώτα να αποκτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερη φήμη, προκειμένου να κάνουν τις αρχές να επιθυμούν σφοδρά τον τερματισμό της εγκληματικής σταδιοδρομίας τους και να εγγυηθούν την πολυπόθητη αμνηστία. Και κατά ειρωνικό τρόπο, οι αρματολοί δεν μπορούσαν να καταπνίξουν τις συμμορίες κλεφτών ολοκληρωτικά χωρίς να απαλείψουν τον ίδιο το λόγο ύπαρξής τους. Εν τέλει, ο αρματολισμός ήταν κάτι ελάχιστα περισσότερο από ένα παιχνίδι λεπτών ισορροπιών, παιχνίδι που παιζόταν από τους κλέφτες και τους αρματολούς εις βάρος των χωρικών, οι οποίοι επιβίωναν είτε αποδεχόμενοι τον εκβιασμό ως τρόπο ζωής είτε παίρνοντας τα βουνά και στρεφόμενοι οι ίδιοι στη ληστεία, διαιωνίζοντας έτσι τον ήδη υπάρχοντα φαύλο κύκλο βίας και αταξίας»

Για αυτή την ισορροπία μιλάει και ο D. Brewer«Έτσι επιτεύχθηκε μια ευαίσθητη ισορροπία. Οι τουρκικές αρχές δαπανούσαν μόνο όσα ήταν απαραίτητα στους αρματολούς ώστε να διατηρούν κάποιον βαθμό δημόσιας τάξης. Οι αρματολοί έκαναν μόνο όσα ήταν απαραίτητα για να συγκρατήσουν τους κλέφτες ώστε να δικαιολογούν τον μισθό τους. Και οι κλέφτες επιδίδονταν σε όσες μόνο ληστείες ήταν απαραίτητες ώστε να συντηρούνται χωρίς να προκαλούν μεγάλες αντιδράσεις»

Όσοι αρματολοί έπεφταν σε δυσμένεια στις οθωμανικές αρχές και έχαναν τη θέση τους, ξαναγίνονταν κλέφτες και στη θέση του έμπαινε κάποιος που μέχρι τότε ήταν κλέφτης. Έτσι δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος. Μέσα σ’ αυτό τον φαύλο κύκλο ο κλέφτης συγκρούεται με τον αρματολό, ο οποίος έχει διοριστεί από την οθωμανική διοίκηση. Όταν, όμως, τον προσεγγίσει η οθωμανική διοίκηση και προσκυνήσει, ο κλέφτης γίνεται αρματολός και παύει πλέον να συγκρούεται με την οθωμανική πλευρά, αλλά τώρα την υπηρετεί και καταδιώκει τους άλλους κλέφτες

Η διαδικασία αυτή έχει διασωθεί σε πολλά δημοτικά τραγούδια. Στο τραγούδι «Οι Κατσουδαίοι», ο φοβερός κλέφτης Κατσούδας πηγαίνει στον πασά να προσκυνήσει:

 

“Έφταιξα, αφέντη μ’ έφταιξα και να με συμπαθήσεις,

Κάνε με τσεράκι σου να δεις το τι αξίζω,

να διώξουμε τους Βαλτινούς και τους Κοντογιανναίους»

 

Στο τραγούδι «Σάββας», ο ομώνυμος κλέφτης πηγαίνει κι αυτός να προσκυνήσει στον πασά:

 

«Πολλά τα έτη, αφέντη μου

Σάββα, καλώς μας ήρθες

Σάββα, πώς ήρθες, πώς περνάς, πώς ειν’ τα παλικάρια;

Σε προσκυνούν, αφέντη μου. Στους κάμπους κατεβήκαν

Κι εγώ ήρθα στο χουζούρι σου να πιάσω την ποδιά σου»

 

Όμως, πέρα από την εναλλαγή ρόλων που συνέβαινε μεταξύ κλεφτών και αρματολών, δεν ήταν λίγες οι φορές όπου οι αρματολοί συνεργάζονταν με τις κλέφτικες συμμορίες και σε ληστρικές επιδρομές. Όπως γράφει ο Π.Ροδάκης:

«Οι αυτόνομες πολεμικές ομάδες των αρματολών, υποτίθεται ότι είχαν ως καθήκον την προστασία των διάφορων περιοχών από κάθε είδους ληστρική πράξη. Και λέμε “υποτίθεται”, γιατί στην ουσία αυτές οι ίδιες εξελίχτηκαν σε πραγματική μάστιγα του τόπου. Συνεργαζόμενες με ληστρικές κλέφτικες συμμορίες —και χωρίς να “εμφανίζουν” τον καπετάνιο τους— οργάνωναν φοβερές επιδρομές έξω από το αρματολίκι, λεηλατώντας τους πάντες και τα πάντα και κάνοντας ενέργειες εξαιρετικής βιαιότητας (φόνους, εμπρησμούς κ.λπ.)»

