" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                               Μπρεχτ

Η άλωση της Τριπολιτσάς. Η σφαγή, τα αλισβερίσια, το πλιάτσικο, η επιδημία Κύριο

  

«το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, 32.000, μια ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς...»

Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα

 

Η άλωση της Τριπολιτσάς είναι ένα από τα πιο αιματηρά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Ίσως μόνο η σφαγή των Ελλήνων της Χίου από τους Τούρκους, ξεπερνά σε μέγεθος αυτό που συνέβη κατά την άλωση της πρωτεύουσας του Μοριά από τους Έλληνες πολιορκητές.

Είναι χαρακτηριστικό πως οι σφαγές σε βάρος των Τούρκων και των Εβραίων αμάχων – γυναικών, παιδιών και γερόντων - από τους Έλληνες, προκάλεσαν την οργή και τη δυσφορία πλήθους φιλελλήνων που είχαν έρθει στην ελληνική γη για να πολεμήσουν σε έναν Αγώνα που νόμιζαν αφελώς πως επρόκειτο για αγώνα μεταξύ ευγενών και βαρβάρων. Η απογοήτευση που ένιωσαν, ανάγκασε πολλούς από αυτούς να εγκαταλείψουν τον αγώνα των Eλλήνων. Έπρεπε να ακολουθήσουν οι μεγάλες σφαγές των Τούρκων στη Χίο και στα Ψαρά και η ηρωϊκή έξοδος του Μεσολογγίου για να αναπτερωθεί ξανά το φιλελληνικό κίνημα στην Ευρώπη

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, προσπαθώντας να παρακολουθήσουμε σε κάθε του διάσταση ένα από τα πιο κομβικά γεγονότα στην πορεία της Επανάστασης, που ανέδειξε ένα πλήθος παράπλευρων ζητημάτων, καθοριστικών για το χαρακτήρα που θα έπαιρνε η Επανάσταση

 

 

Η Τριπολιτσά πριν την Επανάσταση

 

Τρίπολη, Τριπολιτσά, Ντρομπολιτσά … Ο στίχος του γνωστού δημοτικού άσματος « Σαράντα παλικάρια … πάνε για να πατήσουνε την Ντρομπολιτσά » δεν είναι η μοναδική μαρτυρία για τον αρχικό τύπο του ονόματος της πόλης. Η αρχαιότερη αναφορά του αρχικού ονόματος της πόλης γίνεται στο έργο ενός ύστερου Βυζαντινού χρονικογράφου, του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη, ενώ σε έναν κατάλογο του 1467 που περιλαμβάνεται στα «Ενετικά Χρονικά», η Droboliza αναφέρεται ως ερειπωμένο κάστρο. Η Ντροπόλιτσα ανήκει στα τοπωνύμια εκείνα που σχηματίστηκαν από τα Σλάβικα φύλα που κατέβηκαν στην Αρκαδία, αλλά και γενικότερα στις ελλαδικές επαρχίες του Βυζαντίου στις αρχές του 8ου αιώνα

Μετά την οριστική αφομοίωση των σλαβικών φύλων από τον ντόπιο ελληνικό πληθυσμό της Αρκαδίας και που η κάθοδός τους άφησε τα ίχνη της σε πολλά τοπωνύμια της περιοχής, μια άλλη ομάδα αλλόγλωσσων, οι Αλβανοί, εγκαθίστανται στα αρκαδικά εδάφη το 14ο αιώνα. Εκεί, μαζί με τους Έλληνες, αναλαμβάνουν τη φύλαξη των ορεινών κάστρων γύρω από το οροπέδιο της Τριπολιτσάς για λογαριασμό των αυτοκρατόρων του Δεσποτάτου του Μυστρά

Με την είσοδο του 16ου αιώνα, στην περίοδο της Τουρκοκρατίας πλέον, ο μικρός οικισμός γύρω από το κάστρο της Ντρομπόλιτσας, ευνοημένος από την προνομιούχα θέση του, αρχίζει να αναπτύσσεται. Κατά τη διάρκεια της σύντομης Ενετοκρατίας (1685-1715), η Τριπολιτσά γίνεται πρωτεύουσα επαρχίας με 61 χωριά. Διοικητικά ανήκει στην περιφέρειας της Ρομανίας με πρωτεύουσα το Ναύπλιο. Το 1700, η Τριπολιτσά έχει πληθυσμό 966 κατοίκων, ενώ στο σύνολο της επαρχίας της ο πληθυσμός φτάνει τους 6426

Μετά την ανακατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους το 1715, και μετά από μια σύντομη κατοχή των Ενετών που κράτησε τριάντα χρόνια, η Τριπολιτσά γίνεται το διοικητικό κέντρο της Πελοποννήσου και συνεχίζει να αναπτύσσεται. Εκεί γίνονται πλέον όλες οι υπεκμισθώσεις φόρων και προσόδων από διάφορες δραστηριότητες, όπως αλυκές, ορυχεία, και άλλα. Ισχυροί γαιοκτήμονες της Αρκαδίας εγκαθίστανται στην Τριπολιτσά και επενδύουν στο εξαιρετικά προσοδοφόρο έργο της είσπραξης των φόρων και των προσόδων. Η Τριπολιτσά μετατρέπεται σε σημαντικό χρηματιστικό κέντρο τοκογλύφων και εξαγωγικού εμπορίου.

 tzami

Το τζαμί της Τριπολιτσάς σε χαλκογραφία εποχής

 

Η ανάπτυξη αυτή διακόπτεται προσωρινά από την αποτυχημένη Επανάσταση των Ορλώφ. Κατά τη διάρκεια των Ορλωφικών, όπως ονομάστηκε το αποτυχημένο κίνημα ανεξαρτησίας των Ελλήνων που υποκινήθηκε από τους Ρώσους και πήρε το όνομά του από τους αδελφούς Ορλώφ οι οποίοι ήταν επικεφαλής της επιχείρησης, ο Ρώσος λοχαγός Μπάρκοφ, κινούμενος έναντίον της Τριπολιτσάς, το 1770, αποτυγχάνει να την καταλάβει. Ως αντίποινα, οι Τούρκοι προβαίνουν σε εκτεταμένες σφαγές των χριστιανών

Μετά την αποτυχημένη επανάσταση των Ορλωφικών, η Τριπολιτσά οχυρώνεται με ένα επιβλητικό τείχος πλάτους 2 και ύψους 5,5 μέτρων. Λίγο πριν την Επανάσταση, ο πληθυσμός της Τριπολιτσάς ξεπερνά τους 26.000. Τα περισσότερα από τα 2.500 σπίτια της είναι φτωχικά ισόγεια. Υπάρχουν όμως και τα αρχοντικά των ισχυρών Τούρκων και Ελλήνων.

 

Ο Μόρα Βαλεσή

 

Κατά τη δεύτερη περίοδο της Τουρκοκρατίας (1716-1821), η Πελοπόννησος αποτελεί ξεχωριστό πασαλίκι, με διοικητή πασά που εδρεύει στην Τριπολιτσά. Ο τίτλος του πασά είναι Μόρα βαλεσή, που σημαίνει διοικητής του Μοριά. Πρόκειται για αξίωμα με μεγάλο κύρος, το οποίο ανατέθηκε κατά καιρούς σε σημαντικές προσωπικότητες

Ο Μόρα βαλεσή, εκτός από την ευθύνη της υπεράσπισης της Πελοποννήσου από τυχόν εξωτερικούς κινδύνους ή εσωτερικές ανατρεπτικές ενέργειες, έχει και την ευθύνη της ενίσχυσης του οθωμανικού στρατού σε οποιοδήποτε σημείο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κρίνεται απαραίτητο. Έτσι, ο Βελή Πασάς της Πελοποννήσου (γιος του Αλή Πασά των Ιωαννίνων) διατάχθηκε να ενισχύσει τον οθωμανικό στρατό στο Δούναβη εναντίον των Ρώσων, ενώ το 1821 ο Χουρσίτ πασάς της Πελοποννήσου έλαβε την εντολή να καταστείλλει την ανταρσία του Αλή Πασά

 

Hursit Pasas

Ο Μόρα Βαλεσή, Χουρσίτ Πασάς

 

Επειδή η Πελοπόννησος αποτελεί μεθόριο περιοχή για το οθωμανικό κράτος, η σημασία της υπεράσπισής της είναι πολύ μεγάλη και ο πασάς της προάγεται, αν δεν κατέχει ήδη το αξίωμα αυτό, σε πασά τριών ιππουρίδων. Η ιππουρίδα είναι δεμένη στο πίσω μέρος του κονταριού του πασά και είναι δηλωτική του στρατιωτικού του βαθμού. Τη στιγμή που σε άλλα πασαλίκια οι πασάδες διοικητές έχουν δύο. Τον τίτλο του πασά, δύο ιππουρίδων όμως, φέρουν και οι διοικητές σημαντικών κάστρων της Πελοποννήσου, όπως του Ναυπλίου και της Μεθώνης

 

Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα

 

Στις 9 Νοεμβρίου 1820, μπαίνει στην Τριπολιτσά με κάθε επισημότητα, ο νέος Μόρα Βαλεσή, ο Χουρσίτ πασάς, ένας από τους πιο ικανούς αξιωματικούς του Σουλτάνου. Η επιλογή του Χουρσίτ από την Υψηλή Πύλη γίνεται, γιατί πληθαίνουν οι φήμες για επικείμενη εξέγερση των Ελλήνων.

Ο Σουλτάνος όμως την ίδια εποχή, αντιμετωπίζει και ένα άλλο πρόβλημα, που το αξιολογεί ως πιο σοβαρό και αυτό δεν είναι άλλο από την εξέγερση του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, που προσπαθεί να αυτονομηθεί από την Οθωμανική εξουσία. Η εξέγερση του Αλή Πασά αναγκάζει το Σουλτάνο να ζητήσει από το Χουρσίτ πασά να μεταβεί στην Ήπειρο, προκειμένου να πατάξει την ανταρσία του Αλβανού αξιωματούχου.

Η εντολή φτάνει στο Χουρσίτ στις 6 Ιανουαρίου του 1821. Αντικαταστάτης του ορίζεται ο Μεχμέτ Σαλήχ, ο οποίος ούτε τις ικανότητες του Χουρσίτ έχει, ούτε τις απαραίτητες στρατιωτικές δυνάμεις για να καταπνίξει την όποια ενδεχόμενη, επαναστατική κίνηση. Οι συνθήκες για την έναρξη της ελληνικής επανάστασης στο Μοριά γίνονται ανέλπιστα ευνοϊκές. Η ανταρσία του Αλή Πασά εξελίσσεται ως ένας εξαιρετικά ευνοϊκός αντιπερισπασμός για την ελληνική εξέγερση

Την ίδια μέρα που φτάνει η διαταγή της μετάβασης του Χουρσίτ στην Ήπειρο, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αποβιβάζεται στη Μεσσηνία μαζί με τον Αναγνωσταρά. Η απροθυμία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη να τους συλλάβει, θορυβούν ακόμη περισσότερο τους Τούρκους. Και με το δίκιο τους, αφού μετά από λιγότερο από 2 μήνες, οι Μανιάτες του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη κηρύσσουν ανυπακοή στους Τούρκους στην Αρεόπολη και ξεκινούν με τον Κολοκοτρώνη και τους υπόλοιπους για την πολιορκία της Καλαμάτας.

Η εξέγερση έχει μεταφερθεί για τα καλά στο Μοριά και ακολουθούν σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες, όπως οι μάχες στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου) και τα Δολιανά και τα Βέρβαινα (18 Μαΐου). Στις μάχες αυτές πρωταγωνιστούν οι Πελοποννήσιοι ένοπλοι, οι κάποι και κατά καιρούς κλέφτες, με κυρίαρχη φυσιογνωμία αυτή του Κολοκοτρώνη. Η Επανάσταση δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους αυτούς να αναδειχθούν σε ηγέτες και να σταθούν ως ισότιμοι διεκδικητές της εξουσίας, πλάι στις παραδοσιακές οικογένειες που διαφεντεύουν τον τόπο

Οι επιτυχίες αυτές κάνουν τους Έλληνες επαναναστάτες να αποτολμήσουν την επίθεση στην πρωτεύουσα του Μοριά, την Τριπολιτσά. Κύριος υποστηρικτής αυτού του σχεδίου είναι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, του οποίου το κύρος έχει αυξηθεί κατακόρυφα μετά τις στρατιωτικές του επιτυχίες, χωρίς όμως ακόμη να έχει αποκτήσει κάποιο σημαντικό αξίωμα. Αξίζει να σημειωθεί πως εκείνη την εποχή, αρχιστράτηγος των όπλων της Πελοποννήσου είναι ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, όπως έχει οριστεί στη συνέλευση των Καλτεζών του Μαΐου. Από τα μέσα, δε, του Ιουνίου, είναι και ο Δημήτριος Υψηλάντης που διεκδικεί αυτή τη θέση

 

Ο Δημήτριος Υψηλάντης

 

Ο Δημήτριος Υψηλάντης φτάνει στην Πελοπόννησο στις 9 Ιουνίου του 1821 και ζητά να αναλάβει τη γενική διεύθυνση του Αγώνα, ως πληρεξούσιος του αδελφού του, Αλέξανδρου Υψηλάντη. Στο πλευρό του τίθενται αμέσως οι παραδοσιακοί ένοπλοι, οι κάποι και οι παλιοί κλέφτες, οι οποίοι θέλουν να αυτονομηθούν από την εξουσία των κοτζαμπάσηδων και να αναδειχθούν σε στρατιωτικούς ηγέτες. Αλλά και ο απλός λαός υποδέχεται τον Υψηλάντη ως Μεσσία, βλέποντας στο πρόσωπο του Ρώσου πρίγκιπα, έναν αληθινό ηγέτη. Οι κοτζαμπάσηδες, βέβαια, αρνούνται το αίτημα του Υψηλάντη και από εκεί θα ξεκινήσει η ρήξη, την οποία θα παρακολουθήσουμε σε επόμενες ενότητες

Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε έξω από τα τείχη της Τριπολιτσάς, η οποία πολιορκείται ήδη από τον Απρίλιο του 1821. Αρχιστράτηγος της επιχείρησης αναλαμβάνει τελικά – και μετά από τις προστριβές με τους προύχοντες - ο Δημήτριος Υψηλάντης. Όμως η εξουσία του, όπως θα δούμε παρακάτω, πολλές φορές αποδεικνύεται περισσότερο τυπική, παρά ουσιαστική.

Ο Maxime Raybaud (Μαξίμ Ρεμπώ), Γάλλος στρατιωτικός, φιλέλληνας και συγγραφέας, στο βιβλίο του Memoires sur la Grece, δίνει μια καθόλου κολακευτική περιγραφή του Υψηλάντη: « Μικρόσωμος, δύσμορφος, σκελετώδης, ασθενικός, καχεκτικός, φαλακρός, με γαμψή μύτη και ξανθά γένια, με ρυτίδες, μύωπας, με ασθενή, παράτονη και έρρινη φωνή. Ολιγόλογος και σκεπτικός δεν είχε παρουσιαστικό ηγέτη, που μπορούσε να εμψυχώσει τους ξεσηκωμένους ραγιάδες. Δεν ήταν φτιαγμένος από αυτό που λέμε, στόφα ηγέτη. Ήταν 28 χρόνων και έμοιαζε για 40, κοντός λιγότερο από 1.60 … ήταν ένας καλοκάγαθος και αδύνατος χαρακτήρας»

 

dhmhtrios ypshlanths

Ο Πρίγκηπας Δημήτριος Υψηλάντης, 1822.

Χαλκογραφία του  Βρετανού καλλιτέχνη Bouvier Jules, εκδοθείσα από τον Friedel Adam, Λονδίνο 1824. Σχέδιο εκ του φυσικού.

 

Και όμως αυτός ο άνθρωπος υπήρξε παράδειγμα ανιδιοτελούς αφοσίωσης στον Αγώνα, γενναίος μαχητής, έντιμος και υπόδειγμα ήθους. Ίσως δεν είναι τυχαίο πως σε σχέση με όλους τους άλλους πρωταγωνιστές του Αγώνα, είναι αυτός που μνημονεύεται λιγότερο, σαφώς λιγότερο από την προσφορά του

Ο Δημήτριος Υψηλάντης έχει κατέβει στην Πελοπόννησο με πολεμοφόδια αγορασμένα με δικά του χρήματα και με ένα ποσό γύρω στα 300.000 γρόσια, ποσό που μάλλον προέρχεται από εκποίηση ή υποθήκευση της οικογενειακής του περιουσίας. Μαζί του φέρνει έμπιστους και αφοσιωμένους ανθρώπους, ένα επιτελείο ελλήνων εμπόρων των παροικιών διανοουμένων αλλά και ανθρώπων που κατείχαν ανώτατα πολιτικά αξιώματα στις ηγεμονίες και που συμμετείχαν από την αρχή στο εγχείρημα της Φιλικής Εταιρείας

Ο πιο σημαντικός από αυτούς, είναι ένας Γάλλος αξιωματικός, ο Ιωσήφ Βαλέστ (Joseph Balestra), Κορσικανικής καταγωγής. Γεννημένος στην Κρήτη, πέρασε εκεί τα παιδικά του χρόνια και έμαθε να μιλά εξαίρετα τα ελληνικά. Υπηρέτησε ως αξιωματικός στις στρατιές του Ναπολέοντα, βρέθηκε στο πλευρό του Υψηλάντη και σκοτώθηκε τελικά πολεμώντας ηρωϊκά έξω από το  Ρέθυμνο.

Ο Υψηλάντης πιστεύει ότι η ελληνική πλευρά πρέπει να αποκτήσει τακτικό στρατό και αναθέτει αυτή τη δουλειά στον Βαλέστ. Οι πρώτοι πυρήνες τακτικού στρατού που δημιουργούνται, προέρχονται από Έλληνες που έχουν έρθει από άλλες περιοχές: τις Κυδωνίες, τη Σμύρνη, την Κύπρο, τη Ρόδο και αλλού.

Ο Βαλέστ τρέφει μεγάλη εκτίμηση προς τον Υψηλάντη. Γράφει γι’αυτόν: «Τίποτα δεν τρομάζει τον Υψηλάντη. Το μόνο που τον βασανίζει είναι η αναρχία που βλέπει και που δεν μπορεί να την γιατρέψει. … Ο πρίγκιψ δεν διαφέρει εις τίποτα από έναν απλούν στρατιώτην. Κακοκοιμάται εις πέτρας,  κακονυκτά, κακοτρώγει. Κανένας μας δεν ημπορεί να παραπονεθεί δια κακοπέρασιν έχων αυτόν ως παράδειγμα».

Ο Βαλέστ είναι επαγγελματίας στρατιωτικός και βρίσκεται μπροστά σε καταστάσεις που δεν τις έχει ξανασυναντήσει. Η αταξία που βλέπει να κυριαρχεί τον απογοητεύει. Γράφει : «Πολλά φρούρια πρόκειται να παραδοθούν. Θα είχαν μάλιστα παραδοθεί από καιρό εάν επικρατούσε μεταξύ των Ελλήνων έστω και λίγη τάξη. Αλλά δυστυχώς όλα βρίσκονται σε τέτοια αταξία και κακομοιριά, ώστε μόνο ένα ανώτερο ον μπορεί να τη γιατρέψει»… Και ο Μπαλέστ συνεχίζει ακόμη πιο αφοριστικά: «Εάν είχα μόνο δυο τάγματα από το παλιό μου σύνταγμα, η Τριπολιτσά θα έπεφτε σε μισή μέρα. Αλλά τί να περιμένεις από απειθάρχητα μπουλούκια και από αρχηγούς που ενδιαφέρονται να συνεχίζεται η αταξία;»

 

Joseph Baleste

Ο Ιωσήφ Μπαλέστ

 

Η τελευταία φράση του Βαλέστ αναδεικνύει όλη την παθογένεια του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο συγκροτήθηκε το ελληνικό στράτευμα, όχι ως ένας εθνικός στρατός, αλλά ως ένα σύνολο από ιδιωτικούς στρατούς οπλαρχηγών και κοτζαμπάσηδων. Δυστυχώς, ο τρόπος με τον οποίο φέρθηκαν στον Βαλέστ  πολλοί Έλληνες οπλαρχηγοί προκειμένου να ακυρώσουν τη σύσταση τακτικού στρατού, στέρησε την Ελλάδα από τις πολύτιμες υπηρεσίες πολλών φιλελλήνων τους οποίους οδήγησε στην απογοήτευση και ακόμη και στην επιστροφή στις πατρίδες τους. Εάν είχε επιτραπεί στον Βαλέστ να συστήσει τακτικό στρατό στην αρχή της Επανάστασης, η εξέλιξη του Αγώνα θα ήταν εντελώς διαφορετική.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο Υψηλάντης απομακρύνθηκε από την Τριπολιτσά, λίγο πριν την άλωση της πόλης. Ήταν ο μόνος που ενδιαφερόταν για το «κοινό», και ο μόνος που μπορεί να αντιστεκόταν στη σφαγή των αμάχων που ακολούθησε. Η απουσία του τις κρίσιμες ημέρες της άλωσης, ακύρωσε κάθε πιθανή οργανωμένη προσπάθεια και επέτρεψε τη μεγάλη σφαγή των αμάχων.

