Σεπτεμβρίου 13, 2026
    " Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
    Τίποτα παραπάνω από το ότι
    319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
    Και από τους θεατές περιμένουμε
    Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                                   Μπρεχτ

    Με αφορμή τη σκανδαλώδη απόφαση της FIFA να αναστείλει την τιμωρία του Αμερικανού ποδοσφαιριστή Φολαρίν Μπάλογκαν, δίνοντάς του το δικαίωμα να αγωνιστεί κανονικά στη νοκ άουτ αναμέτρηση των ΗΠΑ με το Βέλγιο για τη φάση των «16» του Παγκοσμίου Κυπέλλου, μετά από ωμή τηλεφωνική παρέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ στον πρόεδρο της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο, ο Άρης Χατζηστεφάνου από το Infowar γράφει για τα Μουντιάλ των δικτατόρων

    Από την Ιταλία του Μουσολίνι το 1934 μέχρι την Αργεντινή του Βιδέλα το 1978. Και στις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ το 2026. Με διαφορετικές τεχνικές κάθε φορά οι αυταρχικές εξουσίες χρησιμοποίησαν το θεσμό του Μουντιάλ ως αθλητικό πλυντήριο προκειμένου να προβάλλουν «το μεγαλείο και τα επιτεύγματά» τους και να κρύψουν τις δολοφονικές πρακτικές τους. Όπως άλλωστε το είχε κάνει και ο Αδόλφος Χίτλερ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936

    Και, συμπληρώνοντας το συλλογισμό του Αρη Χατζηστεφάνου, αν ψάξουμε περισσότερο θα βρούμε και άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις. Και όχι μόνο αυταρχικών καθεστώτων, αλλά τυπικά δημοκρατικών που θέλησαν να εκπέμψουν μια εικόνα καθεστωτικής επιτυχίας μέσω των επιτυχιών των αθλητών τους. Επιτυχιών που προέκυψαν με διάφορους τρόπους. Όπως οι επιτυχίες της Ελλάδας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 που θέλησαν να περάσουν ως πραγματικότητα το μύθο της "ισχυρής Ελλάδας" του Κώστα Σημίτη  - ένα μύθο που λίγα χρόνια μετά κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος

    ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

    του Άρη Χατζηστεφάνου

    Ήταν μόλις στη δεύτερη διοργάνωση του Παγκόσμιου Κυπέλλου που η FIFA υποτάχθηκε σε ένα φασιστικό καθεστώς. Το 1934, ο Μπενίτο Μουσολίνι είδε στο Μουντιάλ την ευκαιρία να διατρανώσει σε διεθνές επίπεδο την ανωτερότητα του καθεστώτος του, συνδέοντάς το με το αθλητικό ιδεώδες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επειδή μάλιστα δεν άφηνε τίποτα στην τύχη, φρόντισε να ορίσει ο ίδιος τους διαιτητές στους αγώνες της Εθνικής Ιταλίας, τους οποίους μάλιστα φρόντιζε να τραπεζώνει ακόμη και μία μέρα πριν από τους αγώνες. Η προκλητική μεροληψία αρκετών διαιτητών υπέρ της Ιταλίας ήταν τόσο εξόφθαλμη, ώστε σε ορισμένους αφαιρέθηκε η άδεια άσκησης επαγγέλματος μόλις επέστρεψαν στην πατρίδα τους.

    Το 1978, όταν ήρθε η σειρά του δικτάτορα της Αργεντινής, Χόρχε Βιδέλα, να φιλοξενήσει τον ανώτερο θεσμό του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, το στήσιμο των αγώνων ήταν λιγότερο εξόφθαλμο, αλλά πολύ πιο σκοτεινό και (κυριολεκτικά) δολοφονικό. Στον κρίσιμο ημιτελικό με το Περού, η Αργεντινή έπρεπε να κερδίσει με διαφορά τεσσάρων γκολ μια χώρα που τότε βρισκόταν στο απόγειο της ποδοσφαιρικής διαδρομής της. Όπως έχει καταγγείλει ο Περουβιανός γερουσιαστής Τζενάρο Λεντέσμα, ο Βιδέλα συμφώνησε ότι θα αναλάμβανε να εξαφανίσει πολιτικούς αντιφρονούντες της δικτατορίας του Περού (πιθανότατα με την προσφιλή πρακτική του να τους πετάει ζωντανούς από αεροπλάνα στον Ατλαντικό Ωκεανό) με αντάλλαγμα να χάσει η Εθνική στον αγώνα.