Από αυτό το φαύλο κύκλο προέκυψε και ο παράδοξος όρος "κλεφταρματολός", ο οποίος σήμερα φαντάζει σχιζοφρενικός. Είναι σαν να λέμε “κλεφταστυνόμος” και πως οι αστυνομικοί συμπράττουν πολλές φορές με τους κλέφτες στις παράνομες δραστηριότητές τους. Λέτε να συμβαίνουν τέτοια πράγματα στις μέρες μας;

 

 

Η σχέση των αρματολών με τους κοτζαμπάσηδες - Κάποι

Η σχέση των αρματολών με τους κοτζαμπάσηδες ήταν ανταγωνιστική. Ο Π. Ροδάκης γράφει για τη σχέση αυτή : «Ο αρματολός δεν θα πάψει ποτέ να διεκδικεί την απόλυτη εξουσία στο αρματολίκι ή τουλάχιστο τη συμμετοχή του στα πλούτη που συνάζουν οι δημογέροντες με τους φόρους. Γι’ αυτό θα βρίσκεται σε διαρκή αγώνα μαζί τους. […] Με τους δημογέροντες έχουν κοινά συμφέροντα, μα τρώγονται για την εξουσία»

Αυτά συνέβαιναν στη Στερεά Ελλάδα, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και την Μακεδονία. Εκεί ο αρματολός πράγματι βρισκόταν σε ευθεία αντιπαράθεση με τον κοτζαμπάση διεκδικώντας για λογαριασμό του τα πρωτεία στην περιοχή. Αντίθετα, στην Πελοπόννησο, η δύναμη των κοτζαμπάσηδων δεν επέτρεψε τη δημιουργία παρόμοιων ανταγωνιστικών εξουσιαστικών θεσμών και, αντί του αρματολού, αναπτύχθηκε ο θεσμός του κάπου. Οι κάποι ήταν ένοπλα σώματα χριστιανών τα οποία, όμως, δεν υπάγονταν στη δικαιοδοσία του τοπικού Πασά, αλλά του εκάστοτε τοπικού κοτζάμπαση.

Ο Γ. Βλαχογιάννης σημειώνει για τους κάπους: «Η υπηρεσία των Κάπων ήταν εξάρτημα της υπηρεσίας του κοτζάμπαση, που τονέ διώριζε˙ η υπηρεσία των Αρματωλών στη Ρούμελη, δεν άκουε τον κοτζάμπαση παρά τον πασσά»

Έτσι, η δύναμη των κάπων, αν και ένοπλοι, ήταν σαφώς μικρότερης εμβέλειας από των αρματολών, αφού οι τελευταίοι ήταν κρατικοί αξιωματούχοι πλήρως ανεξάρτητοι στο αρματολίκι τους. Σημαντικοί κάποι υπήρξαν ο Κολοκοτρώνης, ο Πλαπούτας και ο Νικηταράς που είχαν υπηρετήσει την οικογένεια των Δεληγιανναίων

 

 

Ο Αλή – Πασάς και οι αρματολοί

Το 1785, Ο Αλή Τεπελενλής διορίζεται από την Πύλη, Δερβέναγας, δηλαδή γενικός επόπτης και φύλακας των ορεινών διαβάσεων της Ρούμελης.   Αμέσως μετά το διορισμό του ο Αλή Πασάς, με δύναμη 4.000 Αλβανών, κατεβαίνει από το Τεπελένι στα Τρίκαλα. Το 1786 διορίζεται επίσημα από το Σουλτάνο πασάς των Τρικάλων, ενώ το 1787 «αυτοδιορίζεται» και πασάς Ιωαννίνων μετά το θάνατο του εκεί πασά. Ο Σουλτάνος θα επικυρώσει λίγο αργότερα το διορισμό του ως ανταμοιβή για την επιτυχημένη εκστρατεία του εναντίον του ανυπότακτου πασά του Σκούταρι

 

alipasas

 

Πριν διοριστεί δερβέναγας, ο Αλή Πασάς ήταν ξακουστός κλέφτης. Ο Π.Ροδάκης γράφει για το ληστρικό πρότερο βίο του Αλή Πασά: «Η κατάσταση επιδεινώθηκε στην περίοδο των ρωσοτουρκικών πολέμων, όταν στις ληστρικές ομάδες των κλεφτών-αρματολών προστέθηκαν κι εκείνες των Τουρκοαρβανιτών, που ανέλαβαν κι αυτές έντονη δράση (πολλές φορές σε συνεργασία με τις πρώτες). Ανάμεσα στις επιδρομικές ομάδες των Τουρκαρβανιτών περιλαμβανόταν κι εκείνη του Αλή Τεπελενλή, που μάλιστα κατέλαβε και τα Ζαγόρια για κάπου 4 μήνες!»

Ο Αλή Πασάς, λοιπόν, από κλέφτης γίνεται πασάς. Από αρχηγός ληστρικής συμμορίας, μετατρέπεται σε φανατικό υπερασπιστή της τάξης και ξεκινά έναν ανελέητο πόλεμο ενάντια σε κλέφτες και αρματολούς προσπαθώντας να εξαφανίσει από την περιοχή τους Κλέφτες και να υποτάξει τους Αρματολούς. Στα πλαίσια αυτής της δράσης του συγκρούεται με τους Σουλιώτες, οι οποίοι δρούσαν ως κλέφτες στην περιοχή του. Μετά από μεγάλους αγώνες, κατορθώνει να τους νικήσει και να τους εκδιώξει. Στον αγώνα του εναντίον των κλεφτών χρησιμοποιεί τους Αρματολούς και, στη συνέχεια, στρέφει τον έναν αρματολό εναντίον του άλλου επιτυγχάνοντας τελικά έναν πλήρη έλεγχο της περιοχής του

Ο Στουρνάρας μιλάει στον Κασομούλη   για τη δράση του αρματολού πατέρα του εναντίον των κλεφτών υπό τις διαταγές του Αλή Πασά :

«Ο πατήρ μου ήτον γενναίος άνθρωπος και ενσυνείδητος. Ο Αλή πασάς εδυνάμωνεν, δεν ημπορούσε πλέον να υποθάλπει την κλεψιάν. Τους επολέμησεν λοιπόν ο πατήρ μου τους κλέφτες, τους εξώντωσε, πλην απέκτησε πολλούς εχθρούς. Ευρεθείς αναμεταξύ Αλή πασά και φίλων παλαιών κλεφτών δεν ημπορούσε να φερθή αλλέως»

