" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                               Μπρεχτ

Μια ειδησεογραφική φωτογραφία από τις 9 Δεκεμβρίου 1951. Νόρφολκ, Βιρτζίνια. Ο Ευάγγελος Ατρουδάκης (δεξιά), ένας εικοσιεξάχρονος Έλληνας πολίτης, στέκεται τυλιγμένος με μια κουβέρτα στο Αρχηγείο της Αστυνομίας του Νόρφολκ χθες το βράδυ, αφού προσπάθησε να εισέλθει κολυμπώντας στις Ηνωμένες Πολιτείες από ένα πλοίο που αναχωρούσε. Ο ντετέκτιβ George W. Culler βρίσκεται αριστερά. Ένας άλλος Έλληνας πνίγηκε προσπαθώντας να φτάσει στην ακτή 

 

Το “The Pappas Post” είναι ένα αγγλόφωνο διαδικτυακό μέσο ενημέρωσης αφιερωμένο στην Ελλάδα, τον ελληνισμό της διασποράς, την ιστορία, τον πολιτισμό, τα ταξίδια και τη γαστρονομία. Ιδρύθηκε από τον Gregory Pappas και απευθύνεται κυρίως σε Έλληνες της ομογένειας και σε ξένους που ενδιαφέρονται για την Ελλλάδα. Το ίδιο το μέσο περιγράφει τον εαυτό του ως «ο κόσμος της Ελλάδας στα αγγλικά» και λειτουργεί από το 2011 με έδρα τη Νέα Υόρκη

Ο Αλεξάντερ Κιτροέφ είναι Καθηγητής Ιστορίας στο Haverford College και ειδικεύεται στην ιστορία της ελληνικής διασποράς. Τα βιβλία του περιλαμβάνουν τα «The Greeks and the Making of Modern Egypt» (American University in Cairo Press, 2019) και «Greek Orthodoxy in America: A Modern History».

Ο Αλεξάντερ Κιτροέφ έγραψε ένα άρθρο για το “The Pappas Post” με θέμα τους “Ship Jumpers”, ένα άγνωστο κεφάλαιο της ελληνικής (λαθρο) μετανάστευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες που διαλύει μύθους για «νομιμότητα» όλων των Ελλήνων μεταναστών και αποδεικνύει πως η ζωή κάνει κύκλους. Που μας θυμίζει τους αυστηρούς μεταναστευτικούς νόμους που ψηφίστηκαν τη δεκαετία του 1920 «για να διατηρηθεί το ιδεώδες της ομοιογένειας των ΗΠΑ» και οι οποίοι περιόριζαν την είσοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταναστών που δεν θεωρούνταν αρκετά «λευκοί» για να γίνουν Αμερικανοί και στοχοποιούσαν κυρίως Έλληνες, Ιταλούς, Εβραίους από διάφορες χώρες και Σλάβους της Ανατολικής Ευρώπης.

Οι νόμοι αυτοί ουσιαστικά έκλεισαν τις πόρτες για τις νέες ελληνικές αφίξεις από το 1925 έως τη δεκαετία του 1960, όταν οι νόμοι άλλαξαν. Παρά τους περιοριστικούς νόμους, οι Έλληνες (και άλλοι) βρήκαν τρόπους (παράνομους εννοείται) να έρθουν στην Αμερική. Το «ship-jumping» ήταν η ελληνική μέθοδος και σε κάποιο σημείο τη δεκαετία του 1940 έλαβε τέτοιες «ανησυχητικές» διαστάσεις που ανάγκασε την ελληνική κυβέρνηση να λάβει μέτρα για να αποτρέψει τη μαζική έξοδο μάχιμων ανδρών πολιτών από τη χώρα.

Είναι χαρακτηριστικό πως το 1942, οι New York Times ανέφεραν ότι, από τους 8.000 ναυτικούς που βρίσκονταν παράνομα στις Ηνωμένες Πολιτείες, περίπου οι 3.000 ήταν Έλληνες.

 

Ship Jumpers 01

 

Προφανώς, δεν προέρχεται ολόκληρη η ελληνοαμερικανική κοινότητα από «ship-jumpers». Δεν θα ήταν αληθής μια τέτοια γενίκευση. Αλλά δεν είναι αληθής ούτε η γενίκευση ότι οι Έλληνοαμερικάνοι ήρθαν όλοι νόμιμα. Μια γενίκευση που αποτελεί το κυρίαρχο αφήγημα από το υς περισσότερους Έλληνες και Ελληνοαμερικανούς

Του κειμένου αυτού προηγείται ένας πρόλογος από τον Gregory Pappas, ο οποίος εξηγεί την ανάγκη δημοσίευσης αυτού του άρθρου. Και το κάνει πολύ όμορφα, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και στους πιο δύσκολους καιρούς υπάρχουν ανοιχτά μυαλά και φωνές που θα σταθούν πάνω και πέρα από στενά ιδεολογικά και εθνικά συμφέροντα και θα βάλουν πάνω απ΄όλα τον άνθρωπο. Γιατί αυτό σε τελική ανάλυση είναι η υπέρτατη αξία. Η ανθρωπιά

Το άρθρο αυτό το βρήκαμε μεταφρασμένο από και το δημοσιεύουμε αυτούσιο από τον Αγώνα της Κρήτης

--------------------------------------------------------

Του Gregory Pappas

Ποτέ δεν ένιωσα την παρόρμηση ή την ανάγκη να γράψω μια εισαγωγή ή έναν πρόλογο για ένα κείμενο που σχεδίαζα να δημοσιεύσω στο The Pappas Post. Αλλά αυτή τη φορά, το θεώρησα απαραίτητο. Ήταν η εποχή που η πολιτική συζήτηση στη χώρα μας ήταν καθηλωμένη στη μετανάστευση, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ διεξήγαγε πόλεμο κατά της μετανάστευσης με διάφορα εμπρηστικά σχόλια, απόπειρες εκτελεστικών διαταγμάτων και αλλαγές πολιτικής – στέλνοντας μάλιστα και στρατεύματα για να «προστατεύσουν» τα νότια σύνορά μας.

Όντας δια βίου μελετητής της ιστορίας, ιδιαίτερα της δικής μου ιστορίας ως γιος ενός πρόσφυγα πατέρα από την Ελλάδα και μιας μετανάστριας μητέρας, μεγάλο μέρος της ρητορικής και του δημόσιου λόγου μού ακουγόταν γνώριμο, παρόμοιο με πολλές από τις ιστορίες και τα ρεπορτάζ των εφημερίδων που είχα διαβάσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1900, όταν άνθρωποι σαν τον παππού μου, τον Μιχάλη Παπαδομανωλάκη, μετανάστευσαν από την Κρήτη και εγκαταστάθηκαν στις μεταλλευτικές πόλεις γύρω από το Πράις της Γιούτα μαζί με πολλούς από τους συμπατριώτες του Κρητικούς μετανάστες.

Οι εθνικιστικές (nativist) επιθέσεις του Τραμπ άρχισαν να τροφοδοτούν την οργή και τη δυσαρέσκεια σε αυτή τη χώρα εναντίον των μεταναστών και έφεραν επίσης στην επιφάνεια επαναλαμβανόμενες φωνές —ιδιαίτερα από τη δική μου κοινότητα των Ελληνοαμερικανών— που έλεγαν ότι «οι Έλληνες ήταν διαφορετικοί» και «εμείς ήρθαμε εδώ νόμιμα».

Ήταν μια κοινή προσπάθεια να ωραιοποιήσουμε (white-wash) τη δική μας ιστορία και να χτυπήσουμε φιλικά την πλάτη μας, με στόχο να διαφοροποιηθούμε από τα «ζώα» που προσπαθούσαν να «εισβάλουν» στη χώρα μας.

Το πρόβλημα ήταν ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια. Και η εξαιρετικά τεκμηριωμένη ιστορία του Αλεξάντερ Κιτροέφ θα μοιραστεί μια διαφορετική πραγματικότητα — όχι επειδή θέλω να παρουσιάσω την κοινότητά μας με αρνητικό τρόπο. Αντίθετα — θέλω να ρίξω φως στο παράδειγμα της ανθεκτικότητας και της επιμονής των προγόνων μας, οι οποίοι —παρά όλες τις αντιξοότητες (και τους νόμους) που ήταν εναντίον τους— βρήκαν τον δρόμο για εδώ και πέτυχαν να δημιουργήσουν μια από τις ισχυρότερες εθνοτικές κοινότητες στο έθνος.

Η κοινότητά μου στο Πίτσμπουργκ ήταν γεμάτη από «ship-jumpers» (ναυτικούς που εγκατέλειψαν παράνομα τα πλοία τους). Μέλη της δικής μου οικογένειας ήρθαν εδώ με αυτόν τον τρόπο και πολλοί άνθρωποι που γνωρίζω σήμερα μοιράζονται την ίδια κληρονομιά.

Όταν πρωτομετακόμισα στο Σικάγο τη δεκαετία του 1990, ένας άνθρωπος που έμελλε να γίνει μέντοράς μου μοιράστηκε με περηφάνια μαζί μου τη δική του ιστορία ως «ship-jumper». «Οι νόμοι ήταν άδικοι», μου είπε κάποτε ο Κρις Τομαράς (Chris Tomaras), καθώς μου διηγούνταν την ιστορία του πώς ο ίδιος και ένας φίλος του έφτασαν σε ένα νότιο λιμάνι των ΗΠΑ και δεν επέστρεψαν ποτέ στο πλοίο, αλλά αντίθετα πήραν τον δρόμο για το Σικάγο.

Αναφερόταν στους αυστηρούς, αντι-ελληνικούς μεταναστευτικούς νόμους που ψηφίστηκαν τη δεκαετία του 1920 «για να διατηρηθεί το ιδεώδες της ομοιογένειας των ΗΠΑ», σύμφωνα με τα επίσημα αρχεία των ΗΠΑ. Αυτοί οι νόμοι περιόριζαν την είσοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταναστών που δεν θεωρούνταν αρκετά «λευκοί» για να γίνουν Αμερικανοί και στοχοποιούσαν κυρίως Έλληνες, Ιταλούς, Εβραίους από διάφορες χώρες και Σλάβους της Ανατολικής Ευρώπης.