Δεν είναι τυχαίο πως οι μόνοι που έμειναν στις θέσεις τους και έδωσαν παράδειγμα πειθαρχίας την ώρα της άλωσης της Τριπολιτσάς και δεν συμμετείχαν στο όργιο των σφαγών και της λεηλασίας ήταν οι τακτικοί, αυτό το μικρό σώμα τακτικού στρατού που είχε δημιουργηθεί από τον Βαλέστ, που όμως δεν μπόρεσαν να επιβληθούν στα άτακτα σώματα

 

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

 

Είναι αναμφισβήτητα, ο μεγάλος πρωταγωνιστής της άλωσης της Τριπολιτσάς. Είναι αυτός που μαζί με το Δημήτριο Υψηλάντη - ή μερικές φορές και ερήμην του - παίρνει τις μεγάλες αποφάσεις.

Μία γλαφυρή περιγραφή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη έχουμε από τον Maxime Raybaud: « Ανάστημα πάνω από το μέτριο, αγράμματος, ατημέλητος, με φυσιογνωμία θηρίου, σκληρή και άγρια έκφραση, μαυριδερός, με σιδερένια υγεία, μεγάλο κεφάλι, μακριά μαλλιά, μάτια αετού, που έβγαζαν φωτιές, πλατύ μέτωπο, παχιά φρύδια, γαμψή μύτη, μικρό στόμα, πολύ δυνατή φωνή. Ένας κυνόδοντας της κάτω γνάθου έφθανε στο πάνω χείλος και του έδινε άγριο παρουσιαστικό. Μικρά μαύρα μάτια πάνω σε εξογκωμένα μήλα του προσώπου, έδειχναν κακία και πείσμα»

kolokotronis 

Ίσως η πιο πιστή απεικόνιση του Κολοκοτρώνη. Δημοσιεύτηκε το 1827 (ή το ΄32) στο Παρίσι και ανήκει στον Α. Φριντέλ.

Ο πρωτότυπος τίτλος του σχεδίου, δίπλα στο όνομα Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γράφει: «Αρχηγός των στρατευμάτων στην περιοχή του Μοριά»....

 

Όπως βλέπουμε από τις δύο περιγραφές του Raybaud, ο Κολοκοτρώνης και ο Υψηλάντης είναι τα δύο εντελώς αντίθετα άκρα. Άλλωστε, αν και φαίνεται ότι ο Κολοκοτρώνης συνεργάζεται με τον Υψηλάντη και στις μεταξύ τους συναντήσεις δείχνει να τρέφει σεβασμό προς το πρόσωπό του, στην πραγματικότητα τον υποτιμά, τον αγνοεί και τον υπονομεύει. Είναι χαρακτηριστικά αυτά που αναφέρει για τον Υψηλάντη στα Απομνημονεύματά του : « Ήταν ένας άνθρωπος [σ.σ ο Υψηλάντης] σταθερός, ανδρείος, τίμιος, με λίγο μυαλό, ευκολόπιστος, κοντός, αδύνατος, πολύ λίγος για τις περιστάσεις»

Επιστρέφοντας στον Κολοκοτρώνη, αυτός είναι που επιμένει και καταφέρνει να στρέψει τους επαναστατημένους Έλληνες εναντίον της πρωτεύουσας του Μοριά. Αυτός είναι που, με τη στρατηγική του στην περίφημη μάχη της Γράνας, εξαναγκάζει τους Τούρκους σε έναν εντελώς παθητικό ρόλο, μέχρι την ημέρα της άλωσης της πόλης.

Αυτός είναι που εγγυάται στους Αλβανούς υποστηρικτές της πόλης την ασφαλή αποχώρησή τους από αυτήν, αφήνοντας με αυτό τον τρόπο την Τριπολιτσά ανυπεράσπιστη και εύκολο θήραμα για τους Έλληνες πολιορκητές. Γράφει στα Απομνημονεύματά του : «Εποιήσαμεν συνθήκας μετά των Αλβανιτών να τοις δώσομεν ανεπηρέαστον την έξοδον των δια την Ρούμελην προς τον Αλή πασά, ποιήσαντες συμφωνίαν και συμμαχίαν μετ’αυτών ενόσω ζει ο Αλή πασάς και είναι με θυμόν να είναι και αυτοί σύμμαχοι αχώριστοι»

Αυτός είναι που πείθει - κατά κάποιους μελετητές το κάνει εσκεμμένα - τον Υψηλάντη να εγκαταλείψει το στρατόπεδο της Τριπολιτσάς και να κινηθεί προς τα βόρεια παράλια της Πελοποννήσου για να ελέγχει τις κινήσεις του Οθωμανικού στόλου. Έτσι, ο Υψηλάντης δεν βρίσκεται εκεί την ώρα της άλωσης της πόλης ώστε να εμποδίσει τις σφαγές και τις λεηλασίες που θα ακολουθήσουν.

Αυτός είναι που, ενώ μπόρεσε να εξασφαλίσει τη φυγή των 1.500 Αλβανών μισθοφόρων υπερασπιστών της πόλης, δεν μπόρεσε – το πιο πιθανό είναι ότι δεν θέλησε – να αποτρέψει τις σφαγές που ακολούθησαν, όπως γράφει στα Απομνημονεύματά του : «το ασκέρι όπου ήτον μέσα το ελληνικό έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριάκη, γυναίκες, παιδιά και άντρες, 32.000, μια ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς...» 

Αυτός είναι που μπαίνει με το άλογό του στην κατακτημένη πλέον Τριπολιτσά. Ένα άλογο που δεν πατάει καθόλου στο χώμα, αλλά μόνο πάνω στα χιλιάδες πτώματα, σύμφωνα με την αφήγηση του ίδιου του Κολοκοτρώνη : «το άλογον μου από τα τείχη ως στα σαράγια δεν πάτησε γη».

Αυτός είναι, τέλος, που μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, ανεβάζει κατακόρυφα τις μετοχές του και γίνεται ο αναμφισβήτητος στρατιωτικός ηγέτης των Ελλήνων.

 

 

Η πολιορκία της Τριπολιτσάς ξεκινά

 

Ο Thomas Gordon μας πληροφορεί πως οι κάτοικοι της Τριπολιτσάς πριν από την επανάσταση, ανέρχονταν σε 15.000, εκ των οποίων 7.000 Έλληνες και 1.000 Εβραίοι. Σύμφωνα με άλλη εκτίμηση, κατά το 1821 κατοικούσαν στην πόλη 13.000 Έλληνες, 7.000 Τούρκοι καθώς και 400 Εβραίοι, ενώ μια άλλη εκτίμηση αναφέρει πως οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν περίπου το 1/4 του συνολικού πληθυσμού της πόλης.

Μόλις αρχίζουν οι εχθροπραξίες όμως, οι Έλληνες εγκαταλείπουν την Τριπολιτσά, ενώ αντίθετα πολλοί Τούρκοι από τις γύρω περιοχές καταφεύγουν σε αυτήν, όπως και σε άλλες οχυρές πόλεις, για να σωθούν από τις γενικευμένες σφαγές που πραγματοποιούνται σε όλη την Πελοπόννησο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διπλασιαστεί ο πληθυσμός της πρωτεύουσας του Μοριά και να φτάσει στους 30.000 κατοίκους τουλάχιστον. Πολύ πιθανός αριθμός είναι οι 40.000 «ψυχές» (κατά την απογραφική γλώσσα της εποχής)

map tripolitsa

 

Όπως έκαναν με τους διάφορους προκρίτους, τους οποίους οι Τούρκοι μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη όταν ακόμα κυκλοφορούσε η υποψία ελληνικής επανάστασης, το ίδιο έπραξαν και στην περιοχή του Μοριά, μαζεύοντας αρχιερείς και προεστούς από όλη την Πελοπόννησο στην Τριπολιτσά. Αυτοί έμειναν εκεί ως όμηροι σε όλο το διάστημα της πολιορκίας, κάτω από μαρτυρικές συνθήκες διαβίωσης.

Διοικητής της Πελοποννήσου, όπως αναφέραμε και παραπάνω, είναι ο Χουρσίτ Πασάς, που όμως αυτή την εποχή έχει σταλεί στα Γιάννενα για να καταστείλει την εξέγερση του Αλή Πασά. Όταν μαθαίνει για την πολιορκία της Τριπολιτσάς, ο Χουρσίτ στέλνει για την υπεράσπιση της πολιορκούμενης πόλης 3.500 στρατιώτες, υπό τον Κεχαγιάμπεη.

Το στρατιωτικό αυτό σώμα ξεκινάει από τα Γιάννενα στα μέσα Απριλίου και περνάει πρώτα από την Πάτρα προκειμένου να σταθεροποιήσει την εκεί κατάσταση για τους Τούρκους. Ο επόμενος στόχος είναι η Βοστίτσα, το σημερινό Αίγιο. Η πόλη καταλαμβάνεται και πυρπολείται, ενώ οι κάτοικοί της καταφεύγουν στα γύρω ορεινά. Στη συνέχεια, κατευθύνεται προς την Ακροκόρινθο, όπου διαλύει την πολιορκία των Ελλήνων. Αφού λύνει την πολιορκία, το σώμα των 3.500 ανδρών κινείται προς το Άργος και το καταλαμβάνει, με τις συνήθεις πυρπολήσεις και λεηλασίες. Σχεδόν ταυτόχρονα, φτάνει από την Τριπολιτσά ένα σώμα οχτακοσίων Τούρκων, θέλοντας να προσφέρουν περισσότερη ασφάλεια στο σώμα αυτό. Τις πρώτες ημέρες του Μαΐου, η πομπή μπαίνει θριαμβευτικά μέσα στην πολιορκούμενη Τριπολιτσά και τονώνει το ηθικό των πολιορκούμενων Τούρκων.

Η δύναμη των ενόπλων υπερασπιστών της πόλης φτάνει τώρα τους 10.000 άντρες· Αλβανοί, Ασιάτες και Πελοποννήσιοι Οθωμανοί. Στην ουσία, όμως, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Μπορεί τώρα οι Τούρκοι να μπορούν να στηρίξουν στρατιωτικά την άμυνα της πόλης, η ύπαιθρος όμως και όλες οι παραγωγικές της πηγές παραμένουν στα χέρια των πολιορκητών Ελλήνων. Έτσι, οι συνθήκες διαβίωσης θα χειροτερεύουν καθημερινά για τους τουλάχιστον 30.000 πολιορκημένους .

 

Οι παράλληλες πολιορκίες

 

Αυτή την εποχή όμως, δεν βρίσκεται σε πολιορκία μόνο η Τριπολιτσά. Πίσω από τα τείχη της πρωτεύουσας του Μοριά, βρίσκεται ο μισός μουσουλμανικός πληθυσμός της Πελοποννήσου. Ο άλλος μισός, κυνηγημένος, έχει καταφύγει στις οχυρές πόλεις που βρίσκονται ακόμη υπό τον έλεγχο των Τούρκων. Η Πάτρα με το φρούριό της και το κοντινό οχυρό του Ρίου, αποτελούν τη δεύτερη σε σπουδαιότητα εστία σύγκρουσης, μετά την Τριπολιτσά. Οι Τούρκοι της Δυτικής Μεσσηνίας έχουν καταφύγει στην Πύλο, στο Νεόκαστρο και στη Μεθώνη. Η Κορώνη υποδέχεται τους Τούρκους της υπόλοιπης Μεσσηνίας. Οι Τούρκοι της Αργολίδας και της Κορινθίας κλείνονται στο Ναύπλιο, στον Ακροκόρινθο και στην Επίδαυρο. Τέλος, χιλιάδες Τούρκοι καταφεύγουν στο κάστρο της Μονεμβασιάς.

Γύρω από όλα αυτά τα κάστρα συγκεντρώνονται Έλληνες, δημιουργώντας στρατόπεδα πολιορκίας. Οι πολιορκητές, όμως, ούτε την τέχνη της πολιορκίας γνωρίζουν, ούτε ο οπλισμός τους μπορεί να διαρρήξει τα τείχη των οχυρών, ούτε την απαιτούμενη οργάνωση και πειθαρχία διαθέτουν. Έτσι, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αποκλείσουν τους πολιορκούμενους από κάθε τροφοδοσία και να περιμένουν να πεθάνουν από την πείνα, την εξάντληση και τις ασθένειες. Και, βέβαια, ο τρόπος αυτός δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ ένοπλων και άμαχων πολιορκημένων

Την εικόνα των δυστυχών πολιορκημένων περιγράφει έξοχα ο Διονύσιος Σολωμός στους Ελεύθερους Πολιορκημένους: “Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει». Μπορεί το ποίημα βέβαια να είναι γραμμένο για τους Έλληνες πολιορκημένους του Μεσολογγίου, δεν νομίζουμε όμως πως η φρίκη είναι διαφορετική για ένα Ελληνόπουλο ή για ένα Τουρκόπουλο.

 

Η πτώση του κάστρου της Μονεμβασιάς (23 Ιουλίου 1821)

 

Το κάστρο της Μονεμβασιάς είναι το πρώτο που θα πέσει. Εκεί έχουν καταφύγει 4.500 χιλιάδες άνθρωποι με αποθέματα για δύο μόλις μήνες. Καθώς η πολιορκία διαρκεί πολύ περισσότερο και τα τρόφιμα λιγοστεύουν, οι πλούσιοι και προύχοντες ανεβαίνουν στο κάστρο του βράχου, παίρνοντας μαζί τους τα τρόφιμα και τα εφόδια. Στην κάτω πόλη στέλνουν τους φτωχούς, μουσουλμάνους και λίγους χριστιανούς που είχαν ξεμείνει, και κλείνουν τις πύλες του κάστρου.

 

monemvasia

Το κάστρο της Μονεμβασιάς, 1687

 

Έτσι, στην κάτω πόλη, οι φτωχοί βρίσκονται σχεδόν χωρίς τίποτα και προσπαθούν να επιβιώσουν με ό,τι φυτρώνει στα βράχια και στα τείχη της θάλασσας. Κάποιοι από αυτούς τους απελπισμένους της κάτω πόλης προσπαθούν να διαφύγουν με κάποια πλεούμενα που υπήρχαν κάτω από τα τείχη. Τα σπετσιώτικα καράβια όμως, που βοηθούν στον αποκλεισμό από τη θάλασσα, τους υποχρεώνουν με κανονιοβολισμούς να γυρίσουν πίσω. Για κακή τους τύχη, θα βρουν τις πύλες των τειχών κλειστές και θα αφεθούν να πεθάνουν από την πείνα και τη δίψα

Στις 20 Ιουνίου, ο Δημήτριος Υψηλάντης στέλνει στη Μονεμβασιά έναν δικό του άνθρωπο, τον Αλέξανδρο Καντακουζηνό, προκειμένου να διαπραγματευτεί την παράδοση του κάστρου. Εκεί, ο απεσταλμένος του Υψηλάντη δεν γίνεται εύκολα αποδεκτός, ειδικά από τους Μανιάτες, οι οποίοι έχουν βρει τη χρυσή ευκαιρία για να πλουτίσουν από τη δυστυχία και έχουν επιδοθεί στην αγαπημένη τους ενασχόληση, που δεν είναι άλλη από την εκβιαστική εμπορική σχέση που έχουν αναπτύξει με τους πολιορκημένους , τους πλούσιους του κάστρου φυσικά, προσφέροντάς τους τρόφιμα έναντι χρημάτων ή κοσμημάτων

Ο Καντακουζηνός επιμένει όμως, και τελικά πετυχαίνει με διαπραγματεύσεις την παράδοση των Τούρκων της Μονεμβασιάς. Οι πύλες του κάστρου ανοίγουν στις 23 Ιουλίου. Αυτοί που βγαίνουν από το κάστρο έχουν «τα κορμιά τους γεμάτα πληγές, ανέδιδαν μια φοβερή δυσοσμία. Αδύνατοι, καχεκτικοί, με βαθουλωμένα μαύρα μάτια και μάγουλα, πήγαιναν προς τους Ρωμιούς χωρίς να ξέρουν την τύχη που τους περίμενε. Έδιναν και τη ζωή τους ακόμα για ένα κομμάτι ψωμί», όπως αναφέρει ο Αμερικανός γιατρός και φιλέλληνας Samuel Howe στο βιβλίο του An Historical Scetch of the Greek Revolution (1828)”

Με βάση τη συμφωνία, οι Τούρκοι θα παρέδιδαν τα όπλα τους και τον οπλισμό του φρουρίου, αλλά θα κρατούσαν τα χρήματα και τα κοσμήματά τους. Παράλληλα, οι Έλληνες θα φρόντιζαν για την επιβιβασή τους σε πλοία που θα τους μετέφεραν στις ακτές της Μικράς Ασίας. Πράγματι, οι μουσουλμάνοι φτάνουν τελικά σώοι στις ακτές της Μικρασίας. Οι Μανιάτες, όμως, ως συνήθως, δεν σεβάστηκαν τη συμφωνία και πριν την επιβίβασή τους στα πλοία, φρόντισαν να τους απαλλάξουν από τα χρήματα και τα κοσμήματα.

Αν μη τι άλλο, όμως, οι παραδοθέντες Τούρκοι της Μονεμβασιάς δεν σφαγιάστηκαν. Όπως θα πάθουν οι ομοεθνείς τους στο Νεόκαστρο, λίγες ημέρες αργότερα

 

Η πτώση και η σφαγή του Νεόκαστρου (9 Αυγούστου 1821)

 

To Νεόκαστρο είχε χτιστεί από τους Οθωμανούς το 1573, λίγο μετά την ήττα τους στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, το 1571. Σκοπός του φρουρίου ήταν να ελέγχει τη νότια είσοδο του όρμου του Ναυαρίνου. Ονομάστηκε Νεόκαστρο σε αντιδιαστολή με το προγενέστερο φρούριο (Παλιόκαστρο ή Παλιό Ναυαρίνο), που έλεγχε τη βόρεια είσοδο και το παλιό λιμάνι

 

Palaiokastro and Niokastro disambiguation

 

Η πολιορκία του Νεόκαστρου έχει ξεκινήσει από τις 29 Μαρτίου του 1821. Περίπου 2.000 Έλληνες βρίσκονται μπροστά από τα τείχη του Νεόκαστρου, αλλά και στις προσβάσεις της Μεθώνης, αποκόπτοντας την επικοινωνία του Νεόκαστρου με τη Μεθώνη και τον εφοδιασμό του με εφόδια.