Δεν είναι λίγοι – ανάμεσά τους και Έλληνες ιστορικοί – που υποστηρίζουν πως η δράση του Αλή Πασά έφερε ηρεμία και τάξη σε μια περιοχή που μαστιζόταν από τη ληστεία και τις επιδρομές. Αποδίδουν μάλιστα σε αυτόν, την ανάπτυξη του εμπορίου στην περιοχή της Ηπείρου, καθώς οι εμπορικοί δρόμοι έγιναν ασφαλείς

Χαρακτηριστικά, ο Σπ. Αραβαντινός γράφει «... εντός ολίγου δε επανήγαγε την τάξιν ούτως, ώστε πλείσται Χριστιανών οικογένειαι προσφυγούσαι ένεκα των ανηκέστων δεινών, άτινα εν τη Θεσσαλία πρότερον υφίσταντο, εις τας γειτονικάς επαρχίας, επανήλθον εις τας εστίας αυτών (...)

Ενώ ο Γ. Βαβαρέτος στο βιβλίο του «Ο Αλή πασάς από την άλλη πλευρά» εκτιμά πως : «Μία αναρχία εβασίλευε πέρα ως πέρα προ του Αλή. Κάθε αγάς, κάθε σπαχής, κάθε ατίθασος χριστιανός, έπαιρνε το ντουφέκι του, γινότανε κλέφτης και εννοούσε να κάμη και τα ξένα πράγματα δικά του. Απειρία από κλέφτικα τραγούδια υπάρχουν στην Ήπειρο άπειρα έχουν συλλέξει στις συλλογές τους ο Αραβαντινός, ο Χασιώτης, ο Ζαμπέλιος, ο Passow και άλλοι ξένοι, που αποδεικνύουν πληρέστατα ότι η Ήπειρος υπήρξε ένα διαρκές θέατρο του αγώνος των κλεφτών κατά των φιλήσυχων ραγιάδων, ένας διαρκής τόπος δράσεως των κακοποιών και φίλαρχων, τους οποιους μόνον ο Αλή πασάς κατόρθωσε να δαμάση, να καθυποτάξη και να εξαφανίση»

Ο Χρ. Περραιβός στην «Ιστορία του Σουλίου και της Πάργας» σημειώνει: «Ηγεμονεύσας ο Αλή Πασάς, κατήργησε εκ διαλειμμάτων την πολυαρχίαν και την αναρχίαν, καταστρέψας πολλούς τυραννίσκους Οθωμανούς και Έλληνες, μπέηδες, αγάδες και δημάρχους, οι οποίοι ετρέφοντο και εθησαύριζον εκ του ιδρώτος των υπηκόων του. Εκαθάρισε τας οδούς από τους κακούργους, διατάξας τους κατά επαρχίαν γνωρισμένους καπιτάνους να τους καταδιώκωσι και καταστρέφωσι. […] Εις όλας τας επαρχίας της ηγεμονίας του, έμποροι και παντός είδους επαγγέλματος άνθρωποι περιεφέροντο άφοβοι και ανεπηρέαστοι»

Ενώ, ο Νεόφυτος Δούκας γράφει ότι « .. τον έστειλε ο Θεός για να παιδεύει τους κακούς και να ευεργετεί τους καλούς, να ολιγοστεύει τα κακά και να αυξάνει τα καλά»

Ίσως ξαφνιάζεται κανείς διαβάζοντας τα παραπάνω και έχοντας ακούσει για τη βαρβαρότητα του εν λόγω ηγεμόνα. Μια βαρβαρότητα, όμως, η οποία όμως για την εποχή εκείνη δεν ήταν κάτι ξένο, ακόμη και σε δυτικές κοινωνίες. Όπως σημειώνει σχετικά ο J.C.Hobhouse  βλέποντας κρεμασμένους ληστές σε δέντρα πως «δεν πάνε πενήντα χρόνια από τότε που κάποιος θα μπορούσε να δει παρόμοια συμβάντα στην Αγγλία διασχίζοντας το Temple Bar»

Γενικά, η εικόνα του Αλή Πασά όπως την έχει φιλοτεχνήσει η επίσημη ελληνική ιστοριογραφία, είναι το λιγότερο ελλιπής. Η εικόνα αυτή δεν περιλαμβάνει τους ιδιαίτερους δεσμούς που είχε ο Αλή Πασάς με το ελληνικό στοιχείο και κρατάει επιμελώς στην αφάνεια το γεγονός πως στην αυλή του Αλή Πασά υπηρέτησαν πολλοί από τους πιο γνωστούς αρματολούς, όπως ο Καραϊσκάκης, ο Ανδρούτσος, ο Βαρνακιώτης, ο Ίσκος και ο Ράγκος. Ειδικά ο Καραϊσκάκης και ο Ανδρούτσος ήταν πρωτοπαλίκαρά του Αλή Πασά. Αλλά και Μποτσαραίοι και Τζαβελαίοι, από τις δύο μεγάλες οικογένειες του Σουλίου, βρέθηκαν να υπηρετούν στην αυλή του Αλή Πασά.