Ουσιαστικά έκλεισαν τις πόρτες για τις νέες ελληνικές αφίξεις από το 1925 έως τη δεκαετία του 1960, όταν οι νόμοι άλλαξαν.

Παρά το γεγονός αυτό, οι Έλληνες (και άλλοι) βρήκαν τρόπους να έρθουν στην Αμερική. Το «ship-jumping» (όπως θα διαβάσετε στην ιστορία του Αλεξάντερ) ήταν η ελληνική μέθοδος επιλογής και σε κάποιο σημείο τη δεκαετία του 1940 έλαβε «ανησυχητικές» διαστάσεις, αναγκάζοντας την ελληνική κυβέρνηση να λάβει μέτρα για να αποτρέψει τη μαζική έξοδο μάχιμων ανδρών πολιτών από τη χώρα.

Παρεμπιπτόντως, ο Κρις Τομαράς, καθώς και ο φίλος του, τον οποίο δεν θα κατονομάσω εδώ, εξελίχθηκαν σε δύο από τους πιο επιτυχημένους και αξιοσέβαστους επιχειρηματίες της χώρας. Ο Κρις ίδρυσε επίσης έναν φιλανθρωπικό κολοσσό που ονομάζεται PanHellenic Scholarship Foundation (Πανελλήνιο Ίδρυμα Υποτροφιών), το οποίο έχει απονείμει υποτροφίες σε δεκάδες Ελληνοαμερικανούς φοιτητές από την ίδρυσή του.

Το νόημα όλων αυτών —και το νόημα τόσο αυτού του προλόγου όσο και της ιστορίας του Αλεξάντερ Κιτροέφ που θα ακολουθήσει— είναι ότι δεν χρειαζόμαστε ψευδή αφηγήματα για να αποδείξουμε κάτι. Δεν χρειάζεται να παρουσιάζουμε μια εικόνα που δεν είναι αληθινή προκειμένου να προσπαθήσουμε να αποδείξουμε ότι είμαστε «καλύτεροι» ή «διαφορετικοί» από τους ανθρώπους που προσπαθούν να έρθουν στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα.

Φυσικά, δεν προέρχεται ολόκληρη η ελληνοαμερικανική κοινότητα από «ship-jumpers». Δεν θα έκανα ποτέ μια τέτοια γενίκευση. Αλλά δεν θα έκανα ποτέ ούτε τη γενίκευση ότι «ήρθαμε όλοι εδώ νόμιμα», η οποία έγινε το κυρίαρχο αφήγημα για ένα διάστημα από πολλούς (τους περισσότερους) Ελληνοαμερικανούς.

Οι άνθρωποι λένε «οι καιροί έχουν αλλάξει». Έχουν αλλάξει όμως; Είναι η πείνα διαφορετική σήμερα από ό,τι ήταν πριν από έναν αιώνα; Είναι ο πόλεμος διαφορετικός σήμερα από ό,τι ήταν τότε; Είναι η δίψα για ευκαιρίες διαφορετική για τον θείο μου που πήδηξε από το καράβι τη δεκαετία του 1970 από ό,τι για έναν Μεξικανό πατέρα που περπατά χιλιάδες μίλια για να «πηδήξει» πάνω από ένα τείχος στα σύνορα;

Είμαι περήφανος για την οικογένειά μου. Είμαι περήφανος για την κοινότητά μου. Είμαι περήφανος για τον Κρις Τομαρά και τα μαθήματα που μου δίδαξε. Είμαι περήφανος για κάθε έναν από αυτούς τους άνδρες που είχαν το θράσος να διασχίσουν έναν ωκεανό για να εκπληρώσουν τα δικά τους όνειρα να γίνουν Αμερικανοί. Είμαι περήφανος για την ανθεκτικότητά τους, το σθένος τους — και ναι, για την προθυμία τους να παραβιάσουν έναν νόμο που πίστευαν ότι ήταν άδικος.

---------------------------------------------------------------

Ship Jumpers: Ένα άγνωστο κεφάλαιο της ελληνικής μετανάστευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες

του Alexander Kitroeff

 

Αφότου εγκατέλειψε παράνομα το πλοίο του (jumped ship) στο λιμάνι της Νέας Υόρκης το 1941, ο Ηλίας Βλαντανόπουλος (Elias Vlantanopoulos) έκανε μερικές ευκαιριακές δουλειές σε ελληνικής ιδιοκτησίας καταστήματα σε όλη την πόλη και αμέσως μετά το Περλ Χάρμπορ κατατάχθηκε στον Στρατό των ΗΠΑ. Το ατμόπλοιο SS Michael Livanos είχε χάσει ένα μέλος του πληρώματος —για την ακρίβεια, αρκετά ακόμη μέλη του πληρώματος— καθώς και τον καπετάνιο του, ο οποίος επίσης είχε εγκαταλείψει το πλοίο. Όμως ο αμερικανικός στρατός είχε κερδίσει ένα μέλος του Μηχανικού Σώματος του Στρατού (Army Corps of Engineers), ο οποίος πολέμησε τόσο γενναία σε πολλαπλές φονικές μάχες στα νησιά του Ειρηνικού, ώστε τιμήθηκε με την Πορφυρή Καρδιά (Purple Heart).

Παρόλα αυτά, τα πράγματα παραλίγο να εξελιχθούν διαφορετικά. Πριν αναχωρήσει με τον Στρατό, ο Ηλίας καθόταν στο ελληνικής ιδιοκτησίας Byzantine Cafe στη Νέα Υόρκη, του οποίου οι πελάτες περιλάμβαναν πολλούς Έλληνες ναυτικούς. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, το κατάστημα γινόταν συχνά στόχος των πρακτόρων μετανάστευσης και, όπως ήθελε η τύχη, εκείνη την ημέρα έκαναν έφοδο και τον συνέλαβαν.

Δεν είχε τρέξει μέσα από την κουζίνα και έξω από την πίσω πόρτα επειδή πίστευε ότι τα έγγραφα κατάταξής του θα τον προστάτευαν. Αλλά οι πράκτορες μετανάστευσης είχαν αντίθετη γνώμη και τον έσυραν στο Έλις Άιλαντ εν αναμονή της απέλασής του. Ευτυχώς, ένας άλλος Έλληνας ειδοποίησε τη στρατιωτική αστυνομία του Στρατού και κάποιος ήρθε και διαπραγματεύτηκε την απελευθέρωσή του. Ο Βλαντανόπουλος επέστρεψε στους στρατώνες και σύντομα έφυγε για το μέτωπο του Ειρηνικού.

Η άφιξη του Βλαντανόπουλου στις Ηνωμένες Πολιτείες και τα επιτεύγματα που ακολούθησαν είναι η ιστορία χιλιάδων Ελλήνων.

Το 1942, οι New York Times ανέφεραν ότι, από τους 8.000 ναυτικούς που βρίσκονταν παράνομα στις Ηνωμένες Πολιτείες, περίπου οι 3.000 ήταν Έλληνες.

 

Ship Jumpers 02

 

Υπάρχουν πολυάριθμες αναφορές για το πώς ο παράτυπος Έλληνας μετανάστης έχει βρει τον δρόμο του στα αμερικανικά δημοφιλή μέσα ενημέρωσης. Σε ένα επεισόδιο της σειράς American Playhouse του PBS, που διαδραματίζεται το 1915, υπάρχει ένας φανταστικός Έλληνας ονόματι Ανδρέας Λαμπράκος, ο οποίος εγκαταλείπει παράνομα το πλοίο του στη Νέα Υόρκη και κατευθύνεται προς τα δυτικά διασχίζοντας την Αμερική. Ενώ στο μυθιστόρημα του Βρετανού συγγραφέα Τζέφρι Άρτσερ (Jeffrey Archer) του 1977 σχετικά με μια συνωμοσία κατά της ζωής του Τζον Φ. Κένεντι, με τίτλο «Shall We Tell the President», είναι ένας παράτυπος Έλληνας μετανάστης αυτός που τυχαίνει να ακούσει για τη συνωμοσία.

 

Εθνική περηφάνια έναντι εθνικής ντροπής

Υπάρχουν πολλές άλλες αμερικανικές εθνοτικές ομάδες των οποίων η ιστορία περιλαμβάνει περιπτώσεις εισόδου στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω της αποφυγής των μεταναστευτικών αρχών στα σύνορα. Υπάρχουν αρκετές ακαδημαϊκές μελέτες και άρθρα για τους Εβραίους, για τους οποίους οι πληροφορίες είναι πιο εύκολα διαθέσιμες λόγω των δολοφονικών διακρίσεων από τις οποίες διέφευγαν.

Οι Ελληνοαμερικανοί είναι πιο διστακτικοί να μιλήσουν για τέτοιες περιπτώσεις. Και όμως, αυτό που αντιμετώπισαν οι Έλληνες μπορεί να μην συγκρίνεται απόλυτα με τα δεινά του αντισημιτισμού, αλλά αν αναλογιστούμε τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη διχασμένη από τον πόλεμο δεκαετία του 1940, μπορούμε να αρχίσουμε να κατανοούμε ορισμένα από τα κίνητρα των συμπατριωτών μας.