    Προκειμένου μάλιστα να μην υπάρχουν αμφιβολίες ότι το μήνυμα θα έφτανε και στον τελευταίο παίκτη του Περού, ο Βιδέλα τούς επισκέφτηκε στα αποδυτήρια λίγο πριν από την έναρξη του αγώνα μαζί με έναν εκλεκτό καλεσμένο – τον μάγο της αμερικανικής διπλωματίας, Χένρι Κίσινγκερ (ο ίδιος δήλωνε ότι δεν θυμάται το περιστατικό). Το να σε επισκεφτεί ο δικτάτορας της αντίπαλης χώρας, λίγο πριν ο διαιτητής σφυρίξει την έναρξη του αγώνα είναι αρκετά πιεστικό. Το να έχει μαζί του και τον σύμβουλο εθνικής ασφαλείας της χώρας που οργάνωνε τα πραξικοπήματα, τα παραστρατιωτικά τάγματα θανάτου και τα βασανιστήρια στο πλαίσιο της Eπιχείρησης Κόνδορας έδινε άλλη έννοια στη φράση «κρίσιμος αγώνας». Τελικά το Περού «κατάφερε» να ηττηθεί με 6-0 από την Αργεντινή.

     

    Το αθλητικό πλυντήριο

    Ασχέτως των τεχνικών που χρησιμοποιήθηκαν, οι διοργανώσεις Παγκόσμιων Κυπέλλων από αυταρχικά καθεστώτα ακολουθούσαν πάντα τους βασικούς κανόνες του sports-washing: η διοργανώτρια χώρα προβάλλει το μεγαλείο και τα επιτεύγματά της, ενώ με τη βοήθεια της (πάντα πρόθυμης) FIFA, κρύβει κάτω από το χαλί την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Ρωσία το 2018 και το Κατάρ το 2022 ακολούθησαν την ίδια πρακτική με διαφορετικά επίπεδα επιτυχίας (κυρίως λόγω της στάσης που κράτησαν απέναντί τους τα δυτικά ΜΜΕ).

    Ανήκει όμως ο Τραμπ σε αυτή την κατηγορία των αυταρχικών ή εν δυνάμει δικτατορικών ηγετών τύπου Μουσολίνι και Βιδέλα που θα επιδοθεί σε αθλητικό ξέπλυμα; Η απάντηση δεν είναι τόσο προφανής.

    Στο βιβλίο του «Red Card» ο ακαδημαϊκός και συγγραφέας Τζουλς Μπόικοφ παρουσιάζει τον πολιτικό έρωτα του Αμερικανού προέδρου με τoν πρόεδρο της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο, σαν μια στροφή προς τον φασισμό. Παρ’ όλα αυτά, ο Τραμπ παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα: στη συγκεκριμένη διοργάνωση προβάλλει συστηματικά όλα τα στοιχεία που τον κάνουν αντιπαθή σε διεθνές επίπεδο. Ο αποκλεισμός διαιτητών και παικτών από την Αφρική, οι πολύωρες ανακρίσεις παικτών από τη Μέση Ανατολή και την Ασία, τα συνεχή καψόνια στην εθνική αποστολή του Ιράν και η απαγόρευση εισόδου σε φιλάθλους που είχαν κλείσει εισιτήρια και διαμονή εδώ και μήνες δεν δείχνουν έναν ηγέτη που θέλει να βελτιώσει την εικόνα του μέσω μιας μεγάλης αθλητικής διοργάνωσης. Ακόμη και ο Βιδέλα είχε διακόψει, έστω και προς στιγμήν, τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις αντιφρονούντων, ενώ ο Χίτλερ επέτρεψε την είσοδο μαύρων και Εβραίων αθλητών από το εξωτερικό στους Ολυμπιακούς του 1936 – ήταν μάλιστα η εθνική αποστολή των ΗΠΑ, που τελικά απομάκρυνε δύο δικούς της Εβραίους δρομείς, για να μη δυσαρεστήσει τη ναζιστική Γερμανία.

    Ίσως τελικά, η σημαντικότερη διαφορά είναι ότι όλα τα προηγούμενα αυταρχικά καθεστώτα που συνεργάστηκαν με τη FIFA βρίσκονταν στο απόγειο της ισχύος τους. Αντίθετα ο Τραμπ είναι γεωπολιτικά ηττημένος (από το Ιράν και όχι μόνο), πολιτικά ημιθανής (με τα χαμηλότερα ποσοστά δημοτικότητας στη σύγχρονη Ιστορία) και οικονομικά ανεπαρκής (με τον πληθωρισμό να καλπάζει και τη φούσκα της Τεχνητής Νοημοσύνης έτοιμη να σκάσει). Το Παγκόσμιο Κύπελλο βρίσκει την αμερικανική αυτοκρατορία σε μια περίοδο παρακμής στην οποία δεν αναζητά καν την έξωθεν καλή μαρτυρία, αλλά πιστεύει ότι μπορεί να επιβάλει τη θέλησή της σε όλο τον κόσμο με συγκαλυμμένη ή ωμή βία.