Είναι γνωστό επίσης ότι ο Αλή Πασάς συνδέθηκε με τη Φιλική Εταιρεία την οποία πιθανώς χρηματοδοτούσε, στο πλαίσιο βέβαια των δικών του προσωπικών φιλοδοξιών για ανεξαρτητοποίηση του κράτους του από το Σουλτάνο. Είναι, επίσης, βέβαιο πως η ανταρσία του Αλή Πασά κατά το Σουλτάνου προστάτευσε κατά τον πρώτο και κρίσιμο χρόνο της την Επανάσταση, δίνοντάς της πολύτιμο χρόνο, καθώς ανάγκασε τουρκικά στρατεύματα να φύγουν από την Πελοπόννησο και να πάνε στα Γιάννενα για να χτυπήσουν τον Αλή

 

 

Οι Αρματολοί της Στερεάς Ελλάδας λίγο πριν την Επανάσταση

 

Λόγω της διαμόρφωσης του ορεινού όγκου της Στερεάς Ελλάδας, η Στερεά Ελλάδα χωρίζεται σε δύο καθαρά τμήματα: τη Δυτική και την Ανατολική Στερεά. Οι αρματολοί της μίας μεριάς δεν ασχολούνται με τους αρματολούς της άλλης. Σε όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων μεταξύ των αρματολών για τον έλεγχο των διαφόρων αρματολικίων, οι αρματολοί της Δυτικής Στερεάς πολεμούσαν μεταξύ τους και το ίδιο έκαναν και οι αρματολοί της Ανατολικής Στερεάς.

Κατά την έκρηξη της Επανάστασης, στην Aνατολική Στερεά, στην περιοχή της Λιβαδειάς, ο σημαντικός αρματολός είναι ο Αθανάσιος Διάκος που έχει πάρει τη θέση του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Μετά το μαρτυρικό θάνατο του Αθανάσιου Διάκου από τους Τούρκους, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος επανέρχεται και γίνεται ο μεγάλος αρματολός της Ανατολικής Στερεάς

 

armatoloi

 

Στην περιοχή της Λαμίας, ο Δυοβουνιώτης. Στην περιοχή του Παρνασσού, ο μεγάλος αρματολός είναι ο Πανουργιάς. Στην Οίτη είναι οι Κοντογιανναίοι. Στην περιοχή του Τυμφρηστού, οι πιο γνωστοί ήταν οι Γιολδάσηδες και οι Κοτζιαμάνηδες. Στην περιοχή του Βάλτου, ήταν ο Καραΐσκος. Στο Ξηρόμερο, ο μεγάλος αρματολός είναι ο Γεώργιος Βαρνακιώτης. Στην περιοχή του Αμβρακικού, είναι ο Τσόγκας. Στην περιοχή των Τζουμέρκων, οι Στουρναραίοι. Στα Άγραφα, οι Μπουκουβαλαίοι και ο Ράγκος.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ήταν γιος, κατά πάσα πιθανότητα, του Δημήτριου Καραΐσκου, ο οποίος ήταν αρματολός. Ήταν όμως νόθος γιος και δεν μπορούσε να κληρονομήσει το αρματολίκι του πατέρα του. Ό,τι έκανε, το έκανε αργότερα με τις δικές του τις δυνάμεις. Πιο αναλυτικά, όμως, για το Γεώργιο Καραϊσκάκη όπως και για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τους πιο σημαντικούς οπλαρχηγούς της Στερεάς Ελλάδας, θα αναφερθούμε ιδιαίτερα.

 

 

Η συνείδηση των Αρματολών και τα "καπάκια" τους κατά τον Αγώνα του '21

Όπως αναφέραμε παραπάνω, οι άνθρωποι των βουνών, από ένα σημείο και μετά, εκβίαζαν στην ουσία την οθωμανική εξουσία με τη βία τους, ώστε αυτή να τους παραχωρήσει δικαίωμα εξουσίας στην περιοχή και να γίνουν Αρματολοί. Τότε είχαμε το λεγόμενο προσκύνημα. Ο αρματολός αποδεχόταν την οθωμανική εξουσία και λειτουργούσε ως εντολοδόχος της. Όταν ο αρματολός έχανε το αρματολίκι του, πολεμούσε τους Οθωμανούς ενώ, όταν οι Οθωμανοί του το ξαναπαραχωρούσαν, γινόταν σύμμαχός τους. Αυτή η επαμφοτερίζουσα στάση των αρματολών θα συνεχιστεί ακόμη και κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, μιλώντας για τους αρματολούς γράφει: «Ίσως οι άνθρωποι αυτοί, οι πλειότεροι τουλάχιστον εξ’ αυτών, δεν είχον συνείδησιν εθνικής και πολιτικής ανεξαρτησίας. Ίσως εμάχοντο κατά των Τούρκων ελαυνόμενοι μάλλον υπό σφοδροτάτου αυτοματισμού της ατομικής ελευθερίας και της χριστιανικής πίστεως, ή έχοντες το υψηλότερον αίσθημα της όλης πατρίδος»

Επί της ουσίας, δηλαδή, ο Παπαρρηγόπουλος αναγνωρίζει τον καιροσκοπισμό των αρματολών και τους καταλογίζει σαφή έλλειψη εθνικής αλλά και πολιτικής συνείδησης. Οι αρματολοί συγκροτούσαν μια παραδοσιακή κοινωνική ομάδα με προνόμια και οφέλη που είχαν εδραιωθεί από την προεπαναστατική περίοδο. Η εθνική τους συνείδηση ήταν υποτυπώδης, ενώ αντίθετα ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένη η τοπική συνείδηση. Η πολιτική τους συνείδηση επίσης, προερχόμενη από ένα σύστημα διοίκησης όπου ο κάτοχός της συγκέντρωνε όλες τις εξουσίες, τους εμπόδιζε να αποδεχτούν την υπεροχή της πολιτικής εξουσίας, που προσπαθούσαν να επιβάλλουν οι δυτικότροπες, αστικού προσανατολισμού, Διοικήσεις της επαναστατικής περιόδου