Όχι μόνο οι Ελληνοαμερικανοί προτιμούν να μην μιλούν για τους Έλληνες που εγκατέλειπαν παράνομα τα πλοία, αλλά πρόσφατα πολλά δημόσια πρόσωπα της κοινότητας ισχυρίστηκαν ψευδώς ότι «ήρθαμε όλοι εδώ νόμιμα». Είναι μια φράση που βλέπουμε να προστίθεται στο τυπικό αφήγημα της ελληνικής εμπειρίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, το οποίο μιλά για έναν ανηφορικό αγώνα στον οποίο ο νομοταγής, προσηλωμένος στην οικογένεια και εργατικός Έλληνας, που εκτιμά τη θρησκεία και την εκπαίδευση, επιτυγχάνει επάξια το Αμερικανικό Όνειρο της κοινωνικής ανέλιξης. Αν αυτός ο ισχυρισμός υποτίθεται ότι διαχωρίζει το ελληνοαμερικανικό παρελθόν από τη σημερινή πραγματικότητα της μετανάστευσης από το Μεξικό και την Κεντρική Αμερική, θα πρέπει να το ξανασκεφτούμε. Και αν η άρνηση αυτού του κεφαλαίου του παρελθόντος της ελληνοαμερικανικής κοινότητας έχει να κάνει με μια ανησυχία για το στάτους και την κοινωνική υπόσταση των Ελληνοαμερικανών, αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά το φαινόμενο των Ελλήνων που εγκατέλειπαν τα πλοία, τότε ίσως να είμαστε σε θέση να νιώσουμε εθνική περηφάνια αντί για εθνική ντροπή.

 

Έλληνες στο εξωτερικό

Το γεγονός ότι Έλληνες εγκατέλειπαν παράνομα τα πλοία καθ’ όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα αποτελεί μέρος των εμπειριών πολλών οικογενειών και μέρος του ιστού της ελληνοαμερικανικής ζωής. Ένας φίλος περιέγραψε πώς θυμάται ως παιδί ότι ο πατέρας του, μεταφραστής στην υπηρεσία μετανάστευσης, δεχόταν συνεχώς τηλεφωνήματα, ακόμη και αργά τη νύχτα, για περιπτώσεις συλληφθέντων Ελλήνων ναυτικών που δεν γνώριζαν αγγλικά.

Πολλοί άλλοι έχουν αφηγηθεί την ιστορία των πατέρων, των θείων ή των παππούδων τους που εγκατέλειψαν παράνομα το πλοίο τους σε κάποιο αμερικανικό λιμάνι. Στην Αθήνα πέρυσι επισκέφθηκα το κατάστημα του Δημήτρη, ενός ιδιαίτερα συνιστώμενου τεχνίτη τοποθέτησης δαπέδων. Αποδείχθηκε ότι είχε ζήσει για ένα διάστημα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Την πρώτη φορά έφτασε εκεί εγκαταλείποντας το πλοίο του στο Νόρφολκ της Βιρτζίνια (Norfolk, Va.), ενώ τη δεύτερη φορά μπήκε απαρατήρητος μέσω του Καναδά.

Οι Έλληνες που τολμούν να βγουν στο εξωτερικό έπρεπε πάντα να επιστρατεύουν την οξυδέρκειά τους, όπως κάνουν όλοι όσοι προέρχονται από μη προνομιούχα περιβάλλοντα. Δεν μπορούν ποτέ να θεωρήσουν τίποτα δεδομένο και μερικές φορές πρέπει να αρπάζουν τις ευκαιρίες και να ανησυχούν για τις συνέπειες αργότερα. Το αρχέτυπο του εύστροφου Έλληνα που παίρνει ρίσκα είναι, φυσικά, οι Έλληνες ναυτικοί που έχουν αφήσει το στίγμα τους σε όλο τον κόσμο. Για να αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα, οι Έλληνες καπετάνιοι αγνοούν τους θαλάσσιους αποκλεισμούς και τα εμπάργκο από την εποχή των Ναπολεόντειων Πολέμων. Το 1966 χρειάστηκε ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για να εμποδιστεί ένα ελληνικό πλοίο να υπονομεύσει το βρετανικό εμπάργκο στη Ροδεσία.

Οι απλοί Έλληνες ναυτικοί έχουν μια εξίσου συναρπαστική ιστορία με τους Έλληνες εφοπλιστές και καπετάνιους. Αυτή περιλαμβάνει την όρθωση του αναστήματός τους απέναντι στα αφεντικά τους μέσω ισχυρών εργατικών συνδικάτων, την αντιμετώπιση της απειλής των γερμανικών υποβρυχίων στα κομβόι ανεφοδιασμού του Βόρειου Ατλαντικού κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς και την άρνηση να ξεφορτώσουν εφόδια σε λιμάνια ελεγχόμενα από τους κομμουνιστές στο Βόρειο Βιετνάμ. Και οι ναυτικοί που εγκατέλειπαν τα πλοία σε αμερικανικά λιμάνια και στη συνέχεια δημιουργούσαν επιχειρήσεις και οικογένειες ή έκαναν κάτι εξαιρετικό, όπως αυτό που έκανε ο Ηλίας Βλαντανόπουλος κερδίζοντας την Πορφυρή Καρδιά, αποτελούν μέρος της μεγάλης ιστορίας του ελληνικού αγώνα και της επιτυχίας στην Αμερική.

 

Ship Jumpers 03

 

 

Αρχικά, σχεδόν όλοι έρχονταν νόμιμα

Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι στην εποχή του πρώτου μεγάλου κύματος ελληνικών αφίξεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, από τη δεκαετία του 1890 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1920, πρακτικά επιτρεπόταν η είσοδος σε όλους, εκτός εάν κρίνονταν σωματικά ή ψυχικά ασθενείς.

Και τα «έγγραφα» όλων των εισερχομένων είναι ένας σχετικός όρος, επειδή δεν υπήρχαν διαβατήρια εκείνη την εποχή. Κάποιος απλώς αποκτούσε ένα έγγραφο από την τοπική του αρχή και, με το αντίτιμο του εισιτηρίου του, το όνομά του καταχωριζόταν στο μανιφέστο του πλοίου (τη λίστα επιβατών), βάσει του οποίου ελεγχόταν από τις μεταναστευτικές αρχές. Τα διαβατήρια καθιερώθηκαν παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, στα μέσα της δεκαετίας του 1920.

Αλλά ακόμη και σε εκείνους τους καιρούς της εύκολης εισόδου, υπήρχαν Έλληνες που προσπαθούσαν να γλιστρήσουν απαρατήρητοι, πιθανώς λόγω ανησυχιών σχετικά με τις πιθανότητες εισόδου τους μέσω του Έλις Άιλαντ (Ellis Island). Η εφημερίδα Brooklyn’s Time Union ανέφερε στις 7 Μαρτίου 1911 ότι δύο Έλληνες, ένας αξιωματικός και ένας πράκτορας εισιτηρίων μιας ατμοπλοϊκής εταιρείας, παραπέμφθηκαν σε δίκη «σε σχέση με την υποτιθέμενη λαθραία εισαγωγή αλλοδαπών στη χώρα αυτή με τα ελληνικά πλοία Αθηνά (Athina) και Θεμιστοκλής (Themistocles)».

Υπήρχε ένα ακόμη εμπόδιο στην είσοδο, και αυτό στρεφόταν εναντίον οποιουδήποτε έφτανε υπό την προστασία ενός «padrone» (εργολάβου) ή ενός εργολαβικού πράκτορα (labor agent). Αυτός ο εργολαβικός πράκτορας προσλάμβανε εργάτες ή ολόκληρες οικογένειες για να έρθουν σε αυτή τη χώρα, υπενοικίαζε τις υπηρεσίες τους και στη συνέχεια τους πλήρωνε ένα πενιχρό ποσό. Ήταν ουσιαστικά δέσμιοί του για πολλά χρόνια, μέχρι να του «ξεπληρώσουν» τα έξοδα για τη μεταφορά τους στην Αμερική.

Οι Έλληνες εμπλέκονταν και στις δύο πλευρές της εξίσωσης του συστήματος των «padrones». Ένα άρθρο που εμφανίστηκε στο New Hampshire Herald στις 7 Φεβρουαρίου 1898 σημείωνε ότι «οι μεταναστευτικές αρχές πιστεύουν ότι αποκάλυψαν ένα σχέδιο με το οποίο η Νέα Υόρκη πρόκειται να κατακλυστεί από Έλληνες μικροπωλητές με χειράμαξες και αρκετοί Έλληνες padrones πρόκειται να πλουτίσουν».

Ο πιο διαβόητος Έλληνας «padrone» ήταν ο Λεωνίδας Σκλήρης (Leonidas Skliris), γνωστός ως ο «Τσάρος των Ελλήνων» λόγω του σημαντικού αριθμού Ελλήνων που έφερε στη Γιούτα για να εργαστούν στα ορυχεία. Ένας Έλληνας εργάτης πυροβόλησε έναν από τους πράκτορές του το 1908, αλλά η κυριαρχία του συνεχίστηκε ακόμη και αφού οι Έλληνες μεταλλωρύχοι που απήργησαν το 1912 απαίτησαν και πέτυχαν την απομάκρυνσή του. Λίγα χρόνια αργότερα πυροβολήθηκε από έναν άλλο Έλληνα για μια οικονομική διαφορά, αλλά επέζησε και τελικά έφυγε για το Μεξικό.

 

Ship Jumpers 04

 

 

Μεταναστευτικοί Περιορισμοί και Ξενοφοβία

Όπως είναι γνωστό, το 1924 το Κογκρέσο των ΗΠΑ περιόρισε δραστικά την είσοδο ατόμων από την Ελλάδα μέσω θεσμοθετημένων, πολύ μικρών ετήσιων ποσοστώσεων (quotas), μια κίνηση που έγινε ευκολότερο να επιβληθεί λόγω της εισαγωγής των διαβατηρίων εκείνη τη χρονιά. Αυτές οι ποσοστώσεις στρέφονταν ιδιαίτερα κατά των μεταναστών από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Είχαν φυλετικά κίνητρα και αποτελούσαν μέρος της ξενοφοβίας εκείνης της εποχής, οδηγώντας μια ομάδα Ελληνοαμερικανών να επιδιώξει να υπερασπιστεί τους συμπατριώτες της ιδρύοντας την American Hellenic Educational Progressive Association (AHEPA). Οι περιορισμοί παρέμειναν σε ισχύ μέχρι που ο νόμος περί μετανάστευσης και εθνικότητας (Immigration and Nationality Act) του 1965 χαλάρωσε τις αυστηρές ποσοστώσεις. Ο νόμος τέθηκε σε ισχύ το 1968. Υπήρξαν μερικά φωτεινά σημεία στο μεσοδιάστημα, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1950, όταν η AHEPA άσκησε με επιτυχία πιέσεις για τη χαλάρωση των κανόνων στην περίπτωση των ατόμων που είχαν εκτοπιστεί λόγω πολέμου και των παιδιών που είχαν μείνει ορφανά.