Με την πρόοδο της πολιορκίας, τα εφόδια των πολιορκημένων λιγοστεύουν συνεχώς, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι Έλληνες κατορθώνουν να αποκόψουν και την από θαλάσσης επικοινωνία του Νεόκαστρου με τη Μεθώνη. Το υδραγωγείο έχει καταστραφεί από τους Έλληνες πολιορκητές, ενώ τα πηγάδια, όσο πλησιάζει το καλοκαίρι, βγάζουν όλο και πιο υφάλμυρο νερό. Και όπως σε κάθε πολιορκία, έτσι και εδώ οι Μανιάτες, εκμεταλλευόμενοι την απελπισία των πολιορκημένων, κάνουν μαύρο εμπόριο πουλώντας τρόφιμα όσο-όσο σε όσους πολιορκημένους έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν

Η κατάσταση των πολιορκημένων, όσο το καλοκαίρι φτάνει στην κορύφωσή του, γίνεται όλο και πιο τραγική. Η αίσθηση της πλήρους εξαθλίωσης των πολιορκημένων, πυκνώνει τις τάξεις των Ελλήνων πολιορκητών που οσμίζονται μια πλουτοφόρα κατάκτηση. Όπως συνέβη και στη Μονεμβασιά, οι πιο πλούσιοι από τους πολιορκημένους βρίσκονται σε καλύτερη θέση, καθώς έχουν ακόμη στη διάθεσή τους εφόδια. Οι πιο στερημένοι, σε μια κίνηση απελπισίας, αναγκάζονται να επιλέξουν ανάμεσα στο θάνατο και την παράδοση.

Στις 14 Ιουλίου, μετά από διαπραγματεύσεις, μια ομάδα 350 περίπου μουσουλμάνων παραδίνεται στους πολιορκητές. Κάποιες γυναίκες και παιδιά μοιράζονται σε χριστιανικές οικογένειες ως δούλοι. Δεκαέξι άντρες κάτω των εξήντα χρονών φυλακίζονται στο κάστρο της Κυπαρισσίας και λίγες ημέρες αργότερα, θανατώνονται καθώς πετάγονται από τον ψηλό πύργο του κάστρου. Οι υπόλοιποι μεταφέρονται με βάρκες και αφήνονται να πεθάνουν από την πείνα στο ερημονήσι Χελωνάκι κοντά στη Σφακτηρία.

Ο Αμβρόσιος Φραντζής, που ήταν παρών στα γεγονότα, περιγράφει το δραματικό τέλος τους:

«Δεν εξήρκει εις τους δυστυχείς αυτούς ότι πεινώντες κατέτρωγον τα των θνησιμαίων πτωμάτων των άλλων ομοίων αυτοίς ανθρώπων κρέατα αλλά και μη έχοντες πώς να αποβώσιν εις την ξηράν (ίσως δε ελέους άλλων τινων τύχωσι σωτηρίας) ελάμβανον τα πτώματα των τεθνεώτων, και μετεχειρίζοντο αυτά ως είδος λέμβου κωπηλατούντες δια των ιδίων χειρών των αλλά και κατά τούτο απετύγχανον διότι οι Έλληνες δεν τους άφηνον να πλησιάσωσιν εις την ξηράν, ή φονεύοντες αυτούς ή και εμποδίζοντες παντοιοτρόπως την εις την ξηράν αποβίβασίν των, έως ότου κατελύθησαν άπαντες με τοιούτον τραγικόν τέλος»

Μετά απ΄όλα αυτά, οι Τούρκοι δεν εμπιστεύονται πλέον τους Έλληνες αρχηγούς. Ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο επιθυμούν να διαπραγματευτούν είναι ο Δημήτριος Υψηλάντης. Και εδώ, όπως και στην παράδοση του κάστρου της Μονεμβασιάς, η παρέμβαση του Δημήτριου Υψηλάντη και ειδικότερα του απεσταλμένου του, Γεώργιου Τυπάλδου, αποδεικνύεται καταλυτική

Ενώ όμως η παρουσία του Υψηλάντη προκαλεί ένα αίσθημα ασφάλειας στους Τούρκους, απεναντίας στους Έλληνες πολιορκητές προκαλεί πονοκέφαλο, ιδιαίτερα με την επιμονή του πρίγκιπα να επιβάλλει κανόνες στη μοιρασιά των λαφύρων αλλά και στην απαίτησή του ένα μέρος των λαφύρων να πηγαίνει στο «κοινό», δηλαδή στο δημόσιο ταμείο της Επανάστασης

Αυτή η έλλειψη συναντίληψης, αναγκάζει την Πελοποννησιακή Γερουσία να μην αφήσει μόνο του τον εκπρόσωπο του Υψηλάντη να μεταβεί στο Νεόκαστρο και να διαπραγματευτεί με τους Τούρκους, αλλά να στείλει μαζί του και ένα δικό της άνθρωπο, τον Νικόλαο Πονηρόπουλο, φαινομενικά ως  βοηθό του Τυπάλδου, αλλά στην ουσία ως επιτηρητή και υπονομευτή του

Οι πρώτες διαπραγματεύσεις ξεκινούν, όχι όμως με τους Τούρκους, αλλά μεταξύ των διαφόρων ομάδων των Ελλήνων πολιορκητών, για το πώς θα μοιραστούν τα λάφυρα που θα αφήσουν οι Τούρκοι με την αποχώρησή τους. Τελικά, αποφασίζεται να μοιραστούν τα λάφυρα σε τρία μερίδια. Το ένα μερίδιο θα έπαιρναν οι πολιορκητές της στεριάς, το δεύτερο μερίδιο οι πολιορκητές της θάλασσας και το τρίτο μερίδιο θα πήγαινε στο «κοινό ταμείο».

Αφού ρυθμίστηκε το δύσκολο μέρος της υπόθεσης, οι Έλληνες διαπραγματευτές έρχονται εύκολα σε συμφωνία με τους απελπισμένους Τούρκους πολιορκημένους. Σύμφωνα με τους όρους της επιτευχθείσας συμφωνίας, οι παραδοθέντες Τούρκοι, μαζί με την κινητή περιουσία τους, θα μεταφέρονταν σώοι στις ακτές της Αφρικής, στην Αίγυπτο ή στην Τυνησία.

Μετά την επίτευξη της συμφωνίας, ο Τυπάλδος φεύγει για την Καλαμάτα, προκειμένουν να ναυλώσει ουδέτερα επτανησιακά πλοία για τη μεταφορά των παραδοθέντων Τούρκων. Το πιο πιθανό είναι ότι ο Τυπάλδος δεν φεύγει με δική του πρωτοβουλία, αλλά κατόπιν πιέσεων των υπόλοιπων Ελλήνων, έτσι ώστε η παράδοση του Νεόκαστρου να γίνει σε αυτούς και όχι στον εκπρόσωπο του Υψηλάντη

 

Vue de la ville de Navarin de son port et de lle de Sphacterie Castellan Antoine laurent 1808

Ο κόλπος του Ναυαρίνου με το Νεόκαστρο - Στο βάθος το νησί της Σφακτηρίας

 

Πραγματικά, η αναχώρηση του Τυπάλδου δίνει την ευκαιρία στους υπόλοιπους Έλληνες να τροποποιήσουν τους όρους της συμφωνίας και να συντάξουν μία δική τους συνθήκη παράδοσης, η οποία πάντως προβλέπει – όπως και η προηγούμενη - την ασφαλή μεταφορά των πολιορκημένων, μαζί με τα κινητά περιουσιακά τους στοιχεία

Τελικά, τίποτε από όσα προέβλεπαν οι συνθήκες δεν τηρήθηκε. Με το πού ξεκίνησε η επιβίβαση των παραδοθέντων Τούρκων στις λέμβους των πλοίων που είχαν έρθει να τους παραλάβουν, αρχίζουν οι πρώτες αυθαίρετες αρπαγές σε βάρος τους. Οι πρώτες αυτές κινήσεις δίνουν το σύνθημα για γενική έφοδο, άκρατη λεηλασία και μαζική σφαγή

«Ενώ δε ανέμεναν οι Τούρκοι τας λέμβους εις επιβίβασιν, επεχείρησαν τινες των Ελλήνων παρά τα συνολογηθέντα να ψηλαφήσωσι δύο τρεις αυτών φέροντας πολύτιμα είδα. Τούτο ιδέντες οι πολλοί τους εμιμήθησαν και τους υπερέβησαν . Και πρώτον μεν εδόθησαν εις την αρπαγήν ων έφεραν οι παραδοθέντες, μετ’ ολίγον δε και εις γενικήν σφαγήν αρρένων και θηλέων πάσης ηλικίας, τους δε αποφυγόντας την ανηλεή μάχαιραν εφήρπασαν ως λάφυρα …» γράφει ο Σπυρίδων Τρικούπης

Όλοι οι Τούρκοι του κάστρου, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, σφαγιάζονται στην παραλία μπροστά στο κάστρο. Ο Αμβρόσιος Φραντζής περιγράφει με τρομακτικά γλαφυρό τρόπο την ανηλεή σφαγή των άοπλων παραδομένων:

«Τοιαύτη σφαγή τραγική και φόνος δεν εφάνησαν εις κανενός αιώνος ιστορίαν, καθότι όσοι εθανατώνοντο από βολήν πυροβόλου πάραυτα ελυτρούντο, αλλά όσοι επληγώντο, γυναίκες και άνδρες, έτρεχον εις την θάλασσαν ημιθανείς, τους οποίους, πλέοντας εις την θάλασσαν δι’ αλλεπαλλήλων πυροβολισμών εθανάτωναν. Άλλοι δε πάλιν βλέποντες άλλους να θανατώνονται ανηλεώς, δειλιώντες τον θάνατον, μάλιστα αι γυναίκες με τα βρέφη εις τας αγκάλας, ερρίπτοντο εις την θάλασσαν ολόγυμνοι (καθότι τους εξέδυον ολογύμνους), οι δε Έλληνες και εν τη θαλάσση επυροβόλουν κατ’ αυτών, ώστε τα ύδατα της θαλάσσης κατεφοινίσσοντο [κοκκίνισαν] από τα εκχεόμενα αίματα των δυστυχών αυτών ανθρώπων. Πολλοί δε πάλιν Έλληνες ήρπαζον εις χείρας των τα βρέφη και τους τριετείς και πενταετείς παίδας, και άλλα μεν έρριπτον κατά των πετρών και τα εθανάτωναν, άλλα δε ρίπτοντες ζώντα εις ην θάλασσαν, επυροβόλουν κατ’ αυτών εντός του ύδατος ώστε τα δυστυχή πλάσματα και πνιγόμενα ακόμη υπό των θαλασσίων υδάτων, επυροβολούντο είναι δε απερίγραπτα όλα όσα έγιναν τα οποία τω όντι είναι έργα θηριωδίας μάλλον, ή εκδικήσεως»

Αξίζει να σημειωθεί πως ούτε η συμφωνία για τα λάφυρα μεταξύ των Ελλήνων πολιορκητών τηρήθηκε τελικά. Ο καθένας από αυτούς άρπαξε όσα λάφυρα μπόρεσε, ενώ στο «κοινό ταμείο» δεν πήγε τίποτα

Ο τρόπος παράδοσης του Νεόκαστρου αποτέλεσε το πιο χειροπιαστό παράδειγμα πως η εξουσία του Υψηλάντη ήταν καθαρά διακοσμητική. Ο πρίγκιπας δεν μπορούσε τελικά ούτε να επιβάλλει κανόνες, ούτε να εξασφαλίσει τα αναγκαία έσοδα για το «κοινό ταμείο». Η εξουσία ανήκε στην πραγματικότητα στους προύχοντες και στους μεγάλους οπλαρχηγούς – με τις όποιες εντάσεις ανάμεσά τους. Μια εξουσία όμως που δεν μπορούσε να εγγυηθεί σε καμία περίπτωση μία δομή οργανωμένου και αξιόπιστου κράτους.

Ούτε το στρατόπεδο της πολιορκίας δεν μπόρεσαν και δεν τους ενδιέφερε να διατηρήσουν οι αρχηγοί της πολιορκίας. Όσοι λεηλάτησαν το παραδομένο Νεόκαστρο, έτρεξαν για τα χωριά τους προκειμένου να αποθηκεύσουν και να εξασφαλίσουν τα λάφυρά τους. Σε λίγο καιρό, θα έτρεχαν για την πολιορκούμενη Τριπολιτσά. Εκεί, τα λάφυρα προς λεηλάτηση ήταν αναρίθμητα περισσότερα

 

Η διάρθρωση του ελληνικού πολιορκητικού στρατεύματος

 

Από τον Ιούνιο του 1821 η πολιορκία της Τριπολιτσάς αρχίζει να γίνεται ασφυκτική. Έξω από τα τείχη της πρωτεύουσας του Μοριά, βρίσκονται πλέον χιλιάδες Έλληνες πολιορκητές. Η εικόνα βέβαια που παρουσιάζουν, δεν είναι αυτή ενός οργανωμένου, κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, στρατού.

Οι ένοπλοι αυτοί δεν ανήκουν σε διοικητικά προσδιορισμένες ομάδες, αλλά σε στρατιωτικά σώματα που περιστρέφονται γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο, τον καπετάνιο. Ο καπετάνιος με τη σειρά του έχει θέσει την ομάδα του κάτω από έναν ισχυρότερο αρχηγό, μέσα σε ένα μεγαλύτερο στρατόπεδο. Τίποτα όμως δεν τον εμποδίζει να αλλάξει στρατόπεδο και να στρατευθεί κάτω από άλλον αρχηγό, αν ο καινούργιος αρχηγός εμπνέει σε αυτόν περισσότερη εμπιστοσύνη και καλύτερες προοπτικές. Ποιες είναι αυτές οι προοπτικές; Μεγαλύτερα κέρδη και μικρότερο ρίσκο

Θα μπορούσε κάποιος να πει πως η δομή του ελληνικού στρατεύματος μοιάζει περισσότερο με τη δομή ενός μισθοφορικού σώματος. Ακόμη όμως δεν έχει καθιερωθεί ένας σταθερός μισθός. Εκτός από τους Μανιάτες που έχουν σταθερό μισθό, τα έσοδα για τους υπόλοιπους ενόπλους προκύπτουν μόνο από τις λεηλασίες και τις λαφυραγωγήσεις. Οι Μανιάτες, βέβαια, πρωτοστατούν και σε αυτές. Πρωτοστατούν επίσης και στο εκβιαστικό μαύρο εμπόριο με τους πολιορκημένους. Ένα παράλογο εμπόριο που ξένιζε τους φιλέλληνες και τους προκαλούσε οργή και αποτροπιασμό. Ένα εμπόριο που το είδαμε να συμβαίνει στις πολιορκίες του Νεόκαστρου και της Μονεμβασιάς και που θα το δούμε να επαναλαμβάνεται σε πολύ μεγαλύτερη έκταση στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Πιο πολύ λοιπόν, θα λέγαμε πως αυτά τα στρατιωτικά σώματα έμοιαζαν με πειρατικό τσούρμο. Δεν είναι τυχαίο που με τη λήξη της Ελληνικής Επανάστασης, όσοι από αυτούς τους πολεμιστές δεν μπόρεσαν να απορροφηθούν από τον εθνικό στρατό που δημιούργησε ο Όθωνας, και μη ξέροντας να κάνουν κάτι άλλο, αντέδρασαν και βγήκαν ξανά στα βουνά, παραμένοντας και πάλι αυτό που ήταν πάντα. Πολεμιστές και κλέφτες

Ανεξάρτητα πάντως από τον τρόπο συγκρότησης και δράσης αυτών των σωμάτων, ο όγκος των πολιορκητικών σωμάτων έξω από την Τριπολιτσά έχει πλέον μεγαλώσει πολύ. Κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, τέσσερα μεγάλα σώματα έχουν αναπτυχθεί σε σχήμα ημικυκλίου μπροστά από τα τείχη της πόλης. Ο κύριος όγκος των πολιορκητών βρίσκεται στην πλαγιά των Τρικόρφων, σε απόσταση μιας κανονιάς από τα τείχη.

Όπως περιγράφει ο Thomas Gordon στην « Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης (1832) », στα αριστερά βρίσκεται το σώμα του Κολοκοτρώνη με δυόμιση χιλιάδες στρατιώτες. Στο κέντρο, εκεί όπου ο Υψηλάντης έχει στήσει τη σκηνή του, βρίσκεται ο Αναγνωσταράς με χίλιους. Δεξιά βρίσκεται ο ο Γιατράκος, με χίλιους διακόσιους Λάκωνες, ενώ ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης με οχτακόσιους Μανιάτες, έχει πιάσει την πιο απόκρημνη κορυφή, πίσω από το κέντρο και δεξιά

 

Zografos Makriyannis 08

Η πολιορκία της Τριπολιτσάς, ζωγραφισμένη από τον Παναγιώτη Ζωγράφο

 

Μικρότερα σώματα ενόπλων φρουρούν τα γύρω περάσματα, όπως για παράδειγμα ο Νικηταράς, που με τριακόσιους άντρες κρατά το πέρασμα Στενό που οδηγεί στο Άργος, ενώ μια άλλη ομάδα εκατόν πενήντα αντρών φρουρεί το δρόμο προς το Λεοντάρι.

Με το πέρασμα των ημερών, μαζεύονται και άλλοι στρατιώτες που συμμετείχαν έως τώρα σε άλλες πολιορκίες. Μαζί με αυτούς, έρχονται εθελοντές από τα Ιόνια νησιά, αλλά και Υδραίοι ναυτικοί. Συνολικά, έχουν μαζευτεί γύρω από την πόλη κοντά στις δέκα χιλιάδες στρατιώτες. Ένα σημαντικό ποσοστό των αντρών αυτών έχει ήδη λάβει μέρος σε αρκετές μάχες και έχει αποκτήσει την απαιτούμενη εμπειρία και μια κάποια πειθαρχία

Από το Σεπτέμβρη, όμως, τα δεδομένα αλλάζουν και η κατάσταση αρχίζει να γίνεται ανεξέλεγκτη. Πλήθος πολεμιστών αρχίζουν να συρρέουν, οσμιζόμενοι τη λεία που τους περιμένει από την επερχόμενη άλωση της πόλης. Υπολογίζεται πως καταφτάνουν άλλοι δέκα χιλιάδες άντρες. Άντρες που πιθανόν δεν έχουν πολεμήσει μέχρι τότε και ίσως δεν έχουν έρθει ούτε και τώρα για να πολεμήσουν, κινούνται εντελώς ανεξάρτητα και θυμίζουν περισσότερο αγέλη, παρά στρατό.

Μαζί με όλους τους παραπάνω, καταφτάνουν έξω από την Τριπολιτσά οι πρώτοι φιλέλληνες. Ο Thomas Gordon, στρατηγός και φιλέλληνας που συνέγραψε μια από τις πιο αξιόπιστες ιστορίες της Ελληνικής Επανάστασης, φέρνει μαζί του πολεμικό υλικό έχοντας μισθώσει ένα πλοίο από τη Μασσαλία. Το υλικό αυτό, όμως – πυροβόλα και τυφέκια με λόγχη – δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιηθούν από τους, άμαθους στον ευρωπαϊκό τρόπο μάχης, Έλληνες.

Αξίζει να αναφέρουμε στο σημείο αυτό πως οι σφαγές των αμάχων και οι λεηλασίες που ακολούθησαν την άλωση της Τριπολιτσάς προκάλεσαν μεγάλη δυσφορία και οργή στον Thomas Gordon και τον έκαναν να εγκαταλείψει απογοητευμένος – έστω και προσωρινά - την ενεργό επαναστατική δράση. Συνέχισε όμως να προσφέρει στον ελληνικό αγώνα από το Λονδίνο, όπου έγινε μέλος επιτροπής για την ενίσχυση του Αγώνα με χρήματα και όπλα. Επέστρεψε πάλι το 1826 και βρέθηκε να πολεμά το 1827 εναντίον του Κιουταχή στο λόφο της Μουνιχίας, επικεφαλής 2.300 Ελλήνων. Αγανακτισμένος από την απειθαρχία και την κακή τους συμπεριφόρά, αποχώρησε και πάλι

 

Η μάχη της Γράνας

 

Το κύριο μέλημα των πολιορκημένων Τούρκων της Τριπολιτσάς ήταν η συνεχής τροφοδοσία της πόλης με τρόφιμα. Όσο μπορούσαν οι Τούρκοι να ανεφοδιάζονται, η Τριπολιτσά δεν κινδύνευε να πέσει. Για το σκοπό αυτό, εξορμούσαν πολύ συχνά στρατιωτικά σώματα που ακολουθούνταν από ένα πλήθος εργατικού δυναμικού που θέριζε, μάζευε τους καρπούς, φόρτωνε τα ζώα και τα οδηγούσε πάλι πίσω στην πόλη.