Εν πολλοίς, οι αρματολοί υπηρέτησαν κάθε κυβερνητικό σχήμα της επαναστατικής περιόδου, όταν αυτό τους εξασφάλιζε στρατιωτικούς βαθμούς, υλικές απολαβές και τα αρματολικά δικαιώματα στην περιοχή τους. Όταν έβλεπαν να κινδυνεύουν τα δικαιώματα αυτά, όταν οι μισθοί τους καθυστερούσαν να αποδοθούν ή μειώνονταν ή όταν διαπίστωναν κίνδυνο εξόντωσης από τις οθωμανικές δυνάμεις, δεν δίσταζαν να αποχωρήσουν από τον εθνικό αγώνα, να δηλώσουν υποταγή στους Οθωμανούς, ακόμη και να πολεμήσουν μαζί τους εναντίον των Ελλήνων, πάντα επί πληρωμή φυσικά

Είναι πολύ χαρακτηριστικό της καιροσκοπικής συμπεριφοράς τους, η στάση τους μετά την καταστροφική για τους Έλληνες μάχη στο Πέτα της Άρτας, όπου πλήθος αρματολών, φοβούμενο πως ο αγώνας έχει χαθεί, υποτάχθηκε στους Οθωμανούς, αφήνοντας ελεύθερες τις διόδους για τις Οθωμανικές δυνάμεις προς το Μεσολόγγι.

Όταν ο Μεχμέτ Ρεσίτ με τα στρατεύματά του αρχίζει να κινείται προς τον Νότο απερίσπαστος, ο μόνος που έχει μείνει να τον πολεμά είναι ο Βαρνακιώτης, ενώ οι υπόλοιποι αρματολοί της Στερεάς - Τσόγκας, Ράγκος, Καραϊσκάκης – μένουν μακριά και παρακολουθούν τις εξελίξεις.

Ο Μαυροκορδάτος, αναφέρει σχετικά: «Εκείνο που προ πάντων με λυπεί, είναι η ασυμφωνία και το να βλέπω ότι ο καθείς κινείται δια ίδια τέλη. Ο Ράγκος, είναι αρματολός της Δυτικής, κορισπονδάρει, δηλαδή επικοινωνεί, με τον Ισμαήλ πασάν, ο Καραϊσκάκης δεν ξεύρω με ποιον, ο καθείς του κεφαλιού του»

Αργότερα και ο Βαρνακιώτης θα προσκυνήσει και θα απομακρυνθεί εντελώς από τον Αγώνα

Ακόμη πιο σοκαριστικό είναι το γεγονός πως στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου, ένας μεγάλος αριθμός των προσκυνημένων αρματολών της Δυτικής Στερεάς, Ελλήνων αρματολών φυσικά, πολεμούσε στο πλευρό των Οθωμανών τους πολιορκημένους Έλληνες · ανάμεσά τους ο Ράγκος, ο Ίσκος, ο Βαλτινός και άλλοι

Αυτή η δήλωση υποταγής στους Οθωμανούς ή αλλιώς το προσκύνημα, ονομαζόταν «καπάκι». Ήταν τα περίφημα «καπάκια» των αρματολών της Στερεάς Ελλάδας. Αυτομολούσαν από τον εθνικό αγώνα και ξαναπροσκυνούσαν τον Οθωμανό διοικητή. Αργότερα, μπορεί να ξαναγύριζαν στο ελληνικό στρατόπεδο και τότε δήλωναν πως έκαναν ψευδοκάπακο, δηλαδή έκαναν καπάκι στα ψεύτικα για να προστατεύσουν τους πληθυσμούς της περιοχής από τουρκικά αντίποινα.

Τα καπάκια ήταν η αιτία των αδιάκοπων προστριβών των αρματολών με την επαναστατική κυβέρνηση, η οποία τους κατηγορούσε για προδοσία. Στην πραγματικότητα, όμως, ούτε για προδοσία είχε το δικαίωμα κανείς να τους κατηγορήσει, αλλά ούτε και για πατριωτισμό να τους επαινέσει, καθώς κάτι τέτοιο απαιτούσε την ύπαρξη εθνικής συνείδησης, η οποία όπως προαναφέραμε, ήταν υποτυπώδης στα στρώματα αυτά.

Παρόλα αυτά, η Επανάσταση είχε απόλυτη ανάγκη από τη συμμετοχή των συγκεκριμένων σωμάτων, καθώς αποτελούσαν τη μοναδική αξιόμαχη στρατιωτική της δύναμη, ιδιαίτερα μετά το 1822, όταν οι απειροπόλεμοι χωρικοί έπαψαν να συρρέουν με ενθουσιασμό στα εθνικά στρατόπεδα. Ένας από αυτούς, μάλιστα, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ανέβηκε στο ψηλότερο σκαλί της ιστορικής αποθέωσης, χάρη στις εξαιρετικές στρατιωτικές του ικανότητες

 

 

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης

Ο Καραϊσκάκης ήταν το νόθο παιδί μιας μοναχής, μιας καλογριάς όπως έχει διασωθεί ως έκφραση στη λαϊκή μας παράδοση. Ο πατέρας του ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, ο αρματολός Δημήτριος Καραΐσκος. Όπως αναφέραμε όμως, παραπάνω, ήταν νόθος γιος και δεν μπορούσε να κληρονομήσει το αρματολίκι του πατέρα του.

karaiskakis

 

Από μικρή ηλικία εντάσσεται σε κλέφτικες ομάδες, φυλακίζεται και τελικά εντάσσεται στα ένοπλα σώματα του Αλή Πασά. Κάποια στιγμή φεύγει και ενσωματώνεται στην κλέφτικη ομάδα του Κατσαντώνη. Όταν ο Κατσαντώνης εξοντώνεται, ο Καραϊσκάκης όπως και άλλοι ένοπλοι της ομάδας προσκυνούν τον Αλή Πασά και ο Καραϊσκάκης γίνεται σωματοφύλακάς του. Στην αυλή του Αλή Πασά παραμένει έως το 1820. Είναι η εποχή που ο Αλή Πασάς πολιορκείται από τα στρατεύματα του Σουλτάνου

Όταν αρχίζει η ελληνική Επανάσταση, ο Καραϊσκάκης βρίσκεται στη Στερεά και διστάζει να μπει στον αγώνα. Αντίθετα, εκείνη την περίοδο, συγκρούεται με τους Ράγκο και Μπουκουβάλα για τη διεκδίκηση του αρματολικιού των Αγράφων.