 

Ship Jumpers 05

 

Οι Έλληνες Ναυτικοί απαντούν  

Δεδομένης αυτής της κατάστασης μεταξύ 1924 και 1968, δεν είναι περίεργο που άτομα όπως ο Ηλίας Βλαντανόπουλος εγκατέλειψαν παράνομα το πλοίο τους (jumped ship) αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Αρκετοί είχαν την ευκαιρία να υπηρετήσουν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, άλλοι να ζήσουν φυσιολογικές ζωές που ταιριάζουν στο αφήγημα του εργατικού, νομοταγούς Έλληνα που σημείωσε επιτυχία στην Αμερική.

Ένας φίλος στο Facebook εξιστόρησε μια ιστορία που είναι χαρακτηριστική πολλών άλλων. Ο πατέρας του εγκατέλειψε παράνομα το πλοίο του στη Νέα Υόρκη στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και πήγε να βρει τον θείο του σε ένα ελληνικό diner (εστιατόριο) στο Μινττάουν του Μανχάταν (Midtown Manhattan), ο οποίος είχε επίσης εγκαταλείψει παράνομα το πλοίο του. Μέσα σε μια δεκαετία, έχοντας λάβει την προφύλαξη να αλλάξει το όνομά του, ήταν ευτυχισμένα παντρεμένος με μια ευλαβή καθολική γυναίκα (κάτι που σήμαινε ότι το μεταναστευτικό του καθεστώς είχε τακτοποιηθεί). Είχαν ένα diner στο Νιου Τζέρσεϊ, όπου μεγάλωσαν τα παιδιά τους.

 

Ship Jumpers 06

 

Δεν ήταν όλοι οι γάμοι μεταξύ Ελλήνων ναυτικών και Αμερικανίδων τόσο αυθεντικοί κατά τη διάρκεια εκείνης της εποχής. Τον Δεκέμβριο του 1965, η εφημερίδα New York Daily News ανέφερε ότι οι μεταναστευτικές αρχές ανακοίνωσαν «την εξάρθρωση ενός συνδικάτου εικονικών γάμων» που είχε κανονίσει τους γάμους περισσότερων από 100 Ελλήνων ναυτικών, προκειμένου να τους δώσει το δικαίωμα να χαρακτηριστούν ως «μετανάστες εκτός ποσόστωσης» (non quota immigrants) για μόνιμη διαμονή στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι αμοιβές κυμαίνονταν από 1.000 έως 1.500 δολάρια, με τις «νύφες», οι οποίες ήταν κυρίως γυναίκες από το Πουέρτο Ρίκο, να λαμβάνουν μεταξύ 200 και 500 δολαρίων για τη συμμετοχή τους στο σχέδιο. Οι γυναίκες δεν έζησαν ποτέ με τους συζύγους τους, οι περισσότεροι από τους οποίους υπέγραψαν χαρτιά διαζυγίου την ίδια ημέρα που καταχωρίστηκε ο γάμος. Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε η επιχείρηση ήταν ότι μια ελληνοαμερικανική ομάδα εντόπιζε τους ναυτικούς και μια ομάδα από το Πουέρτο Ρίκο παρείχε τις γυναίκες. Οι τρεις Έλληνες που συνελήφθησαν ήταν ένας άνεργος ελαιοχρωματιστής, ένας υπάλληλος σε ντελικατέσεν (deli counterman) και ένας σεφ σε diner, ο οποίος φερόταν να είναι ο εγκέφαλος της οργάνωσης

 

Ship Jumpers 07

Μια ειδησεογραφική φωτογραφία από τις 9 Δεκεμβρίου 1951. Νόρφολκ, Βιρτζίνια. Ο Ευάγγελος Ατρουδάκης (δεξιά), ένας εικοσιεξάχρονος Έλληνας πολίτης, στέκεται τυλιγμένος με μια κουβέρτα στο Αρχηγείο της Αστυνομίας του Νόρφολκ χθες το βράδυ, αφού προσπάθησε να εισέλθει κολυμπώντας στις Ηνωμένες Πολιτείες από ένα πλοίο που αναχωρούσε. Ο ντετέκτιβ George W. Culler βρίσκεται αριστερά. Ένας άλλος Έλληνας πνίγηκε προσπαθώντας να φτάσει στην ακτή 

 

Ένας Έλληνας και ένας Μεξικανός: Παράλληλες ζωές, με 40 χρόνια διαφορά

Ορισμένοι γάμοι μεταξύ Ελλήνων και γυναικών από το Πουέρτο Ρίκο ήταν πιο νόμιμοι —αν και βραχύβιοι— και εξασφάλιζαν ότι ένας Έλληνας μπορούσε να αποκτήσει την υπηκοότητα. Αυτό ήταν που δήλωσε ο Τζον Ζαννίκος (John Zannikos), ιδιοκτήτης του εστιατορίου 3Guys στο Άπερ Ιστ Σάιντ (Upper East Side) του Μανχάταν, στον ρεπόρτερ των New York Times Άντονι Ντε Πάλμα (Anthony De palma) το 2005.

Ο Ζαννίκος μίλησε αρκετά ανοιχτά για το πώς έφυγε από το νησί του, τη Χίο, και έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1953 στο Νόρφολκ της Βιρτζίνια, εγκαταλείποντας παράνομα το πλοίο του (jumping ship). Τρία χρόνια αργότερα απελάθηκε όταν αξιωματούχοι της μετανάστευσης έκαναν έφοδο στην καφετέρια στο Μπρονξ (Bronx) όπου εργαζόταν ως μάγειρας γρήγορου φαγητού (short order cook). Σύντομα όμως κατάφερε να ξαναμπεί κρυφά στη χώρα, να παντρευτεί και έκτοτε βρίσκεται εδώ.

Ο Ντε Πάλμα αναρωτιέται αν ο Χουάν Μανουέλ Περάλτα (Juan Manuel Peralta), ο οποίος εργαζόταν ως σεφ στο εστιατόριο και ο οποίος εισήλθε στις Ηνωμένες Πολιτείες με τον ίδιο τρόπο όπως το αφεντικό του 40 χρόνια αργότερα, θα τα καταφέρει επίσης. Υπάρχουν παραλληλισμοί μεταξύ της ελληνικής και της μεξικανικής εμπειρίας, επειδή όλοι τους ονειρεύονταν μια καλύτερη ζωή, αλλά, σημειώνει, οι μνημειώδεις αλλαγές στην οικονομία και στις στάσεις απέναντι στους μετανάστες έχουν καταστήσει πολύ λιγότερο πιθανό ο κ. Περάλτα και τα παιδιά του να βιώσουν την ίδια κοινωνική ανέλιξη με τον κ. Ζαννίκο και την οικογένειά του.

Το 1956, τη χρονιά που απελάθηκε ο Τζον Ζαννίκος, υπήρχαν και άλλοι Έλληνες που είχε προγραμματιστεί να σταλούν πίσω στην Ελλάδα, αλλά ορισμένοι κατάφεραν να κερδίσουν μια αναστολή την τελευταία στιγμή (eleventh-hour reprieve). Σε μια περίπτωση, πέντε Έλληνες ναυτικοί συνελήφθησαν χωρίς έγγραφα σε μια μικρή πόλη στην Αϊόβα (Iowa) στον Μισισιπή, στα σύνορα της πολιτείας με το Ιλινόις (Illinois).

Ένας από αυτούς υποτίθεται ότι θα παντρευόταν μια Ελληνοαμερικανίδα από το Ιλινόις το αμέσως επόμενο Σαββατοκύριακο. Ένας μεγάλος αριθμός καλεσμένων σχεδίαζε να παρευρεθεί. Συγκινημένοι από την επιθυμία της να αποτρέψει την απέλαση του μελλοντικού γαμπρού, πολλοί άνθρωποι από τη γενέτειρά της επικοινώνησαν με τον βουλευτή τους και το αποτέλεσμα ήταν ο Πρόεδρος Αϊζενχάουερ (President Eisenhower) να ζητήσει την επανεξέταση της υπόθεσής του. Αυτό συνέβη, αλλά η ιστορία είχε μια ακόμη δραματική ανατροπή, διότι καθώς η επανεξέταση καθυστερούσε, έγινε γνωστό ότι ο άνδρας είχε φύγει από την πόλη και είχε παντρευτεί κάποια άλλη

 

Ship Jumpers 08

 

Ιστορίες ναυτικών που εγκατέλειπαν παράνομα τα πλοία τους (jumped ship), όχι τόσο δραματικές όσο αυτή, εμφανίζονταν τακτικά στις στήλες των εφημερίδων κατά την εποχή των ποσοστώσεων μεταξύ 1924 και 1965. Όταν πέντε Έλληνες ελαιοχρωματιστές συνελήφθησαν στο Γκάρι της Ιντιάνα (Gary, Indiana) το 1952, αποκαλύφθηκε ότι τρεις είχαν εγκαταλείψει το πλοίο τους στη Νέα Υόρκη, ένας στο Πόρτλαντ του Όρεγκον (Portland, Oregon) και ο άλλος στο Σαν Φρανσίσκο.