Οι Έλληνες, αντιλαμβανόμενοι τη σημασία αυτών των εξορμήσεων, προσπαθούν με κάθε τρόπο να την παρεμποδίσουν. Όσο περνάει ο καιρός, τόσο καλύτερα τα καταφέρνουν και τόσο μεγαλύτερες γίνονται οι απώλειες από την πλευρά των Τούρκων που βγαίνουν για να φέρουν τροφή στην πολιορκημένη πόλη.

Η καθοριστική μάχη που θα κάνει πλέον απαγορευτικές αυτές τις εξόδους των Τούρκων γίνεται στις 10 Αυγούστου, όταν οι Έλληνες με πρωτοβουλία του Κολοκοτρώνη στήνουν ενέδρα περιμένοντας την έξοδο των Τούρκων για ανεφοδιασμό. Για να μπορέσει να αντιμετωπίσει το τουρκικό ιππικό, ο Κολοκοτρώνης διατάζει να ανοιχθεί μία μεγάλη τάφρος - μία γράνα όπως την αποκαλούσαν τότε - με μήκος περίπου 700  μέτρα, βάθος ένα μέτρο και πλάτος δύο μέτρα. Η γράνα αυτή ανοίγεται στην περιοχή του Μύτικα που είναι ένα στενό σημείο, στο δρόμο βόρεια της Τριπολιτσάς προς την Κόρινθο.

 

grana 

Σχέδιο της Γράνας

 

Πράγματι, στις 10 Αυγούστου 1821 ένα μεγάλο σώμα Τούρκων ιππέων και πεζών βγαίνει από την πολιορκούμενη πόλη, αλλά με κατεύθυνση προς τον Λουκά και όχι προς την Κόρινθο. Δηλαδή, καθώς οι Τούρκοι βγαίνουν από την Τριπολιτσά δεν θα βρουν στην πορεία τους τη γράνα. Αυτό όμως θα γίνει στην επιστροφή τους.

Μέσα στο χαράκωμα τοποθετούνται στρατιώτες που περιμένουν τους Τούρκους. Η ένοπλη συνοδεία των Τούρκων ελάχιστα ζημιώνεται. Οι ιππείς κατορθώνουν εύκολα να ξεφύγουν. Το εργατικό δυναμικό τους όμως – γυναίκες, παιδιά, γέροντες – υφίσταται πανωλεθρία.

Η μάχη της Γράνας - όπως ονομάστηκε - προκάλεσε μεγάλες απώλειες στο εργατικό δυναμικό των Τούρκων, αλλά και στα μεταγωγικά ζώα τους, χώρια που χάθηκε και το πολύτιμο φορτίο που μετέφεραν. Εκτός αυτού, όμως, προκάλεσε τέτοιο πανικό στους Τούρκους, ώστε δεν αποτόλμησαν άλλη έξοδο μέχρι και την άλωση της πόλης. Σύμφωνα με τον Κολοκοτρώνη, «οι Τούρκοι πλέον δεν εβγήκαν από τα τείχη της Τριπολιτσάς, ήτον η ύστερή τους φορά».

Η μεγάλη επιτυχία της επιχείρησης άνοιξε το δρόμο για να φτιαχτούν και άλλες τέτοιες οχυρώσεις και χαρακώματα και με τον τρόπο αυτό να μεταφερθεί η πολιορκία στην πεδιάδα, μπροστά από τα τείχη.

Ένα πρώτο άμεσο αποτέλεσμα ήταν ότι τα άλογα των Τούρκων δεν μπορούσαν πλέον να βόσκουν έξω από τα τείχη. Τα άλογα αδυνάτιζαν και μαζί με αυτά αδυνάτιζε και η δύναμη του τουρκικού ιππικού, του μόνου σώματος που φόβιζε τους Έλληνες

Το κυριότερο όμως αποτέλεσμα της μάχης της Γράνας, ήταν η μεγάλη πείνα που ενέσκηψε στην πόλη. Μια πείνα που χτύπησε πρώτα από όλα τους φτωχότερους των πολιορκημένων, αυτούς που δεν είχαν αποθέματα εφοδίων. Μαζί με την πείνα ήρθαν και οι ασθένειες και ιδιαίτερα ο τύφος. Ο χρόνος πλέον κυλούσε αντίστροφα για τους πολιορκημένους

 

 

Τα παζάρια και τα αλισβερίσια μέσα και έξω από το κάστρο

 

Με την πείνα να χτυπάει τον πολιορκημένο πληθυσμό, δεν αργεί να αναπτυχθεί το γνωστό πλέον αλισβερίσι μεταξύ των πολιορκητών και των πολιορκημένων, δίνοντας μερικές φορές την εντύπωση πως έξω από την πόλη γίνεται περισσότερο ένα παζάρι, παρά μια στρατιωτική πολιορκία

Οι κύριοι πρωταγωνιστές του ιδιότυπου αυτού εμπορίου είναι τα δύο ισχυρά μισθοφορικά σώματα. Από την πλευρά των Ελλήνων είναι οι Μανιάτες, ενώ από την πλευρά των πολιορκημένων είναι οι Αλβανοί μισθοφόροι, οι οποίοι με τη σειρά τους προσπαθούν να βγάλουν κέρδος μεταπωλώντας τα εφόδια στους υπόλοιπους πολιορκημένους.

Γράφει ο Olivier Voutier στο Memoires sur la guerre actuelle de Grece : « Έλληνες και Τούρκοι αγόραζαν και πουλούσαν διάφορα πράγματα. Ειδικότητα στο παράξενο αυτό παζάρι είχαν αναπτύξει και πάλι οι Μανιάτες, που λάτρευαν το χρήμα, περισότερο από ό,τι μισούσαν τους Τούρκους»

Όσο περνά ο καιρός, το αλισβερίσι ανεβαίνει επίπεδο και γίνεται ακόμη πιο χυδαίο. Όλο και πιο υψηλά ιστάμενοι Έλληνες αρχίζουν να συμμετέχουν σε αυτό, προσφέροντας αυτή τη φορά σωτηρία σε μεμονωμένες μουσουλμανικές οικογένειες, οι οποίες προφανώς έχουν να προσφέρουν ανταλλάγματα για τη ζωή τους. Ως συνήθως, πάλι οι πλούσιοι έχουν περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης. Έχοντας αποθηκευμένα εφόδια, είχαν αντέξει κατά την πολύμηνη πολιορκία και τώρα τους δίνεται η ευκαιρία να γλιτώσουν τη ζωή τους.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης για άλλη μια φορά είναι ο μόνος που προσπαθεί να αντιδράσει σε αυτό το χαώδες αλισβερίσι. Σε μια διαταγή που εκδίδει στις 6 Σεπτεμβρίου υπενθυμίζει τους λόγους για τους οποίους έγινε η Επανάσταση, γιατί κάποιοι φαίνεται πως τους είχαν ξεχάσει ή δεν τους είχαν καταλάβει ποτέ – και καταγγέλει τις άθλιες συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων.

Γράφει ο Υψηλάντης: « Ο σκοπός δια τον οποίον πολεμούμεν, είναι η ελευθερία της πατρίδας, ήγουν να ελευθερώσωμεν από την τυραννίαν των απίστων Αγαρηνών τον εαυτόν μας, τας γυναίκας μας, τους γονείς μας, τα τέκνα μας, την πίστιν μας, και να ζώμεν με νόμους δικαιοσύνης … Δια τούτο έδωκα πολλάς προσταγάς έως τώρα να μην ομιλή κανείς με Τούρκους, μήτε να δέχεται Τούρκους. Η αισχροκέρδεια όμως έκαμε πολλούς να παραβούν τας προσταγάς μας, προτιμώντες οι αχρείοι και ασυνείδητοι ολίγον άτιμο κέρδος περισσότερον παρά την σωτηρίαν της πατρίδος μας … Δια την σωτηρίαν σας λοιπόν και δια την σωτηρίαν της πατρίδος και του γένους, προστάζομεν, κανείς να μην ομιλή εις το εξής με Τούρκον, μήτε να δέχεται Τούρκους, όσοι και αν είναι, είτε ένοπλοι, είτε άοπλοι. Αν δε κανείς Τούρκος θελήση να ομιλήση, να τον φέρουν οι φύλακες εις εμέ. Όποιος άλλος θελήση να ομιλήση με Τούρκον, οι φύλακες να με τον φέρουν, δια να λάβη την πρέπουσαν παιδείαν »

Πώς να εισακουστούν όμως οι προσταγές του Υψηλάντη όταν στο απαράδεκτο αυτό αλισβερίσι συμμετέχουν σχεδόν όλοι οι Έλληνες οπλαρχηγοί; Είναι πιθανό πως μέσα στο δικό τους κώδικα ηθικής κάτι τέτοιο τέτοιο να μην ήταν επιλήψιμο. Ίσως γι αυτό μόνο από ξένες πηγές μπορούμε να πληροφορηθούμε για την έκταση αυτού του κατάπτυστου εκβιασμού. Ο Maxime Raybaud (Ρεϊμπό) αναφέρει και οι Mendelssohn-Bartholdy και Thomas Gordon συμφωνούν, πως «οι Μαυρομιχαλαίοι, η Μπουμπουλίνα, ο Κολοκοτρώνης και οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί κατάφεραν να κάνουν περιουσίες μέσα σε λίγες μέρες με αυτές τις κατάπτυστες δοσοληψίες».

Ως μοναδική εξαίρεση σε αυτό το όργιο χρηματισμού αναφέρεται ο Νικηταράς.

Ειδικά η Μπουμπουλίνα είχε πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την άθλια συναλλαγή. Μη πιστεύοντας τις εξαγγελίες του Υψηλάντη για δίκαιη και ισομερή μοιρασιά των λαφύρων της πόλης, η Μπουμπουλίνα ήρθε με το τσούρμο της από την Ύδρα στην Τριπολιτσά, προκειμένου να κερδίσει όσα περισσότερα μπορούσε. Εκμεταλλευόμενη το φύλο της, ήρθε σε επαφή με πολλές αρχόντισσες της πόλης, κυρίως πλούσιες Εβραίες, και πήρε πλούσια δώρα έναντι αόριστων υποσχέσεων.

Ο Karl Mendelsohn-Bartholdy, στην «Ιστορία της Ελλάδος, μετ. Α.Βλάχου, 1873», γράφει για την Μπουμπουλίνα : « Η Ελληνίς αμαζών Μπουμπουλίνα … γραία οστεώδης ήλθε στο στρατόπεδο των Ελλήνων … να διαπραγματευθεί μετά των πλουσίων Ιουδαίων και κολλυβιστών της πόλεως και καταφορτισθεί δια λαμπρών δώρων υπό των συζύγων, αντί αορίστων επαγγελιών … ήτο πολύ δυσάρεστη στους τρόπους και απωθητική. Κακοκαμωμένη και παχύσαρκη, αρπακτική και παραδόπιστη. Στη στεριά ταξιδεύει έφιππη με το σπαθί στο χέρι και πάντοτε την ακολουθεί ένα σώμα ενόπλων. Εμφανίζεται πάντα αρματωμένη με σπαθί και μπιστόλες, όλα πολύ ακριβά. Την είδα στο Άργος καβάλα σε αράπικο άτι. Την ακολουθούσε ένα πλήθος από αρματωμένους στρατιώτες, που έτρεχαν πίσω της, σαν ζαγάρια … Στην Τριπολιτσά ο Κολοκοτρώνης και ο Πετρόμπεης της επέτρεψαν να μπει, για να πείσει τις Τουρκάλες να της παραδώσουν τα χρήματα και τα διαμάντια τους, μοναδικό μέσο εξαγοράς της τιμής και της ζωής τους …»

 

bouboulina

Η Λασκαρίνα Μπυμπουλίνα

 

Αλλά και ο Maxime Raybaud γράφει για την Μπουμπουλίνα: «Θρασύτερη και σιγουρεμένη από το φύλο της, περισσότερο από όσο οι άλλοι αρχηγοί με τα άρματα και την εξουσία τους, έμπαινε η ίδια στην Τριπολιτσά, για να προεξοφλήσει το μερίδιό της από τα λάφυρα. Συνάντησε τη γυναίκα τού βεζύρη, μισοπεθαμένη απο την τρομάρα της. Κι εκείνη τής εμπιστεύθηκε, όπως λένε, τα διαμαντικά της και τη φόρτωσε με πλούσια δώρα, που συγκεντρώθηκαν από τη  συνεισφορά των πρώτων γυναικών τής Τριπολιτσάς. Το πολυάριθμο συγγενολόι της πηγαινοερχόταν στις πόρτες τής Τριπολιτσάς και κουβαλούσε τους θησαυρούς σε σίγουρες κρυψώνες».

Για την Μπουμπουλίνα και τη σχέση της με το χρήμα, ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια άλλη δράση της όπως μας την παρουσιάζει ο Θ.Παναγόπουλος στα Ψιλά Γράμματα της Ιστορίας (2007): « … η Μπουμπουλίνα είχε φτιάξει δύο νομισματοκοπεία, ένα στο Ναύπλιο και ένα στις Σπέτσες, όπου κατασκεύαζε κίβδηλα τούρκικα γρόσια, τα οποία διοχέτευε στη Μικρά Ασία … Τα κάλπικα αυτά νομίσματα οι Έλληνες τα ονόμαζαν “Μπουμπουλίνες”»

Σύμφωνα με τον Ν.Βέη στα «’Εγγραφα αφορώντα εις την πολιορκίας της Τριπολιτσάς, 1901», και ο Κολοκοτρώνης είχε εκδώσει διαταγή με την οποία απειλούσε με θάνατο όσους συναλλάσσονταν με τους Τούρκους. «Εις το εξής κανένας στρατιώτης να μη τολμά και κατεβαίνει κάτω [από τα γύρω υψώματα], ούτε δια βόλια ούτε δι’ άλλα, έξω όταν είναι πόλεμος και όποιος πιασθή, θα παιδευθή με την ζωήν του, ομοίως και όποιος τολμήσει να υπάγη να ομιλήση με τους Τούρκους η παιδεία του είναι με θάνατον»

Ο Κολοκοτρώνης, βέβαια, μπορεί πράγματι να εξέδωσε αυτή τη διαταγή, όμως αυτό θεωρούμε πως το έκανε απλά επειδή δεν αναγνώριζε σε όλους αυτό το δικαίωμα της συναλλαγής, παρά μόνο στους καπεταναίους όπως αυτός. Και αυτό το υποστηρίζουμε γιατί, όπως θα δούμε παρακάτω, και ο ίδιος έκανε συναλλαγές πολύ υψηλού επιπέδου,

Ο Samuel Howe αναφέρει ένα χαρακτηριστικό περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Κολοκοτρώνη: « Ανάμεσα σε αυτούς που είχαν βγει απ’ την πόλη για συνομιλίες ήταν και ένας πλούσιος Εβραίος, ένας απ’ τους πλουσιότερους της περιοχής. Φορούσε στη μέση του δυο πιστόλια επιχρυσωμένα και στολισμένα με διμάντι. Τράβηξαν την προσοχή του Κολοκοτρώνη, που φώναξε: “Μπα! Ένας Εβραίος και μάλιστα οπλισμένος, αυτό δεν επιτρέπεται” και παίρνοντάς τα, τα έβαλε στη δική του ζώνη σαν νόμιμο λάφυρο»

 

Οι διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους

 

Η δραματική κατάσταση των πολιορκημένων Τούρκων, τους αναγκάζει να ζητήσουν διαπραγματεύσεις σχετικά με τον τρόπο παράδοσης της πόλης. Το αίτημα των Τούρκων γίνεται δεκτό, βάζει όμως σε μεγάλες συζητήσεις τους Έλληνες σχετικά με το τι θα ζητήσουν από τους Τούρκους προκειμένου να τους αφήσουν να αποχωρήσουν ζωντανοί αλλά και το πώς θα διανεμηθούν τα λάφυρα μεταξύ τους

Σχετικά με το τελευταίο, προτείνονται τρεις εκδοχές:

α) αν η πόλη παραδοθεί με συνθήκη, τότε όσα δώσουν οι Τούρκοι αλλά και όσα εγκαταλείψουν κατά την αποχώρησή τους, ορίζεται πως θα κατανεμηθούν κατά τα 2/3 στους στρατιώτες, ενώ το υπόλοιπο 1/3 θα πάει στην πατρίδα «δια τα έξοδα του πολέμου»

β) αν η πόλη κυριευθεί μετά από έφοδο, η αναλογία αλλάζει υπέρ των στρατιωτών. Τα 3/4 πλέον θα πάνε στους στρατιώτες και υπέρ πατρίδος μόλις το 1/4

γ) Το ίδιο ποσοστό (3/4) προβλέπεται να πάρουν οι στρατιώτες, εάν οι πολιορκημένοι Τούρκοι επιχειρήσουν έξοδο.

Παράλληλα με την επί του χάρτου μοιρασιά των λαφύρων, ο Υψηλάντης αναλαμβάνει να εκστρατεύσει στα βόρεια παράλια της Πελοποννήσου προκειμένου να επιτηρεί τις κινήσεις του οθωμανικού στόλου, για την περίπτωση που αυτός επιχειρήσει να αποβιβάσει δυνάμεις για βοήθεια των πολιορκημένων της Τριπολιτσάς. Για να μπορέσει η διοίκηση να βρει στρατιώτες πρόθυμους να ακολουθήσουν τον Υψηλάντη, γίνεται ειδική πρόβλεψη ώστε να συμμετέχουν και αυτοί ισότιμα στην κατανομή των λαφύρων με τους υπόλοιπους στρατιώτες. Πράγματι, ο Υψηλάντης φεύγει για τα παράλια του Κορινθιακού κόλπου παίρνοντας μαζί του 500 άντρες του Κολοκοτρώνη με επικεφαλής τους γιους του, Πάνο και Γενναίο

Το κείμενο που προβλέπει όλα τα παραπάνω, φέρει τις υπογραφές των πιο σημαντικών αρχηγών και ο σκοπός τους είναι να αποτρέψει μια ανεξέλεγκτη και άτακτη λαφυραγωγία. Όχι πως θα καταφέρει τελικά κάτι. Κάτι τέτοιο θα είχε νόημα, εάν οι πολιορκητές αποτελούσαν ένα ενιαίο και διαρθρωμένο σώμα. Όμως, δεν επρόκειτο για τέτοια περίπτωση και το κείμενο κατέληξε τελικά άνευ νοήματος

Οι διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την παράδοση της πόλης ξεκινούν στις 15 Σεπτεμβρίου, αμέσως μετά την αναχώρηση του Υψηλάντη. Οι βασικοί διαπραγματευτές από την ελληνική πλευρά είναι οι εκπρόσωποι της Πελοποννησιακής Γερουσίας, δηλαδή οι προύχοντες της περιοχής. Γύρω από τους προύχοντες όμως, υπάρχουν και άλλοι παίχτες που διεκδικούν επί ίσοις όροις τα λάφυρα. Κατ’ αρχήν είναι οι στρατιωτικοί, οι οποίοι ενώ μέχρι τότε βρίσκονταν, ως κάποι, κάτω από τις εντολές των κοτζαμπάσηδων, αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τον αναβαθμισμένο τους ρόλο και την ευκαιρία που τους δίνεται να βρεθούν ισότιμα δίπλα τους. Είναι και οι νησιώτες από την άλλη, που απαιτούν δικαίωμα στη διανομή των λαφύρων, επικαλούμενοι τις ανάγκες συντήρησης του στόλου. Και γύρω από όλους αυτούς, βρίσκονται χιλιάδες απλοί στρατιώτες που περιμένουν με ανυπομονησία το δικό τους μερίδιο. Πολλοί άλλωστε από αυτούς έχουν εμφανιστεί μόλις τις τελευταίες ημέρες γύρω από τα τείχη της Τριπολιτσάς, μόνο και μόνο γι’ αυτό

Οι Τούρκοι ζητούν την ασφαλή μεταφορά των ίδιων και της κινητής περιουσίας τους στη Μικρά Ασία μέσω πλοίων με ευρωπαϊκή σημαία. Η ελληνική πλευρά αποδέχεται το αίτημα των Τούρκων, ζητά όμως ως αποζημίωση την καταβολή από πλευράς των Τούρκων πενήντα εκατομμυρίων γροσίων, ενός εντυπωσιακά μεγάλου ποσού. Το ποσό αυτό δεν υπήρχε σε ρευστό και ίσως ξεπερνούσε και το σύνολο των κινητών περιουσιακών στοιχείων που οι Τούρκοι αξίωναν να πάρουν μαζί τους

Έτσι, οι Τούρκοι αντιπροτείνουν να παραδώσουν στους Έλληνες αγροτική γη καθώς και να διαγραφούν και τα όποια χρέη τους. Είναι προφανές πως αυτό που προτείνουν να δώσουν οι Τούρκοι είναι κάτι που ήδη οι Έλληνες έχουν κατακτήσει στο πεδίο της μάχης. Ως εκ τούτου, οι κεντρικές διαπραγματεύσεις ναυαγούν και συνεχίζονται οι άλλες, οι ντροπιαστικές, μεταξύ των ισχυρών και από τις δύο πλευρές. Οι ισχυροί καπετάνιοι διαπραγματεύονται πλέον απευθείας με τις ισχυρές τουρκικές οικογένειες, προσφέροντάς τους τη σωτηρία – με το αζημίωτο βέβαια.