Ο Καραϊσκάκης, κατά τη διάρκεια της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου (Οκτώβρη έως Δεκέμβρη του 1822), δεν βρίσκεται μέσα στην πόλη ούτε μετέχει στην υπεράσπισή της στην υπεράσπιση του Μεσολογγίου. Παρόλα αυτά, το 1823 δίνει μια νικηφόρα μάχη κατά των Τούρκων στην περιοχή Σαβολάκου των Αγράφων. Μετά τη νίκη του αυτή, κατακτά σχεδόν αυτοδίκαια το δικαίωμα να είναι ο αρματολός της περιοχής. Έρχεται σε επαφή με τις οθωμανικές αρχές, δηλώνει προσκύνημα και γίνεται αρματολός στα Άγραφα, το 1823, μέσα στην Ελληνική επανάσταση.

Την ίδια εποχή, οι επαναστατικές αρχές στο Μεσολόγγι έρχονται σε επαφή με τον Καραϊσκάκη (και τους πιο σημαντικούς καπετάνιους της περιοχής) και του αποδίδουν το βαθμό του χιλίαρχου και στη συνέχεια του στρατηγού, αναγνωρίζοντας εκ των πραγμάτων την ισχύ του Καραϊσκάκη στην περιοχή των Αγράφων.

Η κατάσταση είναι τόσο ρευστή, ώστε από πλευράς του Καραϊσκάκη και άλλων οπλαρχηγών, από τη μία τους βλέπουμε να συμπράττουν με την ελληνική επαναστατική κυβέρνηση σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων και από την άλλη τους βλέπουμε κάθε έναν από αυτούς ξεχωριστά να συνδιαλέγεται και να διαπραγματεύεται με τους Τούρκους, κάνοντας αληθινά ή ψεύτικα καπάκια μαζί τους.

Το φθινόπωρο του 1823, ο Καραϊσκάκης καταφεύγει στην Ιθάκη, προκειμένου να συναντήσει έμπειρους γιατρούς για την αντιμετώπιση της φυματίωσης από την οποία έπασχε. Οι γιατροί του συστήνουν να μείνει στο νησί, όμως ο Καραϊσκάκης δεν κάθεται πολύ εκεί.

Στα τέλη του ίδιου χρόνου, επιστρέφει στη Ρούμελη. Εκεί όμως, έχει πλέον κυριαρχήσει ο Ράγκος. Ο Καραϊσκάκης, που το μόνο για το οποίο ενδιαφέρεται εκείνη την εποχή είναι η κυριαρχία στην περιοχή που θεωρεί δική του, προσπαθεί να κερδίσει την εύνοια του Μαυροκορδάτου, αλλά αυτός την έχει ήδη δώσει στον Ράγκο.

Ο Καραϊσκάκης, εξαγριωμένος, στέλνει γράμμα στον Κολοκοτρώνη ζητώντας ένα σώμα 300 Πελοποννησίων στρατιωτών για να διώξει τον Μαυροκορδάτο από το Μεσολόγγι. Η βοήθεια δεν έρχεται, όμως ο Καραϊσκάκης επιμένει. Αφού συγκροτεί ένα πολυάριθμο τμήμα ενόπλων, εγκαθίσταται στο Αιτωλικό. Όμως, μια σειρά από ενέργειές του, όπως η ματαίωση της εκστρατείας στην περιοχή της Άρτας, αλλά και η απαγωγή προεστών του Μεσολογγίου, τον φέρνει σε ολοκληρωτική ρήξη με τοις επαναστατικές αρχές.

Έτσι, το Μάρτιο του 1824, η «Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος» κρίνει τον Καραϊσκάκη ένοχο «εσχάτης προδοσίας» και τον διατάζει να αναχωρήσει από το Αιτωλικό. Πράγματι, ο Καραϊσκάκης φεύγει από το Αιτωλικό, επιχειρώντας όμως να καταλάβει τα Άγραφα από τον Γιάννη Ράγκο.

Αφού αποτυγχάνει, στέλνει επιστολή συγγνώμης προς τον Μαυροκορδάτο, όμως ο Μαυροκορδάτος δεν του απάντησε ποτέ. Τον Ιούνιο του 1824 καταφεύγει στο Ναύπλιο, στην έδρα της Διοίκησης. όπου η κυβέρνηση αποφασίζει τελικά να τον δεχτεί και τον θέτει υπό τις διαταγές της.

Στα τέλη του 1824 ηγείται του δεύτερου εμφυλίου εκστρατεύοντας εναντίον των Πελοποννησίων, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές και λεηλασίες. Ο Μακρυγιάννης γράφει χαρακτηριστικά: « …πήγαν στην Κερπινή, εις το σπίτι του κυρίου Ζαΐμη και ο Καραϊσκάκης το κυβέρνησε, όπου δεν του άφησαν οι άνθρωποί του ούτε στάχτη μέσα – και οι άλλοι πήγαν εις άλλα σπίτια και χωριά»

Από το 1825, και μετά από αλλεπάλληλες παλινωδίες, ο Καραϊσκάκης τάσσεται πλέον ολοκληρωτικά στον εθνικό αγώνα όπου εκεί θα δείξει τη στρατιωτική ιδιοφυΐα του. Το ηρωϊκό του τέλος θα έρθει σε μια αψιμαχία στο Φάληρο, κατά τη διάρκεια προετοιμασιών του ελληνικού στρατού για το σπάσιμο της πολιορκίας της Ακρόπολης από τους Τούρκους και την απελευθέρωση των πολιορκημένων Ελλήνων.