Λίγοι ρεπόρτερ προσπάθησαν να δώσουν μια χιουμοριστική νότα στις ιστορίες τους, καταλήγοντας τις περισσότερες φορές σε ένα αστείο πολύ κακού γούστου. Ανάμεσά τους ήταν μία που ανέφερε ότι οι αρχές μετανάστευσης είχαν συλλάβει Έλληνες ναυτικούς λίγο έξω από τη Σπάρτη, αλλά… δυστυχώς γι’ αυτούς δεν ήταν η Σπάρτη στην Ελλάδα, αλλά ο Δήμος της Σπάρτης (Sparta Township) στο Νιου Τζέρσεϊ.

Ορισμένες από τις πολλές ιστορίες είναι πράγματι γεμάτες χιούμορ. Τον Οκτώβριο του 1970, η ναυτιλιακή εταιρεία Λιβανού (Livanos Shipping) πειραματίστηκε με την αποστολή μικρότερων ποντοπόρων πλοίων στον ποταμό Μισισιπή, για να ξεφορτώνουν απευθείας σε εσωτερικά λιμάνια, όπως το Σεντ Λούις του Μισούρι (St. Louis, Missouri). Το πλοίο, το Minilili, έφτασε με μεγάλες τιμές και μια αντιπροσωπεία ηγετών της ελληνοαμερικανικής κοινότητας υποδέχθηκε το πλοίο και ενθάρρυνε τους ναυτικούς να το εγκαταλείψουν παράνομα. Τρεις το έκαναν, και δύο παρέμειναν στο Σεντ Λούις και παντρεύτηκαν.

 

Ship Jumpers 09

 

 

Η Διασύνδεση με την Κούβα

Στον απόηχο της επιβολής των σκληρών μεταναστευτικών ποσοστώσεων το 1924, η Κούβα έγινε ένα προφανές σκαλοπάτι για όσους δεν τους επιτρεπόταν η είσοδος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια ακαδημαϊκή μελέτη της Λίζα Λίντκουιστ Ντορ (Lisa Lindquist Dorr), καθηγήτριας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα, αναφέρει ότι το 1924 περισσότεροι από 60.000 από τους 85.000 ξένους που επισκέφθηκαν την Κούβα εκείνο το έτος προέρχονταν από χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης που είχαν στοχοποιηθεί από τους περιορισμούς των ποσοστώσεων. Και η ξενοφοβία που είχε προκαλέσει αυτές τις ποσοστώσεις επεκτάθηκε και στις έρευνες για υποτιθέμενους λαθρεμπόρους. Κατά την εξέταση δύο μαρτύρων υπεράσπισης του Έλληνα καπετάνιου ενός σπογγαλιευτικού πλοίου που κατηγορούνταν για λαθραία διακίνηση μεταναστών, η πολιτική αγωγή τους ρώτησε μόνο αν ήταν Έλληνες και δεν έκανε άλλες ερωτήσεις, με τις προεκτάσεις να είναι προφανείς σε όλους στην αίθουσα του δικαστηρίου.

Σε μια άλλη περίπτωση που αποκάλυψε η καθηγήτρια Ντορ, η αδικία των ποσοστώσεων έγινε ολοφάνερη. Αφού έζησε στο Ντιτρόιτ (Detroit) για 12 χρόνια, ο Τομ Κορονάς (Tom Koronas) επέστρεψε για να επισκεφθεί την Ελλάδα το 1922. Κατά την άφιξή του, το προξενείο των ΗΠΑ στον Πειραιά τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να εξασφαλίσει βίζα για την επιστροφή του. Το 1923, ωστόσο, επιστρατεύτηκε στον ελληνικό στρατό, παρατείνοντας τη διαμονή του στην Ελλάδα για 28 μήνες. Παρά τις προσπάθειές του να επιστρέψει νόμιμα, δεν μπόρεσε να λάβει βίζα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, επειδή η Ελλάδα είχε συμπληρώσει την ποσόστωσή της. Αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του με έναν λαθρέμπορο με έδρα την Κούβα.

Οι δικές μου πηγές αποκάλυψαν μια άλλη περίπτωση στην οποία ένας Έλληνας δεν μπόρεσε να μεταναστεύσει εγκαίρως για να αποφύγει τις ποσοστώσεις επειδή βρισκόταν επίσης στον στρατό και είχε πολεμήσει στη Μικρασιατική Εκστρατεία του 1922. Έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω Κούβας, έγινε αξιοσέβαστο μέλος της ελληνικής κοινότητας και του τοπικού τμήματος της AHEPA σε μια πόλη της Μεσοδυτικής Αμερικής. Οι αρχές ανακάλυψαν το καθεστώς του όταν εγγράφηκε ευσυνείδητα για την επιστράτευση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι αρχές δεν έκαναν τίποτα κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά τον κάλεσαν μετά τη λήξη του και του επέτρεψαν να εγκαταλείψει οικειοθελώς τη χώρα και να εισέλθει ξανά σε αυτήν από τον Καναδά.

Αυτές οι ιστορίες και πολλά άλλα άρθρα εφημερίδων δείχνουν ότι υπήρχε ένα μοτίβο Ελλήνων που εγκατέλειπαν παράνομα τα πλοία στην εποχή των περιοριστικών ποσοστώσεων. Και όπως σημείωνε η εφημερίδα Philadelphia Inquirer το 1980, πολλοί Έλληνες έχουν τη φήμη μεταξύ των πρακτόρων μετανάστευσης ότι είναι δύσκολο να συλληφθούν, επειδή ενσωματώνονται τόσο καλά στις εθνοτικές τους κοινότητες στη Φιλαδέλφεια ή στη Νέα Υόρκη. Προφανώς ο συνολικός αριθμός είναι πολύ μεγαλύτερος από τον αριθμό εκείνων που συνελήφθησαν από τις αρχές μετανάστευσης.

Μετά τη χαλάρωση των ποσοστώσεων που τέθηκε σε ισχύ το 1968, το φαινόμενο των Ελλήνων που εγκατέλειπαν παράνομα τα πλοία μειώθηκε σημαντικά, ιδιαίτερα μετά το 1974 και την κατάρρευση της ελληνικής δικτατορίας που καταδίωκε τους ναυτικούς οι οποίοι δεν την υποστήριζαν. Αυτό δείχνει ότι, ενώ δεν «ήρθαν όλοι οι Έλληνες εδώ νόμιμα», όσοι το έκαναν εγκαταλείποντας παράνομα τα πλοία, το έκαναν μεταξύ 1924 και 1968, όταν σε πολλούς Έλληνες απαγορευόταν η είσοδος λόγω των διακριτικών φραγμών που υψώθηκαν στην ξενοφοβική δεκαετία του 1920.

Και όμως, παρά όλα αυτά, τόσοι πολλοί από αυτούς, όπως ο Ηλίας Βλαντανόπουλος, κατάφεραν να προκόψουν μέσα από τη σκληρή δουλειά και την επιμονή που οι Ελληνοαμερικανοί αρέσκονται να διεκδικούν ως εθνικό χαρακτηριστικό. Σε αυτή την περίπτωση, τα επιτεύγματά τους θα πρέπει να αναγνωρίζονται πιο ανοιχτά, επειδή ο αγώνας και η επιτυχία τους αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνοαμερικανικής εμπειρία

 

Ship Jumpers 10

 

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Ο συγγραφέας θα ήθελε να ευχαριστήσει αρκετά άτομα που μίλησαν για τις δικές τους εμπειρίες ή των συγγενών τους σχετικά με την παράνομη εγκατάλειψη πλοίων, και ιδιαίτερα τον Ηλία Βλάντον (Elias Vlanton) από την Ουάσινγκτον (Washington D.C.) για τις πληροφορίες που παρείχε γενναιόδωρα μαζί με φωτογραφίες του πατέρα του, Ηλία Βλαντανόπουλου. Ο κ. Βλάντον γράφει τα απομνημονεύματα της οικογενειακής του ιστορίας.

Πηγές του άρθρου και διάφορες πληροφορίες:

Οι λίστες πληρώματος του SS Michael Livanios και τα αρχεία άφιξης και αναχώρησης στις Ηνωμένες Πολιτείες που δείχνουν τους ανόμοιους αριθμούς Ελλήνων ναυτικών που έφταναν και αναχωρούσαν, συμπεριλαμβανομένου του Ηλία Βλαντανόπουλου, ο οποίος εγκατέλειψε παράνομα το συγκεκριμένο πλοίο.

The Boston Globe (Boston, Massachusetts) 24 Apr 1929

The Bristol Herald Courier (Bristol, Tennessee) 13 Jan 1930

The Baltimore Sun (Baltimore, Maryland) 10 Jun 1937

The Philadelphia Inquirer (Philadelphia, Pennsylvania) 1 Apr 1941

The New York Times (New York, NY) 24 March 1942

The Times Herald (Port Huron, Michigan) 20 Sep 1946

The New York Times (New York, NY) 22 August 1948

Daily News (New York, New York) 11 Aug 1949

The Evening Sun (Baltimore, Maryland) 2 Feb 1951

Pittsburgh Post-Gazette (Pittsburgh, Pennsylvania) 23 Jun 1951

The Times (Munster, Indiana) 6 May 1952

Quad-City Times (Davenport, Iowa) 28 Jul 1956

The Dispatch (Moline, Illinois) 5 Sep 1956

Delaware County Daily Times (Chester, Pennsylvania) 29 Jan 1959

Redlands Daily Facts (Redlands, California) 1 Dec 1961

The New York Times (New York, NY) 27 May 1962

The New York Times (New York, NY) 5 Jan 1962

Daily News (New York, New York) 19 Dec 1965

The News (Paterson, New Jersey) 19 Jun 1965

The Daily Chronicle (Centralia, Washington) 2 Nov 1966

The Sacramento Bee (Sacramento, California) 19 Nov 1968

Daily News (New York, New York) 11 Oct 1971

Οι περισσότεροι τους αποκαλούν λαθρομετανάστες και θεωρούν ότι είναι εισβολείς. Κάποιοι άλλοι τους συμπονούν μεν, αλλά τους θεωρούν θύματα των διακινητών που εκμεταλλεύονται την ανάγκη τους και πλουτίζουν από αυτό.