Ο Κολοκοτρώνης, όπως και η Μπουμπουλίνα όπως προαναφέραμε, είναι οι μεγάλοι αρνητικοί πρωταγωνιστές των παζαριών. Από την “Ιστορική σκιαγραφία της Ελληνικής Επανάστασης (εκδ.1828) ” του Samuel Howe διαβάζουμε : « Τους πήγαν [τους απεσταλμένους] στο στρατηγείο του Κολοκοτρώνη. […] Οι Τούρκοι ήθελαν πολύ να διαπραγματευτούν με τον Υψηλάντη ή κάποιον άλλον από τους Ευρωπαίους, για να’ναι βέβαιοι ότι θα τηρήσει τους όρους της συμφωνίας. Αλλά ο Κολοκοτρώνης δεν ήθελe κανέναν. Είχε αποφασίσει να μην αφήσει τους θησαυρούς του κάστρου να πάνε στο δημόσιο ταμείο και σ’αυτό θερμά συνηγόρησαν και οι άλλοι αρχηγοί. Υποσχέθηκε στους Τούρκους ότι θα τα τακτοποιήσει όλα και ότι θα τους εξασφάλιζε τη μεταφορά τους στην Ασία. Πήρε πλούσια δώρα σε διαμάντια και άλλα κοσμήματα και εν συνεχεία έγινε ανακωχή για δύο μέρες. Οι πλούσιοι Τούρκοι επωφελήθηκαν απ’την ανακωχή για να συνεννοηθούν προσωπικά με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους αρχηγούς. Τον γέμισαν λεφτά, αργυρά σκεύη και κοσμήματα, ανυπολόγιστης αξίας. Θυσίαζαν μέρος από τα πλούτη τους για να διασώσουν τα υπόλοιπα, πιστεύοντας ότι έτσι θα κερδίσουν την εύνοια των Ελλήνων αρχηγών. Γαϊδούρια και άλογα, φορτωμένα με ασημένια επιτραπέζια σκεύη και άλλα είδη πολυτελείας, φυγαδεύτηκαν τη νύχτα από τους Έλληνες αρχηγούς και στάλθηκαν στα σπίτια τους με γερή συνοδεία. Οι στρατιώτες, όμως, βλέποντάς τα, άρχισαν ν’ αγανακτούν, γιατί έχαναν τη λεία μέσα από τα χέρια τους»

 

Η συμφωνία με τους Αλβανούς μισθοφόρους

 

Οι Αλβανοί μισθοφόροι των Τούρκων, βλέποντας τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, αποφασίζουν και αυτοί από την πλευρά τους να προχωρήσουν σε συμφωνία με τους Έλληνες, προκειμένου να αποχωρήσουν με ασφάλεια από την πόλη. Ας μην ξεχνάμε πως εκείνη την εποχή ο Αλβανός Αλή Πασάς των Ιωαννίνων βρίσκεται σε πόλεμο με το Σουλτάνο και πως εναντίον του έχει εκστρατεύσει ο Μόρα βαλεσή Χουρσίτ Πασάς. Από την άλλη πλευρά, οι Σουλιώτες έχουν βρεθεί στο πλάι του Αλή Πασά και σύμφωνα με τον ιστορικό Γιώργο Μαργαρίτη, έξω από τα τείχη της Τριπολιτσάς έχουν ήδη σπεύσει ισχυροί Αλβανοί παράγοντες για να ζητήσουν από τους Αλβανούς μισθοφόρους των Τούρκων να αλλάξουν στρατόπεδο και να κινηθούν προς την Ήπειρο για να βοηθήσουν τον Αλή Πασά, ο οποίος φαίνεται πως εκείνη τη δεδομένη στιγμή δημιουργεί μια ελληνοαλβανική συμμαχία, αν λάβουμε υπόψη μας και τους πολλούς Έλληνες αρματολούς που στέκονται στο πλευρό του

Οι διαπραγματεύσεις γίνονται μεταξύ του επικεφαλής των Αλβανών, Ελμάζ Μπέη και του Κολοκοτρώνη. Η συμφωνία κλείνει πολύ εύκολα και οι Αλβανοί αρχίζουν να μεταφέρουν τα πράγματά τους στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη. Όπως είναι φυσικό, η κίνηση αυτή των Αλβανών δε θα μπορούσε να μείνει αναπάντητη από την πλευρά των Τούρκων. Η οθωμανική διοίκηση της πόλης προσπαθεί πότε με υποσχέσεις και πότε με απειλές να τους εμποδίσει. Στις 23 Σεπτεμβρίου, την ημέρα που έχει συμφωνηθεί να γίνει η αναχώρηση των Αλβανών, οι τελευταίοι συγκεντρώνονται σε κεντρικό σημείο της πόλης για να αποχωρήσουν συντεταγμένα. Η κίνηση αυτή προκαλεί αντιδράσεις από την πλευρά των Τούρκων, με αποτέλεσμα να αρχίσουν συγκρούσεις μέσα στο τείχος της πολιορκημένης πόλης

Την ίδια στιγμή και ενώ έχει ξεσπάσει ο εσωτερικός εμφύλιος, οι επιφανείς Τούρκοι αρχίζουν να εγκαταλείπουν το καράβι που βυθίζεται. Όσοι έχουν έρθει σε συμφωνία με τους Έλληνες οπλαρχηγούς, ζητούν από αυτούς την αποστολή ενόπλων αντρών για να εξασφαλίσουν την ασφαλή αναχώρησή τους. Πράγματι, οι Έλληνες καπετάνιοι στέλνουν οπλισμένους άντρες και μεταγωγικά ζώα για να μεταφέρουν τα υπάρχοντα των πλούσιων Τούρκων

Οι κινήσεις αυτές των Ελλήνων αρχηγών προκαλούν εκνευρισμό στο ελληνικό στράτευμα. Οι πολλοί, οι απλοί στρατιώτες δηλαδή, νιώθουν πως τους κλέβουν οι λίγοι, οι αρχηγοί τους. Ο εκνευρισμός αυτός τους κάνει να πλησιάζουν όλο και περισσότερο στα τείχη της πόλης, που εκείνη τη στιγμή κανείς σχεδόν δεν ασχολείται με τη φύλαξή τους. Οι πρώτοι τολμηροί ανεβαίνουν στα τείχη και δίνουν το γενικό σύνθημα, υψώνοντας μια σημαία με το σταυρό. Βλέποντας τη σημαία, χιλιάδες ένοπλοι και άοπλοι ορμούν μέσα στην πόλη χωρίς καμία τάξη και χωρίς κανένα σχέδιο. Ή μάλλον, μόνο με ένα, τα λάφυρα. Μαζί με τα λάφυρα όμως αρχίζει και η  μεγάλη σφαγή

 

kefalas

Η ελληνική σημαία υψώνεται στα τείχη της Τριπολιτσάς.

Πίνακας του Peter von  Hess

 

 

Η μεγάλη σφαγή

 

Η σφαγή που ακολουθεί είναι μία από τις μεγαλύτερες, πιθανώς η μεγαλύτερη, που γνώρισε ποτέ η Πελοπόννησος. Επί τρεις ημέρες οι Έλληνες σφαγιάζουν χιλιάδες άμαχους, Τούρκους και Εβραίους. Γυναίκες, παιδιά, βρέφη, γέροντες. 

Έχοντας περάσει από το ελληνικό σχολείο και διαβάζοντας αυτά τα πράγματα, μας έρχεται στον νου το σχόλιο του συγγραφέα Δ. Λιθοξόου για τα γεγονότα, πως «σύμφωνα με τα σχολικά βιβλία οι κατακτητές της πόλης Έλληνες, έκαναν το χρέος τους» και δεν μπορούμε να μην αισθανθούμε αποστροφή για τον τρόπο που η ιστοριογραφία χαρακτηρίζει ηρωϊκά τέτοια ειδεχθή εγκλήματα, που τελικά ούτε ο πόλεμος μπορεί να τα δικαιολογήσει. Αλλά είπαμε, η επίσημη ιστοριογραφία των βιβλίων κατασκευάζει υπηκόους και όχι ανθρώπους. Με κάποιο τέτοιο τρόπο, «ηρωικό», θα αφηγούνται και τα τούρκικα βιβλία την άλωση της Αδριανούπολης (για να κρατήσουμε σχετική αναλογία στη φρίκη)

Ο Φωτάκος μας πληροφορεί πως οι Τούρκοι προσπάθησαν ν’ αντισταθούν αλλά μάταια. Μερικοί κλείστηκαν στην Μεγάλη Τάπια (την ακρόπολη), άλλοι στο τουρκικό σχολείο και πολλοί οχυρώθηκαν στα σπίτια τους.

Η σύγκρουση μετατράπηκε σε ανελέητη σφαγή. Ομάδες ανθρώπων έμπαιναν μέσα στα σπίτια, σκότωναν όσους έβρισκαν, άρπαζαν ό,τι μπορούσαν και έφευγαν γκρεμίζοντας και καίγοντας ό,τι απέμενε. Όπου δυσκολεύονταν να μπουν, έβαζαν φωτιά στα σπίτια καίγοντας ζωντανούς όσους κρύβονταν μέσα σε αυτά. Όσοι είχαν υπομονή, βασάνιζαν τα θύματά τους για να τους αποκαλύψουν τις κρυμένες περιουσίες τους

Ο Διονύσιος  Κόκκινος στο έργο του “Η Ελληνική Επανάστασις, εκδόσεις Μέλισσα, 1974” γράφει: «Τα σπίτια που αντιστέκονταν, κυριεύονταν το ένα μετά το άλλο. Και εκεί ακολουθούσε μεγαλύτερη αγριότητα. Γυναίκες, κορίτσια, παιδιά ρίχνονταν από τα παράθυρα στο δρόμο ή από τους Έλληνες ή από την αλλοφροσύνη της απελπισίας τους και έβρισκαν έτσι ταχύτερο θάνατο από την κατακρήμνιση. Το αίμα έτρεχε από παντού. Οι δρόμοι άρχισαν να καλύπτονται από πτώματα και από τραυματισμένους. Νεαρές οθωμανές παρθένες που δεν είχε δει ποτέ το πρόσωπό τους ανδρικό μάτι, ρίχνονταν γυμνές στους δρόμους. Άλλα σπίτια, καλά αμπαρωμένα εσωτερικά, πυρπολούνταν και οι ένοικοι έπεφταν από τα παράθυρα στους δρόμους για να γίνουν στόχος βολής αυτών που περίμεναν έξω και να κατακρεουργηθούν από τα σπαθιά τους. Εκκλήσεις τρυφερών όντων ακούγονταν, μητέρων για τα παιδιά τους, κοριτσιών για τις μητέρες τους, αλλά δεν εύρισκαν απέναντί τους τίποτε άλλο παρά τον πικρό σαρκασμό των νικητών, την οργή της εκδίκησης, την απάνθρωπη χαρά του αίματος, που όταν αρχίσει γίνεται άγρια, ακόρεστη δίψα»

Από πλευράς Ελλήνων, οι απώλειες υπολογίζονται σε διακόσιους άντρες περίπου. Κάποιοι από αυτούς μάλιστα, σκοτώθηκαν σε μεταξύ τους συμπλοκές, κατά τη διεκδίκηση της λείας. Από πλευράς Τούρκων, τα νούμερα που ακούγονται είναι πολύ μεγάλα. Κάποιοι συντηρητικοί αποτιμούν τον αριθμό των νεκρών σε 10.000, άλλοι σε 20.000, άλλοι σε 30.000. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, βρέφη, γέροντες, μουσουλμάνοι, Εβραίοι, όλοι ανεξαιρέτως σφαγιάστηκαν. Την τρίτη ημέρα της σφαγής, στις 26 Σεπτεμβρίου, όταν δεν είχε μείνει κανένας ζωντανός Τούρκος μέσα στην πόλη, σφαγιάστηκαν οι τελευταίες χιλιάδες ανθρώπων – κυρίως γυναίκες μαζί με τα παιδιά τους – που είχαν βγει από τα τείχη της πόλης λίγες ημέρες νωρίτερα και είχαν εγκλωβιστεί ανάμεσα στα στρατεύματα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να γλιτώσουν

Αυτόπτες μάρτυρες, παρατηρητές των γεγονότων, είναι πολλοί Ευρωπαίοι φιλέλληνες που δεν δίστασαν να περιγράψουν την απόλυτη φρίκη.

Ο Γάλλος φιλέλληνας François Pouqueville (Πουκεβίλ), γιατρός, περιηγητής, διπλωμάτης, ιστορικός συγγραφέας, ακαδημαϊκός και πρόξενος της Γαλλίας εκείνη την εποχή στην Πάτρα, γράφει πως «μονάχα αν βάλει κανείς στον νου τους τις χειρότερες βιβλικές καταστροφές όπου σφάζανε ακόμη και τα κατοικίδια ζώα, θα έχει μια πιο πιστή εικόνα της σφαγής της Τριπολιτσάς».

Ο William St. Claire, νεώτερος Βρετανός ιστορικός και ένθερμος υποστηρικτής των Ελγινείων στη χώρα μας, δίνει μία περιγραφή απόλυτης φρίκης: «Πολύ πάνω από δέκα χιλιάδες Τούρκοι πέθαναν. Αιχμάλωτοι τους οποίους υποπτευόταν οι Έλληνες ότι έκρυβαν τα χρήματά τους βασανίστηκαν βίαια. Τους ξερίζωσαν χέρια και πόδια και τους σούβλισαν αργά πάνω σε φωτιές. Άνοιγαν τις κοιλιές των εγκύων γυναικών, τους έκοβαν τα κεφάλια και έβαζαν κεφάλια σκυλιών ανάμεσα στα πόδια τους. Από την Παρασκευή ως την Κυριακή ο αέρας ήταν γεμάτος από κραυγές. Ένας Έλληνας καυχάτο ότι έσφαξε ενενήντα αμάχους. Οι Eβραίοι της πόλης υπέστησαν συστηματικούς βασανισμούς ...»

και αλλού … « Επί εβδομάδες μετά λιμοκτονούντα παιδιά Τούρκων που έτρεχαν αβοήθητα μέσα στα χαλάσματα σφαγιάσθηκαν και πυροβολήθηκαν από ενθουσιώδεις Έλληνες... Όλα τα πηγάδια μολύνθηκαν από τα πτώματα που είχαν πέσει μέσα».

Ανατριχιαστική είναι και η περιγραφή του Maxim Reubaud στην οποία εμφανίζεται η ενδιαφέρουσα πληροφορία πως ο Κολοκοτρώνης και ο Γιατράκος προσπάθησαν, στην αρχή τουλάχιστον, να εμποδίσουν τη σφαγή: «Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από πτώματα σε αποσύνθεση. Οι Έλληνες ορμούσαν κατά μάζες από όλα τα σοκάκια. Το αίμα έτρεχε από όλες τις μεριές όταν μπήκαμε στην πολιτεία. Τα σοκάκια ήταν γεμάτα άπιστους που ψυχορραγούσαν. Ανακάτωμα καταστροφικό, τραγικός σάλαγος. Αδύνατη η περιγραφή. Βλέπαμε να εκσφενδίζονται από τα παράθυρα γυναίκες, κορίτσια και παιδιά […] Κραυγές ετοιμοθανάτων, άγρια ξεφωνητά των νικητών. Πόνος και μίσος αξεδιάλυτα. Οι καπεταναίοι αιφνιδιάστηκαν και πάσχισαν να σταματήσουν το μακελειό. Αλλά ήταν αργά. Ο έλεγχος είχε ξεφύγει από τα χέρια τους. Κανείς δεν μπορούσε πλέον να σταματήσει το αφρισμένο ποτάμι. Είδα να μπαίνουν στην πόλη ο Κολοκοτρώνης και ο Γιατράκος καβάλα σε περήφανα άτια. Έδειχναν έξω φρενών. Προσπαθούσαν να συγκεντρώσουν τους στρατιώτες και να τους στείλουν έξω από την πόλη. Μάταιο. Είχαν όλοι αφηνιάσει. Δεν λογάριαζαν τις προσταγές των αρχηγών τους. Ήλθε η σειρά τους να επωφεληθούν από τα θύματα […] Οι γυναίκες του χαρεμιού παραδόθηκαν από τους Αρβανίτες στο σώμα του Αναγνωσταρά. Τις οδήγησαν σε έναν κήπο. Εκεί πήγαν και τους επίσημους Τούρκους. Όσοι δεν είχαν αξίωμα σφάχτηκαν ή ρίχτηκαν στις φλόγες. Οι Δερβίσηδες μιας μουσουλμανικής σχολής, που αντιστάθηκαν, κατακρεουργήθηκαν και τα μέλη τους διασκορπίστηκαν παντού … »

Αλλά και οι Έλληνες ιστορικοί περιέγραψαν τη φρίκη της μεγάλης σφαγής. Ο Ιωάννης Φιλήμων γράφει σχετικά: «Γυναίκες ων η λευκότης διεφιλονείκει και προς αυτήν την χιόνα, νεανίδες, ων ουδ’ ο θάνατος κατεμάρανε την χιόνα, βρέφη, τα μεν χειραπτάζοντα τους μαστούς και βαβάζοντα, τα δε το στόμα έχοντα επί μαστού αιμοφύρτου, νέοι, γέροντες, άντρες, ανάμικτοι κατέκειντο θέαμα βαρυπενθές... Ιδίως δε η εκ της πύλης των Καλαβρύτων μέχρι του σατραπείου λεωφόρος από λιθοστρώτου μετεσχηματίσθη, ιν’ είπωμεν, εις πτωματόστρωτον, και ουθ’ ο πεζός, ουθ’ ο ίππος επάτει επί της γης, αλλά επί πτωμάτων»

 

alosi

Η άλωση της Τριπολιτσάς - Γερμανική λιθογραφία εποχής

 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης αναφέρει : « … η ημέρα της αλώσεως της πρωτευούσης της Πελοποννήσου ήτον ημέρα καταστροφής, πυρκαϊάς, λεηλασίας και αίματος. Άνδρες, γυναίκες, παιδία, όλοι απέθνησκον, άλλοι φονευόμενοι, άλλοι εις τας αναφανείσας εν τη πόλει φλόγας ριπτόμενοι, και άλλοι υπό τα καταπίπτοντα στεγάσματα και πατώματα των καιομένων οικιών καταθλιβόμενοι. Η δε δίψα της εκδικήσεως κατεσίγαζε την φωνήν της φύσεως. Εν ταις οδούς, εν ταις πλατείαις, παντού δεν ηκούγοντο ειμή μαχαιροκτυπήματα, πυροβολισμοί, πάταγοι κατεδαφιζομένων οικιών εν μέσω φλογών, φρυάγματα οργής και γόοι θανάτου. Εστρώθη το έδαφος πτωμάτων και οι περιφερόμενοι πεζοί και ιππείς δεν επάτουν ειμή αποθνήσκοντας ή αποθανόντας. Εφαίνοντο δε οι Έλληνες ως θέλοντες να εκδικηθώσιν εν μία ημέρα αδικήματα τεσσάρων αιώνων. Οι δε εν Τριπολιτσά Εβραίοι, επί τω λόγω της εν Κωνσταντινουπόλει και αλλού κακής προς τους Χρισταινούς διαγωγής των ομοθρήσκων των, όλοι κατεστράφησαν, οι μεν δια σιδήρου, οι δε δια πυρός, εκτός των περί τον Χανέ γνωστόν δια την αγαθότητά του. […] Τρεις ημέρας διήρκεσαν τα περί ων ο λόγος εν τη πόλει δεινά. Την δε τρίτην εθανατώθηκαν εκτός της πόλεως και όσοι πεινώντες ή διψώντες εξήλθαν προ της αλώσεως»

Ο ίδιος o Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μιλάει στα Απομνημονεύματά του (τα οποία υπαγόρευσε το 1839 στον Γεώργιο Τερτσέτη) και περιγράφει το εφιαλτικό σκηνικό με αφοπλιστική ειλικρίνεια, δείγμα του ότι δεν νιώθει κάποια ενοχή: «το ασκέρι όπου ήτον μέσα το ελληνικό έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, 32.000, μια ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς...»