Ο Καραϊσκάκης με τα στερνά του, διέγραψε τα πρωτινά του και οι αδιαμφισβήτητες στρατηγικές του ικανότητες μαζί με τον ηρωϊκό του θάνατο τον παρέδωσαν στη συλλογική συνείδηση ως έναν από τους μεγαλύτερους ήρωες της Επανάστασης, με μόνο τον Κολοκοτρώνη να τον υποσκελίζει σε φήμη

Όπως έγραψε ο Παπαρρηγόπουλος στον πρόλογο της βιογραφίας του Καραϊσκάκη : « Ο Καραϊσκάκης δύναται τω όντι να θεωρηθεί ως το γνησιότερον, ούτως ειπείν προϊόν της Ελληνικής Επαναστάσεως … Εν αρχή της Επαναστάσεως ο Καραϊσκάκης είναι ουδέν άλλο, ειμή εις των παλαιών κλεπτών και αρματολών, ους παρεσκεύασεν η προηγούμενη εποχή … η ηθική αξία της κυβερνητικής του έθνους ενότητος ακατάληπτος έτι αυτώ. Η όλη φιλοτιμία του περιορίζεται εις το λάβει το αρματωλίκιον των Αγράφων. Αλλά περί το 1825, ο αυτός άνθρωπος ενυψούται βαθμηδόν …»

 

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, αντίθετα, είχε την ακριβώς αντίθετη πορεία από αυτήν του Καραϊσκάκη, καθώς μπαίνει από νωρίς στον αγώνα, δοξάζεται από πολύ νωρίς στο Χάνι της Γραβιάς και, όμως, πεθαίνει δολοφονημένος από ελληνικά χέρια ως προδότης. Αρκετές δεκαετίες αργότερα, το όνομά του θα αποκατασταθεί και θα αρχίσει και αυτός να τιμάται, ισάξια με τους πιο μεγάλους οπλαρχηγούς.

 

image0000136B

 

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν γιος του Ανδρέα Βερούση, μεγάλου κλέφτη και αρματολού και αδελφοποιητού του Αλή Πασά, από τα χρόνια που και αυτός ήταν μεγάλος κλέφτης. Γύρω στα 1806, όταν ο Αλή Πασάς έμαθε πως ο αδελφοποιητός του είχε αφήσει ορφανό ένα αγόρι, ζήτησε και τον πήρε στα Γιάννενα

Ο Ανδρούτσος σύντομα αναδεικνύεται σε διοικητή του σώματος των σωματοφυλάκων, του Αλή. Ο Αλής, εκτιμώντας τις ικανότητες του Ανδρούτσου, του αναθέτει το αρματολίκι της Λιβαδειάς. Εκεί ο Οδυσσέας θα συγκρουστεί τόσο με τους προύχοντες, όσο και με τους κλέφτες της περιοχής, στο πλαίσιο της πολιτικής του Αλή Πασά να εξαλείψει τους κλέφτες από τις περιοχές που βρισκόταν υπό τη δικαιοδοσία του

Το 1818, ο Ανδρούτσος κατηχείται στη Φιλική Εταιρεία. Ήδη, η Φιλική Εταιρεία είχε διεισδύσει στην αυλή του Αλή πασά. Ο Ανδρούτσος συνεχίζει τη δράση του κάτω από τις διαταγές του Αλή Πασά, ενώ παράλληλα βρίσκεται σε επαφή με Έλληνες επαναστάτες

Το Μάϊο του 1821 πετυχαίνει να αναχαιτίσει τις πολυπληθείς οθωμανικές δυνάμεις στην ξακουστή μάχη στο χάνι της Γραβιάς, η οποία του δίνει μεγάλη δόξα και φήμη. Από κει και πέρα η δράση του είναι αμφίσημη. Πότε φαίνεται πως είναι ο εντολοδόχος του Αλή Πασά, πότε πως έχει έρθει σε συμφωνία με τους Οθωμανούς και πότε φαίνεται ως αγωνιστής της Επανάστασης. Το πιο πιθανό είναι πως πάντα λειτουργούσε με αποκλειστικό σκοπό το δικό του όφελος, παρακολουθώντας τις εξελίξεις και ελισσόμενος ανάλογα.

Ο ατίθασος χαρακτήρας του τον φέρνει σε σύγκρουση με την κεντρική διοίκηση. Μάλιστα, το Μάιο του 1822 σκοτώνει απεσταλμένους της διοίκησης, θεωρώντας – πιθανόν όχι άδικα - πως είχαν έρθει για να τον σκοτώσουν. Η κυβέρνηση τον επικηρύσσει, όμως η δύναμη και η δημοφιλία του Ανδρούτσου την αναγκάζει να του δώσει άφεση

Και όχι μόνο αυτό, αλλά τον Ιούνιο του 1822, του αναθέτει τη διοίκηση της πόλης των Αθηνών, όπου οι κάτοικοι του επιφυλάσσουν θερμή υποδοχή και τον υποδέχονται ως ήρωα. Παράλληλα, το Σεπτέμβρη του 1822, οι πρόκριτοι της Ανατολικής Στερεάς τον χρίζουν αρχιστράτηγο της Ανατολικής Ελλάδας