Ενοχλημένοι ιδιαίτερα είναι οι κάτοικοι των νησιών που βρίσκονται απέναντι από τις τουρκικές ακτές. Γιατί το σημερινό δρομολόγιο προσφυγιάς είναι Τουρκία - Ελλάδα. Κάποτε όμως ήταν το ακριβώς αντίθετο. Από την Ελλάδα στην Τουρκία, με διακινητές, βάρκες, απωθήσεις, ναυάγια, πείνα και θάνατο

Οι αναλογίες είναι συγκλονιστικές και φέρνουν στην επιφάνεια μια ιστορική πραγματικότητα άγνωστη εν πολλοίς. Πως η προνομιακή θέση των νησιών που βρίσκονταν απέναντι από την ουδέτερη τότε Τουρκία σε σχέση με την ολοκληρωτικά ναζιστοκρατούμενη Ευρώπη έδινε την ευκαιρία σε πολλούς Έλληνες να αποτολμήσουν ένα –ακατανόητο για όσους δεν έχουν βρεθεί σε παρόμοια θέση - ταξίδι στο άγνωστο για να γλιτώσουν από την πείνα και τον πόλεμο. Ακριβώς σαν κι αυτό που κάνουν τώρα οι σημερινοί “λαθρομετανάστες”

Ο Σταύρος Τζίμας από την Καθημερινή, σε ένα άρθρο  του από το 2016, περιγράφει ένα τέτοιο ταξίδι, θυμίζοντας ότι η Ιστορία κάνει κύκλους. Κάποτε ήμασταν εμείς που βρεθήκαμε στην ανάγκη, τώρα είναι κάποιοι άλλοι και τίποτα δεν αποκλείει ότι θα ξαναβρεθούμε σε αυτή τη θέση – και θα πληρώνουμε διακινητές, θα δεχόμαστε δολοφονικές απωθήσεις, θα πνιγόμαστε στη θάλασσα.

Δυστυχώς, το μοναδικό πράγμα που φαίνεται πως μας διδάσκει η Ιστορία είναι πως εμείς οι άνθρωποι δεν διδασκόμαστε τίποτα από αυτήν

--------------------------------------

Η κηδεία έγινε καταμεσής του πελάγους. «Ένα παιδάκι από τα Καρδάμυλα ξεψύχησε. Ένας παπάς που ήταν πάνω στο καράβι τού διάβασε μια νεκρώσιμη ευχή και κατόπιν το πτώμα του ρίχθηκε στη θάλασσα…»

Ήταν Μεγάλη Πέμπτη, 2 Απριλίου 1942, όταν μια μεγάλη ομάδα Χιωτών έφυγε νύχτα για την Τουρκία με βάρκες. Ο πόλεμος και η πείνα τούς εξώθησαν σε φυγή «απέναντι» και από εκεί για τη Μέση Ανατολή.

Φθάνοντας στις τουρκικές ακτές στη Σμύρνη, οι τουρκικές αρχές τούς έβαλαν σε ένα λαθρεμπορικό καράβι με προορισμό την Κύπρο. Τριακόσια άτομα για πέντε ολόκληρα μερόνυχτα έπλεαν κάτω από δύσκολες συνθήκες προς το νησί της Αφροδίτης.

Πόσα άλλα παιδιά και πόσοι μεγαλύτεροι πέθαναν ή πνίγηκαν σε τέτοια ταξίδια απελπισίας;

Εβδομήντα χρόνια και πλέον μετά, σαν να μην άλλαξε τίποτα. Οι μαρτυρίες Ελλήνων οι οποίοι βίωσαν το δράμα της προσφυγιάς, καθώς αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου για να σωθούν, δεν διαφέρουν από αυτά που ζούμε, αντιστρόφως σήμερα, στις ίδιες θάλασσες, με θύματα πρόσφυγες και μετανάστες από περιοχές που την εποχή εκείνη βρέθηκαν σε ρόλο «οικοδεσπότη», όπως η Ελλάδα τώρα.

Αφηγήσεις που κατέγραψαν ντόπιοι ερευνητές, καταθέσεις κάποιων από τους ελάχιστους εν ζωή προσφύγων τότε στην «Κ», αλλά και αποκαλυπτικές εκθέσεις διπλωματικών υπηρεσιών που καταχωρίζονται, μεταξύ άλλων, στο υπό έκδοση βιβλίο με τίτλο «Τα παιδιά του Οδυσσέα» (Ψυχογιός) του αναπληρωτή καθηγητή Ιστορίας του ΑΠΘ κ. Ιάκωβου Μιχαηλίδη, συνθέτουν την εικόνα μιας τραγωδίας, με βάρκες, λαθρεμπόρους, μπαξίσια, ναυάγια, πείνα και θάνατο, πολύ θάνατο.   

Ο Γιώργος Μαραβέλης από την Καλλιμασιά της Χίου περιέγραψε αργότερα την περιπέτειά του.

«Ξεκινήσαμε από το Βότοπο με τα τρία παιδιά και τη γυναίκα μου. Η βάρκα του Μπελλέ ήταν γεμάτη. Για εισιτήρια του έδωκα τα σπαρμένα χωράφια που κρατούσα.

Μόλις βγήκαμε στην Τουρκία σ’ ένα παραθαλάσσιο σημείο, ήρθαν άλλες τρεις βάρκες με κόσμο. Εκεί μας πήραν μυρωδιά οι Τούρκοι. Φώναξαν τους βαρκάρηδες, τους έβγαλαν τα παπούτσια και τους χτυπούσαν στις πατούσες (σ.σ. φάλαγγα ). “Φτάνει πια”, φώναζαν οι βαρκάρηδες. Τους ακούγαμε. Οι Τούρκοι μάς ξανάβαλαν στις βάρκες για να γυρίσουμε πίσω. Ευτυχώς εκείνη τη νύχτα ήταν μπουνάτσα. Το νερό ήταν τέσσερα δάχτυλα κάτω απ’ τη βάρκα. Και λίγο κύμα να ‘χε θα πνιγόμαστε. Εβγήκαμε πίσω στο νησί, βρεγμένοι έως τα μπούνια και ήρθαμε με τα πόδια στο χωριό. Η πείνα όμως ήταν αβάσταγη. Γι’ αυτό έκαμα και δεύτερη απόπειρα. Επλέρωσα το βαρκάρη και του ‘πα “να με πας να με ‘φήκεις, όσο πιο μακριά μπορείς”. Νύχτα πάλι φτάσαμε σ’ ένα μέρος. Μισοκολύμπησα, έβαλα στον ώμο έναν έναν τους άλλους και τους ήβγαλα στη στεριά. Το πρωί μας βρήκαν οι Τούρκοι, άλλα αυτή τη φορά δεν μας έστειλαν πίσω. Μείναμε έξι μήνες στην Τουρκία και από εκεί πήγαμε στη Συρία και στη συνέχεια στο Κονγκό»

Ο κ. Δημήτρης Μελαχροινούδης, από τη Χίο, που έχει καταγράψει σε βιβλίο αφηγήσεις συγχωριανών του, λέει στην «Κ» πως «οι άνθρωποι τότε πέθαιναν από την πείνα, αναγκάζονταν να φύγουν για την απέναντι στεριά αναζητώντας κάτι καλύτερο. Η διακίνηση γινόταν με βάρκες και, για να φύγουν, έπρεπε να πληρώσουν κάποιο ποσό. Έδιναν ό,τι μπορούσαν, ένας έδωσε το χωράφι που καλλιεργούσε. Μερικοί ντόπιοι αγόραζαν βάρκες γι’ αυτή τη δουλειά».

Καθώς οι τουρκικές αρχές έστελναν πίσω ψαροκάικα και βάρκες με πρόσφυγες, ανάμεσά τους Άγγλοι και Έλληνες αξιωματικοί που έφευγαν για τη Μέση Ανατολή, η ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα προέβαινε σε διαβήματα προς την τουρκική κυβέρνηση, ενώ επιδίωκε τη συνδρομή της  Intelligence Service, αλλά και… τη βοήθεια Τούρκων λαθρεμπόρων. Σε έκθεσή του προς το υπουργείο Στρατιωτικών στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 1941, με αριθμό πρωτοκόλλου 361, ο τότε στρατιωτικός ακόλουθος Βασίλειος Αποκορίτης ανέφερε ότι συναντήθηκε ο ίδιος με Τούρκους λαθρεμπόρους, οι οποίοι τον βοήθησαν να καταστρώσει ένα σχέδιο διαφυγής. Σύμφωνα με το σχέδιο, θα ναυλώνονταν από τις ελληνικές αρχές πλοία έως πενήντα τόνων, με τουρκική σημαία και πλοιάρχους Τούρκους λαθρέμπορους, οι οποίοι θα φρόντιζαν για την ασφαλή μεταφορά των προσφύγων από τα ελληνικά νησιά, ιδιαίτερα τη Χίο και τη Σάμο, στην Κύπρο.

Τα πλοία θα ταξίδευαν με κανονικά έγγραφα για την εκτέλεση δήθεν εμπορίου μεταξύ Σμύρνης και Μερσίνας. Ως εκ τούτου, θα αναχωρούσαν από τη Σμύρνη και, αντί να κατευθυνθούν στη Μερσίνα, θα πήγαιναν αρχικά στη Σάμο και τη Χίο, όπου θα επιβίβαζαν όσους ήθελαν να διαφύγουν. Ακολούθως θα κατευθύνονταν στην Κύπρο, όπου θα τους περίμεναν οι αγγλικές αρχές. Η συγκεκριμένη «εμπορική» δραστηριότητα θα απέφερε στους λαθρεμπόρους και ένα μεγάλο χρηματικό ποσό ως αντίτιμο της συμμετοχής τους στην όλη επιχείρηση.