Εδώ να σημειώσουμε πως ο Κολοκοτρώνης μπόρεσε να διασφαλίσει, έστω και με δυσκολία, την ασφαλή αποχώρηση των 1.500 Αλβανών μισθοφόρων υποστηρικτών της πόλης, μετά από συμφωνία που έκανε μαζί τους. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει κατά τη γνώμη μας πως εάν ο Κολοκοτρώνης επιθυμούσε πραγματικά να σταματήσει τη σφαγή θα το είχε κάνει, άρα το επιχείρημα που καλλιεργήθηκε μετά και τον ήθελε «ανήμπορο να ελέγξει την δίκαιη εκδικητική ορμή των στρατιωτών του» μάλλον καταπέφτει.

Μετά από τρεις ημέρες σφαγής, δεν υπάρχουν άλλοι ζωντανοί άμαχοι για να σφαγούν. Όπως γράφει ο Διονύσιος Κόκκινος : «Η φρενίτις εκείνη της φυλετικής εκδικήσεως δεν εγνώρισεν όρια. Έφτασε μέχρι των τάφων. Το τουρκικόν κοιμητήριον ανεσκάφη, και οστά και νεκροί ταφέντες προ ολίγου καιρού ερρίφθησαν εις τους δρόμους»

Τα έκθετα πτώματα των 32.000 σφαγμένων μαζί με τα ξεθαμμένα κουφάρια προκάλεσαν θανατηφόρα επιδημία που απλώθηκε σε ολόκληρη την Πελοπόννησο - ως θεία τιμωρία θα μπορούσε να πει κάποιος ένθεος - και προκάλεσε το θάνατο χιλιάδων Ελλήνων

 

Γιατί έγινε η σφαγή των αμάχων;

 

Στο ερώτημα γιατί έγινε η μαζική σφαγή των αμάχων της Τριπολιτσάς, από την πλευρά των Ελλήνων ιστοριογράφων προτιμήθηκε να δοθεί μια εξήγηση που θα μπορούσε, κατ’αυτούς, να δικαιολογήσει αυτή την φρικαλέα αιματοχυσία. Στην προσπάθειά τους να ξεπλύνουν τη σφαγή των αμάχων και ιδιαίτερα τον Κολοκοτρώνη, παραδέχονται πως η σφαγή έγινε, αλλά ούτε ο Κολοκοτρώνης έφταιγε, διότι ήταν «ανήμπορος να ελέγξει το δίκαιο μένος του στρατού του, μόλο που το προσπάθησε», ούτε το ασκέρι των σφαγιαστών έφταιγε, διότι «είχε στην πλάτη του τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς»...

« Εφαίνοντο δε οι Έλληνες ως θέλοντες να εκδικηθώσιν εν μία ημέρα αδικήματα τεσσάρων αιώνων» γράφει σχετικά ο Σπυρίδων Τρικούπης και συνεχίζει «… Λαός αποτινάσσων πολυχρόνιον και βαρύν ζυγόν, κινείται πάντοτε θηριωδώς κατά των δεσποτών του. Ο δε οπλοφόρος της Ελλάδος λαός ήτον ότι μάλλον ακράτητος κατέκείνας τας ημέρας, διότι ούτε κυβέρνησις υπήρχεν, ούτε μισθός εδίδετο, ούτε τροφαί τακτικώς διενέμοντο, ούτε μέλλον ασφαλές εφαίνετο, ούτε ο άτακτος επαιδεύετο, ούτε ο σώφρων αντημείβετο»

Αλλά και ο Φ.Φωτάκος, αφού εξιστορεί με ακρίβεια την απόλυτη φρίκη, νιώθει την ανα΄γκη να την δικαιολογήσει: « Δεν τους εσκότωσαν λοιπόν από ωμότητα οι Έλληνες τους Τούρκους, καθώς η πολιτισμένη Ευρώπη μας εκατηγόρησεν, ούτε δια κανέναν άλλον σκοπόν, αλλά από δικαίαν εκδίκησιν την οποίαν έτρεφον εναντίον των. Εμέθυσαν δε από το πνεύμα της εκδικήσεως, ενθυμηθέντες την τυραννίαν των Τούρκων εναντίον αυτών και των πατέρων των»

Ο Ι.Φιλήμων το βλέπει ωε φυσικό αποτέλεσμα μια επανάστασης: «Αλλ΄υπήρξε ποτέ επανάστασις κατά εξουσίας τυραννικής και ταύτης αλλοεθνούς, αλλοθρήσκου και αλλογλώτου, μη συνοδευθείσα μεθ΄όλων των σκληρών χαρακτήρων και των συνεπειών εκείνων, οίας προκαλούσι, τας μεν φύσει, τας δε εκ περιστάσεων απροόπτων, τα παθήματα του παρελθόντος και η ανάγκη του παρόντος…»

Αυτή η προσπάθεια δικαιολόγησης των «δικών μας» εγκλημάτων δεν είναι προφανώς ελληνικό φαινόμενο. Εμφανίζεται σε κάθε κρατικό μηχανισμό προπαγάνδας και έχει ως σκοπό την «κατασκευή συναίνεσης» όπως εξηγεί ο Νόαμ Τσόμσκι στο ομώνυμο βιβλίο του. Αν δεν μπορείς να αποκρύψεις τα δικά σου εγκλήματα, προσπάθησε τουλάχιστον να τα ορθολογικοποιήσεις. Να μιλήσεις , πχ, για «ιστορική συγκυρία», για «ανάγκη εκδίκησης», για «συσσωρευμένο μίσος». Ενώ, αντίθετα, τα εγκλήματα του «άλλου» θα προέρχονται πάντα από την εγγενή βαρβαρότητά του

 

gegonota

Το χρονικό της σφαγής (από τα Ιστορικά Ελευθεροτυπίας, τ.204, 2003)

 

Μια ενδιαφέρουσα – και εντελώς αποκλίνουσα – ερμηνεία δίνει ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης στο βιβλίο του “ Ενάντια σε φρούρια και τείχη (εκδ.2020)”, ο οποίος θεωρεί πως οι σφαγές δεν ήταν μια τυφλή κίνηση που μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από το πάθος και το μίσος. Ο Μαργαρίτης θεωρεί πως ήταν μια πράξη ακύρωσης του σχεδίου διαμοιρασμού των λαφύρων που προωθούσαν οι άρχοντες του ελληνικού στρατοπέδου. Ένα σχέδιο που άφηνε έξω από τη μοιρασιά τους πολλούς και όχι μόνο συντηρούσε, αλλά και αύξανε τις κοινωνικές ανισότητες. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ήταν μια κοινωνική αντίδραση η φωτιά και το μαχαίρι στην Τριπολιτσά. Ήταν η αντίδραση φτωχών σε σχεδιασμούς ισχυρών και πλουσίων. Η έφοδος αυτή υπήρξε, σε αυτό το πρώτο στάδιο της επανάστασης, το γεγονός που έφερε βαθύ κοινωνικό αποτύπωμα. Οι πολλοί προσπάθησαν να εγγράψουν την παρουσία τους στην ιστορία με τον τρόπο που επέτρεπαν η εποχή και οι πολιτικές τους δυνατότητες. Δια της καταστροφής και του θανάτου. Και δια της υπονόμευσης μιας νέας κατάστασης που ετοιμαζόταν να γεννηθεί χωρίς αυτούς»

Κάθε μία από τις παραπάνω ερμηνείες πατάει πράγματι πάνω σε λογικά επιχειρήματα, δεν μπορεί όμως να εξηγήσει γιατί δεν έμεινε ούτε ένας Τούρκος ή Εβραίος ζωντανός. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί μόνο αν δεχθεί κανείς ότι επρόκειτο περί οργανωμένου σχεδίου, κάτι που πολλοί ξένοι ιστορικοί υποστηρίζουν. Μια εκδοχή που φαίνεται πιο πειστική από όλες, αν αναλογιστούμε πως η σφαγή αμάχων Τούρκων που συνέβη στην Τριπολιτσά, δεν ήταν η πρώτη.

Σύμφωνα με την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ στο άρθρο “Η μαύρη σελίδα του '21 που δεν μάθαμε στο σχολείο, 5/2/2021”, ξένοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η ανηλεής σφαγή του Σεπτεμβρίου του 1821 αποφασίστηκε (και δεν προέκυψε τυχαία) στο πλαίσιο της πρόθεσης για εθνοκάθαρση

Εθνοκάθαρση, σύμφωνα με το λεξικό του Μπαμπινιώτη, είναι ο μαζικός αφανισμός ή εκδίωξη των μελών μιας εθνότητας από μια περιοχή για γεωπολιτικούς σκοπούς. Θεωρούμε πως η σαφήνεια του ορισμού δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας, καθώς τα γεγονότα της Τριπολιτσάς είναι αυτό ακριβώς

Ο George Finlay (Τζορτζ Φίνλεϊ), Βρετανός ιστορικός και φιλέλληνας,  στο έργο του “Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης,1861” – ίσως το πιο σημαντικό έργο αποτύπωσης της Ελληνικής Επανάστασης που γράφτηκε από ξένο και το οποίο πρωτομεταφράστηε από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη - αναφέρει ότι η εξόντωση των Μουσουλμάνων στις αστικές περιοχές ήταν το αποτέλεσμα προμελετημένου σχεδίου και προήλθε από τις συστάσεις ανθρώπων των γραμμάτων, παρά από τα εκδικητικά συναισθήματα του λαού.

Ο William St. Claire, αναφερόμενος και στα αντίστοιχα γεγονότα της Κωνσταντινούπολης με θύτες του Τούρκους, έγραψε πως «η φρικαλεότητα απαντάτο με φρικαλεότητα» και χρησιμοποίησε τη φράση «όργιο γενοκτονίας», λέγοντας ότι στην Πελοπόννησο «η σφαγή σταμάτησε μόνον όταν δεν υπήρχαν πλέον Τούρκοι για να σκοτωθούν…».

Γράφει σχετικά ο Karl Mendelssohn Bartholdy για τις σφαγές του πρώτου μήνα της Ελληνικής Επανάστασης: «Ούτε φύλου ούτε ηλικίας έγινε διάκριση, και σε 15.000 υπολογίζονται οι από τέλους Μαρτίου μέχρι της Κυριακής του Πάσχα (22 Απριλίου 1823) φονευθέντες Τούρκοι».

Ο Γάλλος ναύαρχος και ιστορικός Jurien de La Gravière σημειώνει χαρακτηριστικά: «Στις 2 Απριλίου η εξέγερση ήταν γενική. Οι γαιοκτήμονες τιμαριώτες είδαν τους εαυτούς τους να προσβάλλονται παντού και ταυτόχρονα. Σκοτώθηκαν χωρίς οίκτο και πλιατσικολογήθηκαν χωρίς τύψεις συνειδήσεως. Σε λιγότερο από ένα μήνα, πληθυσμός είκοσι χιλιάδων ψυχών, διασκορπισμένος στους αγρούς της Ελλάδας, είχε εξαφανιστεί. Η εξολόθρευση ήταν, βεβαιωμένα, προμελετημένη, και αποτελούσε μέρος των σχεδίων της Εταιρείας. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά, κανένας δε γλύτωσε από την έκρηξη του ηφαιστείου. Τουλάχιστον τρεις χιλιάδες αγροικίες έγιναν στάχτη. Χωριά που άκμαζαν πριν από λίγο, έγιναν σωρός ερειπίων. Στα λείψανα τους γονατιστοί κλέφτες και παπάδες μαζί, έψελναν και δοξολογούσαν το θεό για το γρήγορο και ολοκληρωτικό θρίαμβο τους. Μερικές τουρκικές οικογένειες, που ξέφυγαν από τη σφαγή, κατέφυγαν στην Τριπολιτσά και τα παραθαλάσσια κάστρα». Για να τους βρει ο θάνατος λίγο αργότερα

Τα ίδια και στο δίτομο του Γερμανού ιστορικού και Ελληνιστή Gustav Hertzberg : « … “Οι χριστιανοί δεν μπορούν πια να ζουν μαζί με τους Τούρκους”, αυτή η φράση και το τραγούδι “Τούρκος μη μείνει στο Μοριά μηδέ στον κόσμο όλο” έγιναν τα συνθήματα του κινήματος. Και μέσα στις τέσσερις βδομάδες του Απριλίου, σφάχτηκαν στους κάμπους του Μοριά και στα χωριά του 15.000 περίπου μουσουλμάνοι, εν ψυχρώ και χωρίς διάκριση ηλικίας και φύλου, και καταστράφηκαν τρεις χιλιάδες τούρκικα σπίτια»

Για να φτάσουμε τελικά στην άλωση της Τριπολιτσάς και τη μεγάλη σφαγή που ακολούθησε. Τα ανατριχιαστικά αποτελέσματα αυτής της πρακτικής αποτυπώνονται στις δύο γαλλικές απογραφές του 1821 και του 1828. Στην  πρώτη απογραφή, εμφανίζονται 42.750 Τούρκοι να κατοικούν στην Πελοπόννησο. Στη δεύτερη, οι Τούρκοι έχουν εξαφανιστεί. Ο σχετικός πίνακας, στη θέση του τούρκικου πληθυσμού, γράφει μηδέν

 

Apografi1828

 

Αυτό το απόλυτο μηδέν είναι το αποτέλεσμα μιας εθνοκάθαρσης. Την εκδοχή της συνειδητής εθνοκάθαρσης προκρίνουν και σύγχρονοι Έλληνες, όπως ο συγγραφέας  Θανάσης Τριαρίδης και ο νομικός και συγγραφέας Άκης Γαβριηλίδης

 

Γιατί μιλάμε για τη σφαγή της Τριπολιτσάς;

 

Πολλοί θα πουν πως είναι λάθος να προσεγγίζουμε την Ιστορία και να ερμηνεύουμε τα ιστορικά γεγονότα με σημερινά εργαλεία. Το υποστηρίζει καθαρά ο νεώτερος ιστορικός Βασίλης Κρεμμυδάς στο έργο του “Η ελληνική επανάσταση του 1821, τεκμήρια, αναψηλαφήσεις, ερμηνείες, εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2016”. Γράφει συγκεκριμένα επ΄αυτού ότι "δεν μπορούμε να κρίνουμε γεγονότα και συμπεριφορές των αρχών του 19ου αιώνα με τις σημερινές ευαισθησίες γι' αυτές"  καθώς και ότι "ο ιστορικός και ο κάθε ασχολούμενος με το συγκεκριμένο παρελθόν οφείλει να γνωρίζει ότι αυτή η "βαρβαρότητα" έχει πίσω της τεσσάρων ετών δουλεία, ότι οι άνθρωποι και η ζωή τους ήταν αλλιώτικη από τη σημερινή"  

Εμείς δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με μια τέτοια προσέγγιση για πολλούς λόγους:

Πρώτον, γιατί ακόμη και εκείνη την εποχή είχε διαμορφωθεί μια διαφορετική «πολεμική κουλτούρα» που την εξέφραζαν κυρίως ο Υψηλάντης και οι φιλέλληνες στρατιωτικοί. Αυτή η διαφορετική πολεμική κουλτούρα που μεταξύ άλλων σεβόταν τις στρατιωτικές συμφωνίες παράδοσης των ηττημένων και ήταν κάθετα αντίθετη σε κάθε μορφή λεηλασίας και σφαγής αμάχων, πολεμήθηκε από τους Έλληνες προύχοντες και οπλαρχηγούς και δεν μπόρεσε ποτέ να επικρατήσει.

Δεύτερον, αφού δεν μπορούμε να κρίνουμε γεγονότα παλιά με κριτήριο τις σημερινές ευαισθησίες, τότε γιατί το κάνουμε σε όλα τα υπόλοιπα γεγονότα-σφαγές, στα οποία εμείς ήμασταν τα θύματα; Γιατί η «σφαγή της Χίου», οπερίφημος πίνακας του Ντελακρουά αναστάστωσε την Ευρώπη και αναζωπύρωσε το φιλελληνικό κλίμα που είχε ατονήσει; Γιατί δοξάζουμε – καλά κάνουμε – τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Μεσολογγίου;

Τρίτον, γιατί πιστεύουμε πως όταν χρησιμοποιείς τις ίδιες μεθόδους με το βάρβαρο δυνάστη σου, νομοτελειακά αυτό που θα δημιουργήσεις δεν θα είναι κάτι διαφορετικό. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Θανάσης Τριαρίδης (βλέπε πηγή στην παράθεση βιβλιογραφίας στο τέλος του άρθρου): «Οι άνθρωποι που σφαγιάζουν γυναίκες και παιδιά είναι για πάντοτε σκλάβοι – αλίμονο, συνειδητά ή ασυνείδητα, σκλάβοι είμαστε και όσοι τους χειροκροτούμε. Γιατί, ελευθερία που σφάζει αμάχους δεν γίνεται»

Τέταρτον, οι σφαγές των αμάχων δυστυχώς δεν είναι κάτι που έχει ξεπεραστεί. Μέχρι και τώρα συμβαίνουν σφαγές αμάχων και αποτελούν το απόλυτο δείγμα της ανθρώπινης εξαχρείωσης. Δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος για να περάσει το κατώφλι της απόλυτης κτηνωδίας. Κι αν θέλουμε να το σταματήσουμε αυτό, πρέπει να μιλάμε. Και αν θέλουμε να γινόμαστε πιστευτοί όταν μιλάμε, πρέπει να μιλάμε για όλα.

Ο Αμερικανός διανοητής Νόαμ Τσόμσκι, ο οποίος είναι πολύ δημοφιλής κυρίως έξω από τη χώρα του και όχι στις ίδιες τις ΗΠΑ, ακριβώς επειδή στηλιτεύει τα εγκλήματα της δικής του χώρας, λέει ειρωνικά πως υπάρχουν τρεις τύποι θηριωδίας: « ... οι ήπιες σφαγές για τις οποίες δεν νοιάζεται κανείς, οι εποικοδομητικές σφαγές που είναι αυτές που κάνουμε εμείς και οι ειδεχθείς σφαγές που κάνουν οι κακοί». Και όταν τον ρωτάνε γιατί μιλάει περισσότερο για τα εγκλήματα της χώρας του, παρά για τα εγκλήματα των άλλων απαντά πως γι αυτά τα εγκλήματα νιώθει και ο ίδιος υπεύθυνος και πιστεύει πως με αυτό που κάνει, μπορεί να τα μετριάσει

Αν θέλουμε να μιλάμε για τη σφαγή της Χίου, για το ολοκαύτωμα των Ψαρών, για το δράμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Μεσολογγίου, για τα κρεματόρια του Άουσβιτς, για τους αθώους νεκρούς της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, για την ισοπέδωση της Δρέσδης, για τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα, αν θέλουμε να μιλάμε για όλα αυτά και να γινόμαστε πιστευτοί, πρέπει να μιλάμε και για τη σφαγή της Τριπολιτσάς

 

sfagh thw xioy

 Η σφαγή της Χίου, έργο του Ευγένιου Ντελακρουά (Eugène Delacroix)

Ένας πίνακας που συγκλόνισε την Ευρώπη και βοήθησε στην αναθέρμανση  του φιλελληνικού ρεύματος.