Παρόλα αυτά, οι συγκρούσεις του Ανδρούτσου με την κυβέρνηση θα συνεχιστούν και θα ενταθούν. Στην πραγματικότητα, πιο πολλές είναι οι ραδιουργίες μεταξύ των Ελλήνων εκείνη την περίοδο, παρά οι συγκρούσεις τους με τους Τούρκους. Η κυβέρνηση θέλει πλέον να εξοντώσει τον Ανδρούτσο, ενώ και ο Ανδρούτσος απειλεί με τη σειρά του. Οι ιστορικοί γράφουν για αρκετές προσπάθειες δολοφονίας του Ανδρούτσου από κυβερνητικούς, ενώ και για τον Ανδρούτσο λέγεται πως ήθελε να δολοφονήσει τον Μαυροκορδάτο

Ο Ανδρούτσος στριμώχνεται όλο και περισσότερο και τελικά προβαίνει σε συζητήσεις και συμφωνίες με τους Τούρκους, προκειμένου ο ίδιος να γλιτώσει. Ακόμη και μέσα σε αυτή την εξαιρετικά σύνθετη περίοδο , όπου οι συζητήσεις και οι συμφωνίες των οπλαρχηγών με τους Τούρκους ήταν κάτι συνηθισμένο και συνήθως δικαιολογούνταν ως κίνηση τακτικισμού από πλευράς των οπλαρχηγών, η κατάσταση με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο γίνεται μη αναστρέψιμη.

Η κυβέρνηση στέλνει το πρώην πρωτοπαλίκαρό του, τον Γκούρα, ο οποίος αναγκάζει τον Ανδρούτσο να παραδοθεί.

Ο Μακρυγιάννης, παίρνει ξεκάθαρα το μέρος του Οδυσσέα Ανδρούτσου και χαρακτηρίζει πουλημένο και άρπαγα τον Γκούρα: «Του γιόμωσε του Γκούρα ο Κωλέττης λίρες, του γιόμωσε το δισάκι απ’ αυτές και από τα λάφυρα του Νοταρά, του Σισίνη κι αλλονών, τον ίδιο και τον Κατζικοστάθη. Αφού τους έκανε αυτείνη την καλωσύνη ο Κωλέττης, τον πουλημένο άνθρωπο κι άρπαγο τον έκανε αρχηγό να πάγη εναντίον του Δυσσέως… έτζι πάει ο δυστυχής Δυσσέος. Ήρθε τούτες τις μέρες εδώ ο Γκούρας, γιόμωσε το δισάκι του λίρες, επικύρωσε και στην κυβέρνηση άλλες οχτακόσιες χιλιάδες γρόσια, ότι κάνει να λάβει από την κυβέρνηση…»

Το Μάϊο του του 1825, ο Ανδρούτσος οδηγείται σιδηροδέσμιος στην Αθήνα. Εκεί όπου τα πλήθη τρία χρόνια νωρίτερα τον υποδέχονταν ως ήρωα, τώρα τον φτύνουν και τον αποκαλούν προδότη

Όπως έχει γράψει ο Gustave le Bon, στην «ψυχολογία των όχλων» : “Το κύρος χάνεται πάντα με την αποτυχία. Τον ήρωα που η μάζα επευφημούσε την προηγούμενη μέρα, τον προπηλακίζει την επομένη, αν τον έχει πλήξει η μοίρα. Η αντίδραση θα είναι επίσης τόσο περισσότερο έντονη όσο το κύρος θα έχει υπάρξει πιο μεγάλο. Ο όχλος θεωρεί τότε τον εκπεπτωκότα ήρωα ως όμοιο του, και εκδικείται που έσκυψε μπροστά σε μια υπεροχή που δεν αναγνωρίζει πια”

Ο Ανδρούτσος, τελικά, στραγγαλίζεται και γκρεμίζεται από τα βράχια της Ακρόπολης.

Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, όταν μιλά για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο : «Α, διατί να μην πέσει την ημέραν εκείνην ο Οδυσσεύς;» γιατί να μην σκοτωθεί ο Οδυσσέας στο Χάνι της Γραβιάς; «Επιζήσας ουδέν μεν μέγα διέπραξεν έκτοτε καίτοι κτησάμενος υπεροχήν ομολογουμένην. Περιποιήσας δε εις την φιλαρχίαν αυτού χαρακτήρα όντως προδοτικόν ετελεύτησε δέσμιος οικτρώς»

Παρόλα αυτά, έστω και αν χρειάστηκε να περάσουν πενήντα χρόνια, η μνήμη του Οδυσσέα Ανδρούτσου ως ήρωα αποκαταστάθηκε πλήρως το 1872 και έκτοτε, τιμάται ως ήρωας όπως και οι υπόλοιποι αρχηγοί της Επανάστασης. Ο Γκούρας, ο οποίος τον συνέλαβε, τον μετέφερε στην Αθήνα και διέταξε την εκτέλεσή του περιγράφεται έκτοτε με μελανά χρώματα

 

Πηγές

Αρματολοί και κλέφτες, του Π.Ροδάκη

"Η Επανάσταση του 1821. Ένα δύσκολο εγχείρημα μιας περίπλοκης κοινωνίας"  Μαρία Ευθυμίου

"Κλέφτες, Αρματολοί και κάποι" , Ερανιστής

«Αλή Πασάς», συλλογικό έργο από τα «Ιστορικά» της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 74, (15/3/2001)

«Οι οπλαρχηγοί της Στερεάς Ελλάδας», συλλογικό έργο από τα «Ιστορικά» της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 111, (29/11/2001)

«Γεώργιος Καραϊσκάκης», συλλογικό έργο από τα «Ιστορικά» της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 128, (23/3/2002)

«The geography and antiquities of Ithaca», by William Gell

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 06 Οκτωβρίου 2021 11:54

Προσθήκη σχολίου

Σιγουρευτείτε πως έχετε εισάγει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες με το σύμβολο (*). Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Χρήσιμα

farmakia

HOSPITAL

© 2021 Atticavoice All Rights Reserved.