Ο Χρήστος Κάργας από τα Θυμιανά της Χίου αφηγήθηκε την τραγική ιστορία της οικογένειάς του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, οι γονείς του και τα δυο μικρά του αδέλφια από τη Σμύρνη, όπου είχαν καταφύγει με βάρκες, πλήρωσαν και μπήκαν σε ένα καράβι με προορισμό την Κύπρο. Όμως το καράβι προσέκρουσε σε ξέρα και βυθίστηκε, με αποτέλεσμα να πνιγούν και τα τέσσερα μέλη της οικογένειάς του. Μαζί τους επέβαιναν και πάνω από εκατό άλλοι πρόσφυγες. Οι γερμανικές αρχές κρατούσαν ακινητοποιημένες τη νύχτα τις βάρκες, όμως οι διακινητές είχαν κάποιες εφεδρικές κρυμμένες, και έτσι μετέφεραν κόσμο.

«Φύγαμε νύχτα με τους γονείς μου, τους θείους μου και άλλους συντοπίτες με βάρκα που κινούνταν με ενάμιση κουπί. Βγήκαμε στην ακτή, ανάψαμε φωτιά και την άλλη μέρα οι Τούρκοι μάς πήγαν σ’ ένα σπίτι. Φοβόμουν πολύ, είχε κύμα, ευτυχώς γλιτώσαμε», αφηγείται στην «Κ» η κ. Μαριάνθη Ανδρεάδη. Τότε ήταν έξι ετών… 

της Μαρίας Νάτση

 

«Ἀνήκω στοὺς λίγους ποὺ πιστεύουν πὼς ὑπάρχει μιὰ μεθοδολογία τοῦ ὀρθῶς πολιτικῶς σκέπτεσθαι, διότι ὑπάρχει καὶ ἕνας σταθερὸς ἀπόλυτος σκοπὸς πρὸς τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ κατευθύνεται ἡ πολιτικὴ πράξη, ὅσο θέλομε νὰ ἔχη νόημα καὶ ἀξία ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου» ... Κωνσταντίνος Τσάτσος

Το δίκαιο στις οργανωμένες πολιτείες  λειτουργεί  όχι μόνο ως μέτρο της πολιτικής πράξης αλλά και ως όριο της εξουσίας.

Τι γίνεται όταν αυτό χάνεται και η πολιτική εξουσία ασκείται χωρίς κανέναν ηθικό προσανατολισμό;

Η χώρα μας, όπως και πολλές άλλες, έχει υπογράψει το Δίκαιο της Θάλασσας, με θεμελιώδη αρχή  ότι κάθε άνθρωπος στη θάλασσα έχει δικαίωμα στη ζωή, ανεξάρτητα από εθνικότητα, θρησκεία , καθεστώς ή αν διαθέτει έγγραφα. Η υποχρέωση διάσωσης δεν είναι πράξη φιλανθρωπίας ούτε ζήτημα «καλής θέλησης», αλλά ρητή και αδιαπραγμάτευτη νομική υποχρέωση.

Η αποτροπή σκαφών που βρίσκονται σε κίνδυνο είναι πράξη παράνομη.  

Η εγκατάλειψη ανθρώπων στη θάλασσα είναι πράξη παράνομη.

Η επαναπροώθηση χωρίς εξέταση αιτήματος ασύλου και η χρήση βίας που θέτει σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή, είναι πράξεις παράνομες

 

 

Όταν κάποιος προσπαθεί να νομιμοποιήσει  αυτές τις πρακτικές καταργεί το ίδιο το κράτος δικαίου· και όταν οι νόμοι  παύουν να ισχύουν,  αυτό που απομένει δεν είναι η πατρίδα, αλλά η ζούγκλα.

Μέσα σε αυτό το κενό δικαίου αντηχούν οι φωνές μίσους πολιτικών «συνοριοφυλάκων», πρόθυμων να επιδείξουν σκληρότητα απέναντι σε ανυπεράσπιστους.. Οι ένθερμοι αυτοί υπερασπιστές της πατρίδας είναι βέβαιο ότι θα εξαντλήσουν όλη τη βαναυσότητα τους σε κάθε εξαθλιωμένο και αδύναμο που θα βρεθεί στο διάβα τους. Είναι όμως άλλο τόσο βέβαιο ότι, αν έρθει η ώρα να υπερασπιστούν αληθινά  την πατρίδα από έναν πραγματικό  εχθρό, ισχυρότερο από αυτούς, θα είναι οι πρώτοι που θα την παραδώσουν.

Αυτοί οι ιδιότυποι πατριώτες δεν φαίνεται να  ενοχλούνται με το ξεπούλημα της χώρας κομμάτι-κομμάτι σε όσους διαθέτουν τα χρήματα να την αγοράσουν. Μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2025 έχουν εκδοθεί 17.254 Golden Visa. Οι Τούρκοι έρχονται δεύτεροι στις αγορές ακινήτων μετά τους Κινέζους, με ιδιαίτερη προτίμηση στη Βόρεια Ελλάδα.

Εξίσου αδιάφοροι είναι και για το γεγονός ότι ο πληθυσμός της χώρας αναμένεται έως το 2050 να μειωθεί κατά 1,5 εκατομμύριο και ο αριθμός των ανθρώπων σε εργατική ηλικία (20-64 ετών) θα συρρικνωθεί δραματικά.

Και αυτό δεν οφείλεται στις βαρκούλες που καταφθάνουν από το Αιγαίο.

Οι γεννήσεις στην Ελλάδα έπεσαν κατακόρυφα από το 2021 και μετά — με σχεδόν 20% λιγότερα μωρά το 2024 σε σχέση με το 2021, ενώ  ο δείκτης γονιμότητας  είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη με περίπου 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, πολύ κάτω από το 2,1 που απαιτείται για σταθερό πληθυσμό. 

Όμως αυτά τα ζητήματα απαιτούν ριζικές αλλαγές και αληθινή κοινωνική πολιτική. Κι αυτό είναι δύσκολο. Πιο εύκολο είναι να φτιάχνεις εχθρούς και να μετατοπίζεις τη συζήτηση αλλού. Η ρητορική μίσους είναι εύκολη, εύπεπτη, αφομοιώνεται  χωρίς δυσκολία. Δεν απαιτεί προσπάθεια, δεν προϋποθέτει παιδεία. Δεν χρειάζεται καν σκέψη.

Η χώρα δεν απειλείται από τις βάρκες των εξαθλιωμένων, αλλά από την πολιτική επιλογή της εγκατάλειψης του δικαίου.

Οι πολιτικοί "συνοριοφύλακες" έθεσαν  μάλιστα ένα δίλημμα εξίσου φτωχό και αδιέξοδο με την πολιτική τους σκέψη:

«Είστε με τους λιμενικούς ή με τους διακινητές;» 

Κι ο νους μας στέκει για λίγο  γελώντας μπροστά σε αυτήν την παιδαριώδη κακοφτιαγμένη  παγίδα των λέξεων.

Όμως λίγο πιο κάτω  έρχεται αντιμέτωπος με το αληθινό δίλημμα της εποχής που μας καλεί να επιλέξουμε:

«Πολιτισμός ή Βαρβαρότητα;»

Αν ήταν ο γιος σου ...

Φεβρουαρίου 09, 2026

Στη φωτογραφία του Άγγελου Μπαράι από την Καθημερινή, βλέπουμε ένα από τα παιδιά που χτυπήθηκαν από το περιπολικό του Λιμενικού Σώματος.  Έναν “εισβολέα” κατά τη Μαρία Καρυστιανού, έναν “λαθρομετανάστη” κατά τον Άδωνι Γεωργιάδη, έναν από αυτούς που πρέπει να τους “μπουμπουνάμε” όταν δεν ανταποκρίνονται στο “Αλτ, τις ει;” σύμφωνα με τον Κυριάκο Βελόπουλο, έναν από αυτούς που πρέπει να πεθάνουν ή να τους κάνουμε τη ζωή κόλαση για να μην ξανάρθουν άλλοι σύμφωνα με το Θάνο Πλεύρη

Αυτό το παιδί, ίσως ψάχνει τους γονείς του, ίσως ψάχνει τα αδέρφια του και ίσως τελικά δεν βρει κανέναν από αυτούς. 

Το παρακάτω ποίημα γράφτηκε από τον Sergio Guttilla, δημοσιεύτηκε το 2018 σε ιταλικό διαδικτυακό περιοδικό και είναι αφιερωμένο σε 100 μετανάστες, οι οποίο πνίγηκαν λίγο έξω από την Ιταλία, περιμένοντας κάποιο πλοίο να τους σώσει. Η μετάφραση είναι του Andonis Theocharis Kioukas (Πηγή: ο κλόουν)

 

Αν ήταν ο γιος σου

θα γέμιζες την θάλασσα

με όλα τα πλοία του κόσμου.

Θα ήθελες όλοι μαζί, μυριάδες,

να γινόμασταν μια γέφυρα

να περπατήσει πάνω μας

και να περάσει απέναντι.

 

Αν ήταν ο γιος σου

δεν θα τον άφηνες μόνο του ποτέ.

Θα σκίαζες προσεκτικά το πρόσωπό του

να μην το κάψει ο ήλιος.

Θα τον τύλιγες στην αγκαλιά σου

να μη μουσκέψει από την αλμύρα της θάλασσας.

 

Αν ήταν ο γιος σου,

θα βούταγες στα κύματα,

θα τα βαζες με τον ψαρά που δεν σας

ανεβάζει στη βάρκα του.

Θα φώναζες για βοήθεια,

θα χτυπούσες τις πόρτες της εξουσίας

 

για να αξιώσεις τη ζωή του.