Υπολογίζεται πως 40.000 άμαχοι σφαγιάσθηκαν, ενώ άλλοι 40.000 αιχμαλωτίστηκαν κοι πωλήθηκαν ως σκλάβοι

 

 

Η τύχη των Τούρκων αρχόντων και του χαρεμιού του Χουρσίτ πασά

 

Την ώρα που ο Κολοκοτρώνης έδινε μάχη προκειμένου να τηρηθεί η μπέσα του με τους Αλβανούς μισθοφόρους, δηλαδή η προφορική του συμφωνία μαζί τους, ώστε αυτοί να φύγουν σώοι και αβλαβείς από την πόλη, ο Πετρόμπης Μαυρομιχάλης, ο πιο σημαντικός από τους Έλληνες άρχοντες, έδινε τη δική του μάχη εφορμώντας στην περιουσία των Τούρκων μπέηδων και πασάδων που βρίσκονταν στην κατακτημένη πόλη

Οι έμπιστοι Μανιάτες του Πετρόμπεη, μπαίνοντας στην πόλη, κατευθύνονται προς το σαράι, την οικία του πασά της Τρίπολης και δημιουργούν μια προστατευτική ζώνη γύρω από αυτό. Εκεί βρίσκεται συγκεντρωμένο το χαρέμι, το προσωπικό του σαραγιού και οι οικογένειες των πλέον επιφανών Τούρκων αρχόντων.

Το βράδυ της 23ης Σεπτεμβρίου, το πρώτο βράδυ της άλωσης, το σαράι παίρνει φωτιά. Κανείς δε γνωρίζει την αιτία της. Άλλοι λένε πως το έκαναν οι Τούρκοι για να μην πέσει το χαρέμι στους Έλληνες και ατιμαστεί. Άλλοι, όπως ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης, πιθανολογούν πως η αιτία της φωτιάς ήταν ο φθόνος των πολλών, των περιθωριοποιημένων Ελλήνων, που έβλεπαν τον μεγάλο πλούτο της πόλης να τον έχει βάλει στα χέρια του ο άρχοντας της Μάνης με τους άντρες του. Με το ξέσπασμα της φωτιάς, οι Μανιάτες μετακομίζουν αμέσως το χαρέμι, το προσωπικό, τους άρχοντες και τις περιουσίες τους στη γειτονική οικία του Μουσταφάμπεη, καταφέρνοντας να διατηρήσουν υπό τον έλεγχό τους όλο αυτό το πολύτιμο ανθρώπινο φορτίο

Σχεδόν όλοι οι Τούρκοι άρχοντες του Μοριά βρίσκονται πλέον στα χέρια των Ελλήνων: ο στρατιωτικός διοικητής Κεχαγιάμπεης, ο Κιαμήλ Μπέης της Κορίνθου (ο πιο πλούσιος άρχοντας του Μοριά και ως εκ τούτου ο πιο πολύτιμος), ο Μουσταφάμπεης, ο Σιεχ-Νετσήπ εφέντης, ο Δεφτεδάρης και άλλοι. Για όσους από αυτούς κρίνεται ότι δεν έχουν κάτι παραπάνω να προσφέρουν, αποφασίζεται η άμεση θανάτωσή τους. Μεταξύ αυτών είναι ο Μουσταφάμπεης και ο Δεφτερδάρης.

Ο Κιαμήλ Μπέης θα ζήσει λίγο παραπάνω, καθώς τον διεκδικούν πολλοί Έλληνες αρχηγοί, με την ελπίδα να τους αποκαλύψει τους κρυμένους, αμύθητους όπως φημολογείται, θησαυρούς του. Μετά από κάποιους μήνες μάλλον ευμενούς φιλοξενίας η οποία όμως δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, η ελληνική κυβέρνηση αλλάζει στάση και βασανίζει τον Κιαμήλ Μπέης για να αποκαλύψει το μυστικό του, κάτι που όμως αυτός αρνείται. Τον Ιούλιο του 1822, καθώς πλησιάζουν τα στρτεύματα του Δράμαλη, ο Κιαμήλ Μπέης δολοφονείται. Δεν ήταν συνεργάσιμος

Σχετικά με το πολύτιμο χαρέμι του Χουρσίτ Πασά, μετά από κάποιο διάστημα ξεκινούν οι διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωσή του , επί μεγάλου ανταλλάγματος βεβαίως. Ο Χουρσίτ έχει ζητήσει τη διαμεσολάβηση του Άγγλου Αρμοστή των Επτανήσων, Μαίτλαντ, και αυτός έχει αναθέσει τις διαπραγματεύσεις σε κάποιον Ζακυνθινό γιατρό. Οι Έλληνες ζητούν αρχικά 100.000 τάληρα και μετά από παζάρια πέφτουν στα 80.000. Κάπου εκεί θυμήθηκαν να ζητήσουν επιπλέον και την απελευθέρωση κάποιων Ελλήνων προεστών και της οικογένειας του Μάρκου Μπότσαρη που κρατούσαν αιχμάλωτοι οι Τούρκοι.

Στα τέλη Απριλίοιυ του 1822 φτάνει στην Κόρινθο ένα αγγλικό πλοίο που φέρνει τα λύτρα και ειδοποιείται ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, ο αδελφός του Πετρόμπεη που είχε αναλάβει τη φύλαξη του χαρεμιού, να φέρει το χαρέμι από την Τριπολιτσά στην Κόρινθο. Ο Μαυρομιχάλης, όμως, αρνείται να το κάνει χωρίς αποζημίωση και απαιτεί για τον εαυτό του 70.000 γρόσια, τα οποία ζητά είτε από τον Χουρσίτ, είτε από την Ελληνική Διοίκηση. Δεν είχε πρόβλημα ο άνθρωπος, αρκεί να τον πλήρωναν. Το τζάμπα δεν υπήρχε για τους Μανιάτες

Γράφει ο Ν.Κασομούλης : «Ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης οικιοποιημένος αυτήν την φαμελιάν, απαιτούσε εβδομήκοντα χιλιάδες γρόσια και να τα λάβη ή από τον βεζύρην ή από την Διοίκησιν»

Η απαίτηση του Μαυρομιχάλη λίγο έλειψε να προκαλέσει τη βίαιη επέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης. Λίγο πριν συμβεί όμως αυτό, ο Χουρσίτ στέλνει τη διαβεβαίωση ότι θα πληρώσει αυτός τα έξοδα. O Μαυρομιχάλης συμφωνεί και παραδίδει το χαρέμι.

Όπως διαβάζουμε από μαρτυρίες της εποχής, οι γυναίκες του χαρεμιού δεν ήθελαν να επιστρέψουν στον Χουρσίτ. Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίες τους, πολλές από αυτές, με τη θέλησή τους ή όχι, είχαν συνάψει ερωτικές σχέσεις με τους φύλακές τους και έτρεμαν την οργή του πασά. Λέγεται, μάλιστα, πως ο Χουρσίτ, μόλις τις παρέλαβε, τις έπνιξε όλες

Είναι πολύ χαρακτηριστικό πως μία από τις γυναίκες του χαρεμιού, είχε μείνει έγκυος από τον Γιώργο Μαυρομιχάλη. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον παραδόπιστο Μανιάτη να την παραδώσει και αυτήν μαζί με τις υπόλοιπες. Για τη ντροπιαστική μεταχείριση του χαρεμιού από τους Έλληνες δεσμώτες του κάνει λόγο και ο ιστορικός Γιάννης Βλαχογιάννης στην “Ιστορική Ανθολογία (1933)” : « Ντροπή μαύρη λερώνει τα μέτωπα εκείνων που αναλάβανε το βάρος να φυλάξουν τα χαρέμια, κατά την παράδοση της Τριπολιτσάς, και δεν τα σεβαστήκανε και θέλανε να πάρουνε και την ξαγορά»

Εκτός όμως από τo χαρέμι, είχαμε και άλλα ανθρώπινα λάφυρα, λιγότερο πολύτιμα στη χρηματιστηριακή αγορά του σκλαβοπάζαρου που στήθηκε. Γιατί μπορεί να είπαμε ότι σφάχτηκαν όλοι οι Τούρκοι, αλλά κάποιες λίγες εκατοντάδες, κυρίως νεαρές και όμορφες γυναίκες, γλίτωσαν το θάνατο. Όχι βέβαια από λύπηση, αλλά γιατί η ομορφιά τους αποτελούσε πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο. Κάποιες από αυτές τις κοπέλες παραχωρήθηκαν ως δώρα σε αρχηγούς, κάποιες άλλες πουλήθηκαν σε ενδιαφερόμενους αγοραστές, κάποιες τέλος έμειναν στα σπίτια των κατακτητών τους σαν δούλες παντός είδους.

Για τις γυναίκες αυτές που μεταφέρθηκαν στις οικογένεις των αφεντικών τους, ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης γράφει: « … τις συνόδευε πάντοτε η γενική καχυποψία, το μίσος των άλλων γυναικών, ο γενικός στιγματισμός. Τις θεωρούσαν κάτι σαν μιάσματα, κάτα σαν απειλή για την ηθική και κοινωνική τάξη της όποιας μικρής κοινότητας. Στην παραμικρή εκδήλωση ασθένειας, θανατώνονταν ως φορείς του κακού. Σε περίπτωση προσέγγισης του εχθρού ή κάποιας απειλής, θανατώνονταν επίσης ως κατάσκοποιι και προπομποί. Άλλες, οι ωραιότερες, αντικείμενο δικδίκησης ή και πάθους, θανατώθηκαν για να σταματήσει το κακό. Δεν ήταν πρέπον να δημιουργηθούν για λογαριασμό τους αντιζηλίες και εχθρότητες στην ίδια χριστιανική κοινότητα»

 

Η τύχη των λαφύρων

Κανείς δεν μπορεί να αποτιμήσει με ακρίβεια την αξία των λαφύρων της κατακτημένης πόλης. Και αυτό γιατί τα λάφυρα αρπάχτηκαν από όποιον μπορούσε, χωρίς κανένα σχέδιο και χωρίς καμία καταγραφή

Ακόμη και γυναίκες συμμετείχαν στη σφαγή και στη λαφυραγώγηση των ηττημένων, ενώ και εδώ οι Μανιάτες είναι οι μεγάλοι πρωταγωνιστές του αίσχους. «Όλοι οι Μανιάτες έχουν έρθει για να ξεπουπουλιάσουν» γράφει χαρακτηριστικά ο Φωτάκος. Ο Maxim Reubaud αναφέρει πως ο Πετρόμπεης έστειλε στη Μάνη «… είκοσι μουλάρια και δύο καμήλες φορτωμένα με λάφυρα και δοσίματα Τούρκων για την προστασία που τους πρόσφερε».

Αλλά δεν λείπουν και τα εξ οικείων βέλη. Που δεν είναι ακριβώς εξ οικείων, καθώς ο καθένας δούλευε πρώτα και πάνω απόόλα για τον εαυτό του. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης στηλιτεύει τον Παλαιών Πατρών Γερμανό για την άκρατη πλεονεξία και λαφυραγωγία του. Τον είδε, λέει, πάνω σε άλογο « με σέλαν ασημοχρυσωμένην, με ράκτια και μπασηλίκι όμοια, μίαν χρυσοκέντητην με σύρμα χασικόν, αξίας όλα αυτά επέκεινα των δύο χιλιάδων ταλήρων. Τον έδωκαν δε δύο σπαθία της Δαμασκού εκλεκτά, με μελαγματένιας θήκας, δύο ζευγάρια πιστόλας με μάλαγμα και αδάμαντας, ενώτια, βραχιόλια, περιδέραια, δακτυλίδια, μαργαρίτας, καρφίτσες, λουλούδια και άλλα με πολυτίμους λίθους, αξίας όλα αυτά, πεντήκοντα χιλιάδων διστήλων ισπανικών ταλλήρων, τα οποία έκρυψεν εις τους πλατυτάτους εκείνους μανδύας και τσέπας των καββαδίων του, χωρίς να εννοήσωμεν ή υποπτευθώμεν το τοιούτον»

«Άπειρα και πολύτιμα ήσαν τα λάφυρα» γράφει ο Σπ.Τρικούπης. Όμως «διερπάγησαν , άνευ παραμικράς ωφελείας του κοινού, ων και ελπίζετο να θεραπευθώσιν οποσούν εκείθεναι κατεπείγουσαι ανάγκαι της πατρίδος»

Με άλλα λόγια, δεν υπήρξε μερίδιο για το «κοινό», τη διοίκηση δηλαδή. Ο κρατικός μηχανισμός της επαναστατικής εξουσίας δεν αποκόμισε τίποτα. Αλλά ούτε και οι προύχοντες εμφανίστηκαν ιδαίτερα κερδισμένοι από την άτακτη λαφυραγώγηση, όσο τουλάχιστον θα επιθυμούσαν και όσο σχεδίαζαν. Όπως φαίνεται, όμως,λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο. Και αυτός ο ξενοδόχος δεν ήταν άλλος από τους οπλαρχηγούς, τους κάπους, τους πρώην υπαλλήλους των προεστών. Όπως όλοι οι μελετητές συμφωνούν, το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου της κατακτημένης πόλης κατέληξε στα χέρια των στρατιωτικών, των καπετάνιων. Και αυτό γιατί μπορούσαν

Σύμφωνα με τον Thomas Gordon : « Ο σημερινός πλούτος πολλών οικογενειών στο Μοριά οφείλεται στη λεηλασία της Τριπολιτσάς. Η λεία ήταν τεράστια σε μέγεθος: χρήματα, κοσμήματα, εσάρπες εξαιρετικής ποιότητας, φορέματα και έπιπλα, καθώς επίσης και πολλές χιλιάδες καριοφίλια,πιστόλες και σπάθες, όπλα που αποδείχθηκαν πολύτιμο απόκτημα για τους επαναστάτες, οι οποίοι με΄χρι τότε δυσκολεύονταν να τα προμηθευτούν. Η διανομή της λείας γέννησε καυγάδες, πικρίες και έχθρες, καθώς συχνά οι ισχυρότεροι καταλήστευαν τους πιο αδύναμους. Ο Κολοκοτρώνης ήταν ο π΄ρωτος που έδωσε το κακό παράδειγμα. Οι Μανιάτες ολοκλήρωσαν τη λαφυραγωγία, εξασφάλισαν την καλύτερη μερίδα και τη υμετέφεραν στη Λακωνία στις πλάτες των γυναικών τους που κατέβηκαν ομαδικά από τα χωριά τους γι’ αυτό τον σκοπό»

Είναι γεγονός όμως ότι ένα σημαντικό τμήμα του λεηλατημένου πλούτου κατέληξε και στα χέρια των ανώνυμων, των είκοσι και πλέον χιλιάδων στρατιωτών. Οι περισσότεροι από αυτούς όμως δεν είχαν τη δύναμη να διασφαλίσουν όσα άρπαξαν. Φρόντισαν λοιπόν να ρευστοποιήσουν γρήγορα όσα άρπαξαν, πριν τους τα αρπάξει κάποιος άλλος, πιο δυνατός. Και τις περισσότερες φορές τα πούλησαν για πολύ λιγότερο από την πραγματική τους αξία. Γράφει απ’αυτού ο Ι.Φιλήμων: « … δια τούτο ουσιωδώς ωφελήθησαν οι δ’εμπορίαν αγορασταί και μεταπράται αυτών, ως αγνοούντων των στρατιωτών την αξίαν τούτων, ου μόνον κατά το ποιόν, αλλά και κατ’είδος έτι. Οι μαργαρίται επωλήθησαν ως φάσηλοι, αι δε σισύραι ετιμήθησαν το τριπλάσιον ή τετραπλάσιον μιας αιγείου χλαίνης, ο δ’όλως αδαμαντοκόλλητος αμφίστομος ακινάκης του Χουρσίτ πασά, πωληθείς παρά τινός Πάνου Σάκου Παλουμπιώτου δια χιλιών δεκαενναρ’ίων χρυών, μετεπωλήθη παρά του αγοράσαντος αυτόν Υδραίου προς τον Μεχμέτ Αλή πασάν της Αιγύπτου δια τριάκοντα και εκατόν χιλιάδων γροσίων, ει και ήγεν διπλήν και τριπλήν αξίαν …»

Πουλούσαν τα κοσμήματα σαν τα φασόλια, με την οκά ή στην αξία μιας γίδινης προβιάς. Αυτοί που έβγαλαν πολύ χρήμα ήταν οι μεταπράτες. Ο μεγάλος χαμένος, βέβαια, ήταν το το «κοινό», το δημόσιο ταμείο

 

Η επιστροφή του Υψηλάντη στην κατακτημένη Τριπολιτσά

 

Όπως έχουμε αναφέρει, ο Δημήτριος Υψηλάντης τις τελευταίες ημέρες πριν την άλωση της πολης δεν βρίσκεται εκεί, καθώς έχει αναλάβει μαζί με 500 άντρες του Κολοκοτρώνη, μεταξύ των οποίων ο Πάνος και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, να επιτηρεί τα βόρεια παράλια της Πελοποννήσου και να εμποδίσει ενδεχόμενη απόβαση τουρκικών δυνάμεων

Όταν γύρω στις 4 Οκτωβρίου έφτασε η είδηση της κατάληψης της πόλης, οι περισσότεροι άντρες εγκαταλείπουν τον Υψηλάντη και φεύγουν για την Τρίπολη. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Thomas Gordon : « Η είδηση αυτή ήταν αρκετή για να κάνει τους Κολοκοτρωναίους με τα άτακτα μπουλούκια τους να σπεύσουν στην πόλη για να σαρώσουν ό,τι απέμεινε από το πλιάτσικο»

Ο ίδιος ο Υψηλάντης φτάνει στις 10 Οκτωβρίου στην λεηλατημένη Τριπολιτσά, όπου γίνεται δεκτός με πυροβολισμούς και κανονιοβολισμούς. Έξω από την πόλη τον υποδέχονται ο Κολοκοτρώνης και πολλοί οπλαρχηγοί καβάλα στα άλογά τους και τον συνοδεύουν κατά την είσοδό του στην πόλη.

Η εντυπωσιακή υποδοχή δεν είναι αρκετή για να αμβλύνει την τεράστια απογοήτευση που νιώθει ο Υψηλάντης από το κλίμα που συναντά στη λεηλατημένη πόλη. Νιώθει πως εξαπατήθηκε, μετανιώνει που εγκατέλειψε την Τριπολιτσά, προσπαθεί όμως έστω και τώρα να βάλει κάποια τάξη στα πράγματα.

Δίνει εντολές για την καθαριότητα και για την ταφή των πτωμάτων. Προσπαθεί να διαφυλάξει την ζωή όσων ελάχιστων αιχμαλώτων έχουν μείνει στη ζωή, προσπαθεί να αποτρέψει τη σκλαβοποίηση των ανθρώπων. Σύμφωνα με την ιστορικό Μαρία Ευθυμίου o Υψηλάντης φωνάζει με οργή: « O πόλεμος ημών δεν γίνεται κατά των Οθωμανών και των οικιών των αλλά κατά της τυραννίας […] Πολεμούμεν όπως και ημείς ζήσωμεν και αυτούς κάμνωμεν να ζήσωσιν εφεξής υπό νόμους […] Αι υπό την εξουσίαν των βαρβάρων πόλεις είναι ελληνικαί, οι δικαί μας και δια τούτο δεν πρέπει να φθείρομεν τα ίδιά μας»

Μία από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να συστήσει στρατιωτική αστυνομία για να καταστείλει τις άναρχες ενέργειες των πλιατσικολογούντων. Ενέργειες που σιγά-σιγά εξαφανίζονται, όχι τόσο από τη θέσπιση της στρατιωτικής αστυνομίας, αλλά γιατί οι στρατιώτες μη βρίσκοντας τίποτα πλέον να λεηλατήσουν, εγκαταλείπουν άτακτα ο ένας μετά τον άλλον την Τριπολιτσά, τραβώντας για τα χωριά τους μαζί με ό,τι άρπαξε ο καθένας. Στην Τριπολιτσά απομένουν μόνον οι οπλαρχηγοί με τους πιστούς στους στρατιώτες και το τάγμα του Βαλέστ

Γράφει ο Samuel Howe: «Ο στρατός ελαττώθηκε σημαντικά, γιατί οι στρατιώτες πήγαν στα σπίτια τους για να κρύψουν τα λάφυρά τους. Ενώ εκείνοι που έμειναν παραπονιούνταν για τη φιλαργυρία και την απληστία των αρχηγών. Ούτε δραχμή δεν εξοικονομήθηκε για τις ανάγκες του τόπου»

Οι οικονομικοί πόροι του Υψηλάντη έχουν εξαντληθεί. Στο δημόσιο ταμείο δεν έχει καταλήξει ούτε το ελάχιστο από τον λεηλατημένο πλούτο της πόλης. Οι λίγοι τακτικοί στρατιώτες που υπάρχουν, αντιδρούν έντονα. Όλα αυτά έχουν εξοργίσει τον Υψηλάντη, που νιώθει εξαπατημένος και υποσκελισμένος από τους προύχοντες και θα κάνει μία τελευταία προσπάθεια να πάρει την κατάσταση στα χέρια του απευθυνόμενος αυτή τη φορά απευθείας στον απλό λαό. Αποστέλλει ανθρώπους του σε διάφορες επαρχίες για να μεταφέρουν τη δυσαρέσκειά του απέναντι στους κοτζαμπάσηδες απευθύνοντας παράλληλα έκκληση για σύγκληση Εθνοσυνέλευσης (κάτι που θα παρακολουθήοσυμε αναλυτικά σε επόμενη ανάρτηση)

 

Οι βαριές πλευρές της κατάληψης της Τρίπολης

 

Η είδηση για την άγρια και ανελέητη σφαγή των αμάχων έφτασε στην Ευρώπη και δημιούργησε δεινή εντύπωση ανακόπτοντας το ανερχόμενο κίνημα του φιλελληνισμού. Έπρεπε να έρθει στη συνέχεια η τρομερή σφαγή της Χίου και η μυθική Έξοδος του Μεσολογγίου για να αναθερμανθεί το φιλελληνικό ρεύμα στην Ευρώπη και στην Αμερική. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Thomas Gordon, αηδιασμένος και οργισμένος, εγκατέλειψε – έστω και προσωρινά τον Αγώνα – και επέστρεψε στην πατρίδα του

Από την άλλη μεριά, η άτακτη λαφυραγώγηση της πόλης οδήγησε σε μεγάλες προστριβές μεταξύ προεστών και οπλαρχηγών. Οι πρόκριτοι της Ύδρας γίνονται έξω φρενών όταν μαθαίνουν την κατασπατάληση του πλούτου της Τριπολιτσάς και εκφράζουν το θυμό τους κυρίως προς τον Κολοκοτρώνη, που τον θεωρούν υπεύθυνο για την άτακτη λεηλασία.

Ήδη τα πρώτα ραγίσματα στο γυαλί της «εθνικής ενότητας» έχουν αρχίσει να διιαγράφονται. Θα χρειαστούν μερικά ακόμη για να οδηγηθούμε στους Εμφυλίους Πολέμους, αυτό το ακατανόητο φαινόμενο που δεν γνωρίζουμε αν – στην έκταση που πήρε - έχει ιστορικό προηγούμενο ή επόμενο. Εν μέσω δηλαδή ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και ενώ έχουν συρρεύσει χιλιάδες φιλέλληνες από την Ευρώπη και την Αμερική για να βοηθήσουν στην απελευθέρωσή τους, τη στιγμή που η Πελοπόννησος έχει στην ουσία απελευθερωθεί, οι Έλληνες αρχίζουν έναν τρομερό εμφύλιο για το ποιος θα έχει το πάνω χέρι.

Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλη απογοήτευση που εισπράττουν οι φιλέλληνες. Η πρώτη ήταν όταν κατάλαβαν πως οι απόγονοι του Περικλή και του Μιλτιάδη για τους οποίους είχαν έρθει να πολεμήσουν, δεν διέφεραν ιδιαίτερα σε πρακτικές από αυτές των βάρβαρων Τούρκων. Το εντυπωσιακό είναι πως πολλοί από αυτούς παρά τις απογοητεύσεις, παραμένουν στον Αγώνα και πολλοί από αυτούς σκοτώνονται, όπως ο ηρωϊκός Βαλέστ που αναφέραμε παραπάνω. Ο Βαλέστ σκοτώθηκε στην Κρήτη (!) τον Απρίλιο του 1822, τη στιγμή που ο Κολοκοτρώνης δεν βγήκε ποτέ του έξω από τον Ισθμό της Κορίνθου

Η άτακτη λαφυραγώγηση, όπως είδαμε, δεν απέφερε κανένα κέρδος για το δημόσιο ταμείο. Έτσι, οι Έλληνες αναγκάστηκαν να ζητήσουν δάνεια από το εξωτερικό. Δάνεια που κατασπαταλήθηκαν και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στους εμφυλίους που ακολούθησαν. Βλέπουμε λοιπόν ένα φαύλο κύκλο, ο οποίος καταλήγει συνεχώς στο μηδέν ακριβώς γιατί σχεδόν κανείς από τους εμπλεκόμενους στον Αγώνα δεν έχει συνείδηση του κοινού οφέλους, του κοινού ταμείου, του κοινού Αγώνα, αλλά ο καθένας κοιτάζει πώς θα επωφεληθεί ο ίδιος από την κατάσταση

Μια άλλη πολύ μεγάλη παράπλευρη ζημία από την κατάληψη της Τριπολιτσάς, ήταν η επιδημία τύφου που ξέσπασε και η οποία προκάλεσε το θάνατο πολλών χιλιάδων Ελλήνων που διέσπειραν τη θανατηφόρα ασθένεια σε όλο το Μοριά. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για πέντε έως έξι χιλιάδες νεκρούς Έλληνες. Ένας αριθμός σαφώς μικρότερος από τον αριθμό των νεκρών Τούρκων, σίγουρα όμως ένας πολύ μεγάλος αριθμός

Όταν οι Έλληνες μπήκαν στην Τριπολιτσά, η πόλη ήταν βαριά άρρωστη. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας και λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσης, διατροφής και υγιεινής είχε ξεσπάσει επιδημία τύφου και άλλων μεταδοτικών ασθενειών. Οι νεκροί από την επιδημία θάβονταν, όσο περνούσαν οι μέρες της πολιορκίας αυτό γινόταν όλο και πιο πρόχειρα.

Ο επίσκοπος Ιωσήφ Ανδρούσης, ένας από τους όμηρους κρατούμενους των Τούρκων κατά τη διάρκεια της πολιορκίας και ένας από τους ελάχισοτυς που επέζησαν, γράφει : « Οι κύναις, αι γάται της Τριπολιτσάς και άλλα ζώα, εις πολλάς χιλια΄δας συμποσούμενα, ετελεύτησαν δι έλλειψιν τροφφής και ποτού. Πολλοί εκ των πεφονευμένων εναπελείφθησαν άταφοι. Εκ τούτων αφθάρη ο αήρ και διεδόθη η φρικτή επιδημική νόσος εκείσε και πολυάριθμοι Τούρκοι ετελεύτησαν»

Στην κατακτημένη πόλη, οι λίγοι γιατροί δίνουν το δικό τους αγώνα. Ο πιο σημαντικός από αυτούς ήταν ο Πολωνός φιλέλληνας Kutzowski (Κουτσόφσκι) που ανήκε στην ακολουθία του Δημητρίου Υψηλάντη, για τον οποίο ο Φιλήμων έγραψε: «Μόνος διέπρεψε ο παρά τω Υψηλάντη ιατρός Κουτσόφσκης, πολλής παιδείας και εξαιρέτου φιλανθρωπίας ανήρ […] το σύστημα δε αυτού ακολουθήσαντες εχρησίμευσαν κατά δεύτερον λόγον ο τε Παναγιώτης Σοφιανόπουλος και Σάμιος τις ιατρός».

Η αρρώστια όμως είχε απλωθεί παντού στην πόλη και κυρίως στα λάφυρα που άρπαξαν οι Έλληνες. Λάφυρα που άρπαξαν ακόμη και από τάφους. Μόλις οι Έλληνες μπήκαν μέσα στην πόλη, ανέσκαψαν ακόμη και τους τάφους στην προσπάθειά τους να μην τους ξεφύγει τίποτα. Καθώς ανοίγονταν οι τάφοι για λεηλασία των σορών, ο τύφος περνούσε στους ανθρώπους και οι άνθρωποι μαζί με τα λάφυρα που μετέφεραν, έπαιρναν μαζί τους και τον τύφο

Γράφει ο Ν.Σπηλιάδης: « Εμολύνθησαν δε εκ των λαφύρων και απέθανον από τον τύφον πλήθος Ελλήνων εις όλα τα μέρη της Πελοποννήσου, καθ’ότι και από όλα τα μέρη είχαν συναχθεί στρατιώται, ότε ήγγιζεν η πτώσις της Τριπολιτσάς, μ’ελπίδα ν’αρπάσωσι λάφυρα»

Κάποιος αντικειμενικός ένθεος θα μπορούσε να το αποκαλέσει και Θεία Τιμωρία

 

Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν και η άλωση της Τριπολιτσάς

 

Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού, του οποίου οι δύο πρώτες στροφές είναι ο εθνικός ύμνος της χώρας μας (στην πραγματικότητα είναι οι 24 πρώτες, αλλά παίζονται μόνο οι δύο), αποτελείται από 158 στροφές. Οι στροφές 35-73 αναφέρονται στην άλωση της Τριπολιτσάς. Εκεί ο ποιητής, με τρομερές εικόνες ωμού ρεαλισμού, περιγράφει την άλωση της Τριπολιτσάς ως εκδίκηση των Ελλήνων απέναντσι στις επί αιώνες θηριωδίες των Τούρκων. Με σκηνές εκπληκτικής ποιητικής δύναμης, ο ποιητής περιγράφει πώς βγαίνουν μέσα από τη γη τα φαντάσματα των σκοτωμένων Ελλήνων για να συνδράμουν τους ζωντανούς Έλληνες που παίρνουν εκδίκηση γι αυτούς. Ο ποιητής δεν κάνει διάκριση μεταξύ ενόπλων και αμάχων. Γι ΄αυτόν όλοι οι Τούρκοι είναι μιαρά σκυλιά, που το αίμα τους λερώνει το αθώο χορτάρι. Οι σκηνές που περιγράφει είναι εκπληκτικής αγριότητας

 

Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει / της αθλίας Τριπολιτσάς·

τώρα τρόμου αστροπελέκι/ να τις ρίψεις πιθυμάς (στροφή 35η)

 

Λίγα μάτια, λίγα στόματα / θα σας μείνουνε ανοιχτά

Για να κλαύσετε τα σώματα / που θε να’βρη η συμφορά (στροφή 38η)

 

 Α! Τι νύχτα ήταν εκείνη / που την τρέμει ο λογισμός

 Άλλος ύπνος δεν θα γίνει / πάρεξ θάνατου πικρός (στροφή 45η)

 

 Τ’ ακαρτέρε. – Εφαίνοντ’ ίσκιοι / αναρίθμιτοι γυμνοί,

Κόρες, γέροντες, νεανίσκοι / Βρέφη ακόμη στο βυζί (στροφή 48η)

 

Όλη μαύρη μυρμηγιάζει / μαύρη η εντάφια συντροφιά,

Σαν το ρούχο όπου σκεπάζει / τα κρεβάτια τα στερνά (στροφή 49η)

 

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι / επετιούντο από τη γη,

 Όσοι είναι άδικα σφαγμένοι / από τούρκικη οργή. (στροφή 50η)

 

Με τα μάτια τους γυρεύουν / όπου είν’ αίματα πηχτά,

Και μες τα αίματα χορεύουν / με βρυχίσματα βραχνά (στροφή 55η)

 

Και χορεύοντας μανίζουν / εις τους Έλληνας κοντά

Και τα στήθια τους εγγίζουν / Με τα χέρια τα ψυχρά (στροφή 56η)

 

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου / Κάθε κτύπημα που εβγή

 Είναι κτύπημα θανάτου / Δίχως να δευτερωθεί (στροφή 59η)

 

Κοίτα χέρια απελπισμένα / πώς θερίζουνε ζωές

Χάμου πέφτουνε κομμένα / χέρια, πόδια, κεφαλιές (στροφή 64η)

 

Και παλάσκες και σπαθία / με ολοσκόρπιστα μυαλά,

Και με ολόσχιστα κρανία / σωθικά λαχταριστά (στροφή 65η)

          

Ολιγότευαν οι σκύλοι / και Αλλά εφώναζαν, Αλλά·

Και των Χριστιανών τα χείλη / φωτιά εφώναζαν, φωτιά (στροφή 68η)

 

Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο / πάντα εφώναζαν φωτιά,

Και οι μιαροί κατασκορπιούντο / πάντα εσκούζωντας Αλλά (στροφή 69η)

  

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη / και κυλάει στη λαγκαδιά,

Και το αθώο χόρτο πίνει / αίμα αντίς για τη δροσιά. (στροφή 72η)

 

 Solomos portrait

 Ο Διονύσιος Σολωμός

 

Αργότερα, ο ίδιος ποιητής θα γράψει τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, ίσως το κορυφαίο του έργο του που γράφτηκε στην ώριμη περίοδο του ποιητή και το οποίο είναι αντιστροφή των όσων ο ποιητής περιέγραψε στην Τριπολιτσά. Εδώ, οι πολιορκημένοι που πεθαίνουν από την πείνα , τις αρρώστιες και το σπαθί είναι οι Έλληνες.

Στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, ο ποιητής χάνει τη σκληρότητά του και από υμνητής του θανάτου γίνεται υμνητής της ζωής. Ίσως να μην ευθύνεται μόνο το γεγονός πως οι πολιορκημένοι είναι Έλληνες αυτή τη φορά, αλλά μπορεί να οφείλεται και στη γενικότερη πνευματική ωρίμανση του ποιητή

 

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

που ευώδιασε τον ύπνο της μεσα στον άγριο κρίνο·
το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκειά κι εκείνο.

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·
η μαύρη πέτρα ολόχρυση καί το ξερό χορτάρι.

Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».  

Ετούτ' είν' ύστερη νυχτιά· όλα τ' αστέρια βγάνει·
ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.


Στά μάτια καί στο πρόσωπο φαίνοντ' οι στοχασμοί τους·
τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.


Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.


Γλυκειά κι ελεύθερ' η ψυχή σα νά 'τανε βγαλμένη,
κι υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.

 

 

 

Οι εορτασμοί για την άλωση της Τριπολιτσάς

 

Η άλωση της Τριπολιτσάς εορτάζεται κάθε χρόνο με πανηγυρικό τρόπο, παρουσία του εκάστοτε Προέδρου της Δημοκρατίας. Εμείς σταχυολογήσαμε κάποιες δηλώσεις πολιτικών πανηγυριστών που μπορέσαμε να εντοπίσουμε στο Διαδίκτυο. Ασφαλώς θα υπάρχουν πολύ περισσότερες και πιο ευφάνταστες δηλώσεις σε αυτό τον άτυπο διαγωνισμό εθνικής πλειοδοσίας που κρατάει δύο αιώνες τώρα

Ο κάποτε περιφερειάρης Πελοποννήσου και κατά καιρούς υπουργός της Νέας Δημοκρατίας Πέτρος Τατούλης έχει πει πως «Η Άλωση της Τριπολιτσάς είναι η διαμαντόπετρα στο δαχτυλίδι της νεοελληνικής ιστορίας...», ενώ ο πάλαι ποτέ υπουργός του ΠΑΣΟΚ Δημήτρης Ρέππας έχει πει: «Η Άλωση της Τριπολιτσάς είναι το Άγιο Δισκοπότηρο της ιστορίας μας από το οποίο μεταλαμβάνουμε και θα μεταλαμβάνουμε όλοι οι Έλληνες...». Νομίζουμε πως είναι δύσκολο για οποιονδήποτε κριτή να πει ποιος από τους δύο Αρκάδες πολιτικούς αξίζει το βραβείο πανηγυρικού λόγου

Ο νυν δήμαρχος Τρίπολης, Κ.Τζιούμης, στον πρόσφατο εορτασμό, χαρακτήρισε την άλωση της Τριπολιτσάς ως « φωτεινό παράδειγμα για τη νεολαία», ενώ ο προηγούμενος δήμαρχος Τρίπολης Δημήτρης Παυλής ήταν πολύ πιο συγκεκριμένος για το τι συνέβη στην Τριπολιτσά: «νίκες και θυσίες στον αγώνα για την εθνεγερσία έχουν να παρουσιάσουν αρκετές πόλεις της Ελλάδας. Η Τριπολιτσά δεν έχει απλώς νίκες και θυσίες να παρουσιάσει, η Τριπολιτσά έχει να παρουσιάσει θριάμβους και εκατόμβες»

 

giortialosis

 Εορταστική εκδήλωση για την επέτειο της άλωσης. Ένα μείγμα ιστορικής αυθαιρεσίας, πολιτικής υποκρισίας, αφόρητης πλήξης και κακής αισθητικής.

Στο κέντρο και δεξιά, ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος,  πίσω και δεξιά ο πρώην περιφερειάρχης Πελοποννήοσυ Πέτρος Τατούλης

και αριστερά ένας κλώνος του Κολοκοτρώνη

 

Από το ύφος του λόγου του, μάλλον υπερήφανος φαίνεται για τις εκατόμβες. Ίσως δεν ξέρει τι ακριβώς σημαίνει εκατόμβη, το πιο πιθανό είναι πως ξέρει και γι’ αυτό ακριβώς νιώθει υπερήφανος. Εκατόμβη θυμίζουμε πως ονομαζόταν στην αρχαιότητα η θυσία εκατό βοδιών ή γενικότερα, κάθε μεγαλοπρεπής και πλούσια θυσία στους θεούς, ενώ μεταφορικά χρησιμοποείται στη νέα ελληνική για να δηλώσει ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπινων θυμάτων πολέμου, συνήθως αμάχων, ή άλλης καταστροφής 

Κλείνουμε το άρθρο μας με τα λόγια του εθνικού μας ποιητή: «Εθνικόν είναι το αληθές». Μόνο που τελικά η αλήθεια του καθενός είναι η κοπτοραπτική που κάνει στα πραγματικά γεγονότα

          

 Πηγές – Βιβλιογραφία

«Ενάντια σε φρούρια και τείχη, 1821», του Γιώργου Μαργαρίτη

«Τα ψιλά γράμματα της Ιστορίας», του Θεόδωρου Παναγόπουλου

«Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», του Thomas Gordon

«Η άλωση της Τριπολιτσάς», από το συλλογικό έργο «Ιστορικά Ελευθεροτυπίας, τ.204, 2003»

«Η Επανάσταση του 1821. Ένα δύσκολο εγχείρημα μιας περίπλοκης κοινωνίας», της Μαρίας Ευθυμίου

«Η ελευθερία που σφάζει αμάχους», του Θανάση Τριαρίδη

«Η σφαγή των Τούρκων στην Τρίπολη. Η μαύρη σελίδα του '21 που δεν μάθαμε στο σχολείο», από την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ

                

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2021 17:32

Προσθήκη σχολίου

Σιγουρευτείτε πως έχετε εισάγει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες με το σύμβολο (*). Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Χρήσιμα

farmakia

HOSPITAL

© 2021 Atticavoice All Rights Reserved.