Αν ήταν ο γιος σου,

σήμερα θα ήσουν βυθισμένος στο πένθος,

θα 'φτανες να μισήσεις τον κόσμο,

για τα δεμένα πλοία στα λιμάνια,

για αυτούς που σας κρατούν μακριά,

και για κείνους που σε λίγο,

θα καλύψουν τα ουρλιαχτά με θαλασσινό νερό.

 

Αν ήταν ο γιος σου,

θα τους έλεγες απάνθρωπους, δειλούς,

θα τους έφτυνες.

Θα έπρεπε τότε να βρουν τρόπο να σε σταματήσουν, να σε κρατήσουν, να σε αποκλείσουν

γιατί η ανεξέλεγκτη οργή σου θα σε έκανε

να τους πάρεις μαζί σου στο βυθό της ίδιας θάλασσας.

 

Αλλά μείνε ήσυχος, στο ζεστό σου σπιτάκι

δεν είναι ο γιος σου… δεν είναι ο γιος σου…

Μπορείς να κοιμηθείς ήσυχα

και πάνω από όλα ασφαλής.

Δεν είναι ο γιος σου.

Είναι απλώς ένα παιδί της χαμένης ανθρωπιάς,

ένα παιδί της βρόμικης ανθρωπότητας, που δεν κάνει θόρυβο.

Δεν είναι ο γιος σου… Δεν είναι ο γιος σου…

Κοιμήσου ήσυχος, φυσικά

δεν είναι ο δικός σου.

 

Όχι ακόμα…

 

 

 

του Γιάννη Μακριδάκη

 

Το πουλάκι μου, μόνο στην αγκαλιά μου ησύχαζε. Ήτανε παγωμένο και έτρεμε σύγκορμο το κορμάκι του. Μόνο μάμι μάμι έλεγε, ούτε να κλάψει δεν είχε κουράγιο πια. 

Είναι σε σοκ, μου είπε η κοπελιά με την άσπρη ρόμπα, που το είχε βάλει πριν από λίγα λεπτά στον αξονικό τομογράφο. Σε μεγάλο σοκ. Για αυτό δεν κούνησε καθόλου, ήτανε σαν μαρμαρωμένο στον αξονικό και τελειώσαμε γρήγορα. Έχει τραυματιστεί στον αυχένα. Κρατήστε το, αν θέλετε, να το παρηγορήσετε, αφού μόνο στην αγκαλιά σας ηρεμεί.

Το κράτησα, τι να έκανα.

Το πουλάκι μου

Εγώ βρέθηκα εκεί από τύχη. Μια ξαφνική αδιαθεσία με έστειλε στα επείγοντα εκείνη τη νύχτα. Εβδομηνταδύο χρόνων γυναίκα είμαι, φοβήθηκα, μένω και κοντά στο νοσοκομείο. Πήγα να με κοιτάξουνε. Έχω πάει κι άλλες φορές και ξέρω πόσο καλοί και εξυπηρετικοί είναι οι άνθρωποι εκεί. Με ηρεμούνε και φεύγω.

Προχτές όμως δεν πρόλαβαν να με εξετάσουνε. Ξαφνικά, εκεί που περίμενα τη σειρά μου, αρχίσανε να καταφτάνουνε τα φορεία.

Το ένα μετά το άλλο.

Τα σπρώχνανε άνθρωποι με τα ρούχα τους τα σπιτικά, όχι με ρόμπες.

Στην αρχή δεν κατάλαβα τι είχε γίνει, νόμιζα πως γινήκανε πολλά τρακαρίσματα μαζεμένα. Μετά είπανε για ναυάγιο.

Γέμισε στο λεφτό το νοσοκομείο. Άσπρες ρόμπες, πράσινες ρόμπες, πασούμια, φορεία, ανθρώπους που τρέχανε, ανθρώπους που βογγούσανε και κλαίγανε, παιδάκια πολλά, αχ τα πουλάκια μου. Ήτανε όλα τραυματισμένα και κλαίγανε τα ματάκια τους και φωνάζανε μάμι μάμι.

Πώς βρέθηκε άξαφνα μέσα στην αγκαλιά μου αυτό το μικρό αγοράκι, ούτε που το κατάλαβα.

Μου είχε περάσει η αδιαθεσία. Την είχα ξεχάσει δηλαδή. Σηκώθηκα μέσα σε όλον αυτόν τον μαύρο χαμό, για να βοηθήσω κι εγώ. Να κάνω ό,τι μπορούσα. Βοηθούσανε κι άλλοι άνθρωποι που ήταν εκεί. Άλλωστε και αυτοί που σπρώχνανε τα φορεία δεν ήξερες αν ήτανε νοσοκομιακοί ή άλλοι ανθρώποι που ήρθανε για βοήθεια. Με τα ρούχα τους, σαν που είχανε έρθει μέσα στη νύχτα από τα σπίτια τους, σπρώχνανε.

Πού είναι η μανούλα σου αγάπη μου, το ρωτούσα. Ποια είναι η μανούλα σου ψυχή μου;

Δεν καταλάβαινε το πουλάκι μου. Μονάχα με κοιτούσε με τα υγρά του ματάκια και ψέλλιζε μάμι μάμι.

Ευτυχώς, το τραύμα του στον αυχένα δεν ήτανε βαρύ. Εγώ το πήγα το πουλάκι μου στην Παιδιατρική κλινική. Εγώ το έβαλα στο κρεβατάκι που του δώσανε.  Μου το άφησε η κοπελιά, η γιατρίνα, έξω από τον αξονικό τομογράφο και έφυγε τρέχοντας για να βάλει ένα άλλο παιδάκι μέσα, για ακτίνες. Μου είπε αφού σας λέει μαμά, κρατήστε το λίγο να το παρηγορήσετε. Το κράτησα, τι να κάνα. Σαν το εγγονάκι μου να 'τανε. Αλλά τότε θα ήξερα ποια είναι η μανούλα του και θα της το πήγαινα. Ο εγγονός μου είναι δεκαπέντε χρονών αλλά όταν ήτανε μικρός, έτσι τον είχα κι αυτόνε στην αγκαλιά μου όταν έλειπε η κόρη μου στη δουλειά της.

Μόλις άδειασε η αναπηρική καρέκλα, που φέρανε το άλλο παιδάκι για τις ακτίνες, είπα στον νοσοκόμο να κάτσουμε πάνω το πουλάκι μου και να το πάμε στην Παιδιατρική. Το έκατσα στην καρέκλα και του κρατούσα σε όλη τη διαδρομή το χεράκι του. Του έλεγα μη φοβάσαι αγάπη μου, μη φοβάσαι ψυχή μου, θα τη βρούμε τη μανούλα σου. Ο νοσοκόμος έσπρωχνε την αναπηρική με βήμα ταχύ, κι εγώ λάφαξα. Δεν μπορούσα όμως να μείνω πίσω. Έπρεπε να του κρατώ το χεράκι του και να του λέω πως θα τη βρούμε τη μανούλα του, για να είναι ήσυχο. Με κοιτούσε μέσα στα μάτια το πουλάκι μου συνέχεια.

Μόλις το βάλαμε στο κρεβάτι το σκέπασα με τα σκεπάσματα. Του τα κλείδωσα σφιχτά κάτω από το κορμάκι του, το πήρα μια σφιχτή αγκαλιά, του χάιδεψα τα μαλλάκια του και το φίλησα στο μέτωπο. Είπα την προσευχή μου και τρέξανε τότε για πρώτη φορά και τα δικά μου τα μάτια. Του έβρεξα τα μαγουλάκια του με τα δάκρυά μου. Θεέ μου μεγαλοδύναμε βοήθησε το κορμάκι Σου αυτό. Δεν έχει φταίξει σε τίποτα. Και όλα τα άλλα παιδάκια Σου Θε μου βοήθησέ τα απόψε.

Κοιμήθηκε το πουλάκι μου εξαντλημένο αμέσως. Ησύχασε η πνοούλα του.

Έφυγα από το νοσοκομείο ράκος

Αλλά η ψυχή μου ήτανε και είναι ακόμα στον ουρανό. Έτσι θα ναι και η ψυχή των γιατρών και των νοσοκόμων, σίγουρα. Θα πετάει στον ουρανό περήφανη για όλα αυτά που προσφέρανε.

 Έμαθα πως ήτανε δώδεκα τέτοια αθώα παιδάκια μέσα στη βάρκα και δύο μες στην κοιλιά των μαμάδων τους που δεν άντεξαν. Από τα δώδεκα ζωντανά, ένα σκοτώθηκε και ένα το ψάχνουνε ακόμα, μέσα στην παγωμένη θάλασσα. Η μαμά του είναι στην εντατική, χαροπαλεύει. Τι θα γίνουνε αυτοί οι άνθρωποι; Τι θα γίνουμε όλοι μας Θεέ μου;

Μα πώς έγινε αυτό το κακό; Δεν είναι άνθρωποι με ψυχή αυτοί που το κάνανε.

Έκανα δύο μέρες να συνεφέρω από την υπερένταση και να κατέβει η ψυχή μου από τα ουράνια. Χτες τηλεφώνησα στο νοσοκομείο και έμαθα πως είναι καλύτερα το πουλάκι μου. Τη μαμά του γυρεύει, μου είπε η νοσοκόμα.

Μάλλον σκοτώθηκε η μανούλα του. Σήμερα θα βάλω τα δυνατά μου, θα πάρω στα χέρια την ψυχή μου, ένα κουτάκι γλυκά, αναψυκτικά και ένα παιχνίδι, ένα αεροπλανάκι που έπαιζε μαζί του πριν λίγα χρόνια ο εγγονός μου και θα πάω στο νοσοκομείο, να το ξαναδώ το πουλάκι μου.

Να δω, θα με θυμηθεί;

Πιο καλά να μη με θυμηθεί.

 

Σελίδα 1 από 3

Youtube Playlists

youtube logo new

atticavoicepodcasts

atticavoiceyoutube

rafnews

rafdoumentaries

Χρήσιμα

farmakia

HOSPITAL

youtube logo new

© 2022 Atticavoice All Rights Reserved.