     

     

    Σήμερα είναι ο τελικός του Champions League. Κάποτε θα αποτελούσε για μένα μεγάλο γεγονός, το πιο πιθανό ;όμως είναι ότι δεν θα τον παρακολουθήσω.

    Όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, άλλαξε και το ποδόσφαιρο κι εγώ φαίνεται πως δε στάθηκα ικανός να παρακολουθήσω τις αλλαγές αυτές και να συντονιστώ μαζί τους

    Έχω μείνει σε μια άλλη εποχή, τότε που δεν υπήρχε υπερπαραγωγή και υπερπροσφορά του προϊόντος και όλα ήταν πιο χαλαρά.

    Όταν έβγαιναν πραγματικά αρτίστες του θεάματος και όχι υπεραθλητές και όταν ο σκοπός της νίκης πολλές φορές υποχωρούσε μπροστά στο θέαμα που προσέφεραν.

    Όταν δεν χρειαζόταν να ρωτήσεις τι ώρα παίζεται το κάθε παιχνίδι γιατί όλα τα παιχνίδια του πρωταθλήματος παίζονταν την ίδια ώρα την Κυριακή.

    Όταν οι ελληνικές ομάδες αποτελούνταν από Έλληνες παίχτες που έπαιζαν για πολλά χρόνια στις ομάδες τους, ταυτίζονταν με αυτές και έκαναν και τον οπαδό να ταυτιστεί μαζί τους.

    Όταν το παιχνίδι κάθε χώρας είχε τη δική του ποδοσφαιρική ταυτότητα και κάθε παιχνίδι μεταξύ ομάδων από διαφορετικές χώρες ήταν μια σύγκρουση διαφορετικών ποδοσφαιρικών σχολών.

    Όταν δεν υπήρχε το Στοίχημα που μετέτρεψε τους θεατές σε παίχτες και έκανε αυτοσκοπό το αποτέλεσμα.

    Όταν οι αμοιβές των ποδοσφαιριστών δεν συνιστούσαν κοινωνική πρόκληση και όταν τους ποδοσφαιριστές – για τους κορυφαίους μιλάμε – μπορούσες να τους συναντήσεις μέσα στον απλό κόσμο.

    Όταν το ποδόσφαιρο μαθαινόταν στις αλάνες από παιδιά που το αγαπούσαν και ζούσαν γι αυτό και όχι στις σημερινές ακαδημίες-παιδομαζώματα όπου το κάθε παιδί αντιμετωπίζεται σαν μια επένδυση από τους γονείς τους, τους μάνατζερ και την ομάδα.

    Όταν οι ποδοσφαιριστές δεν αποτελούσαν προϊόντα προς αγορά και πώληση μέσα σε φακέλους μανατζαραίων.

    Όταν οι ποδοσφαιριστές δεν διαφήμιζαν πατατάκια, σαμπουάν και σώβρακα

    Όταν οι ομάδες διοικούνταν από ανθρώπους πλούσιους μεν, που αγαπούσαν όμως το ποδόσφαιρο και δεν το έβλεπαν σαν άλλη μια επένδυση.

    Όμως, όπως λέει και το τραγούδι,  «Η ζωή αλλάζει, δίχως να κοιτάζει τη δικιά σου μελαγχολία / Κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις»

    Κι έτσι κι εγώ το άφησα το ποδόσφαιρο. Πού και πού ακούω κάτι για Γιαμάλ, για Εμπαπέ και για κάποιους άλλους. Ενδιαφέρουσες περιπτώσεις, αλλά μέχρι εκεί. Έμαθα ότι η Ίντερ απέκλεισε την Μπαρτσελόνα στα ημιτελικά του Champions League μετά από δύο εκπληκτικά όπως ειπώθηκε παιχνίδια.

    Ούτε αυτό μου έκανε εντύπωση. Ώσπου διάβασα για τον ήρωα της πρόκρισης αυτής, τον Φραντσέσκο Ατσέρμπι, μέσα από ένα κείμενο του δημοσιογράφου Βασίλη Βασιλείου και συνειδητοποίησα ότι ακόμη το ποδόσφαιρο μπορεί να κρύβει ιστορίες που συγκινούν. Ιστορίες αποτυπωμένες κυριολεκτικά πάνω στο ανθρώπινο δέρμα

     

    Το 2012 έχασε τον πατέρα του. Αυτό τον κατέστρεψε.

    Λίγους μήνες μετά υπογράφει συμβόλαιο με την ομάδα της καρδιάς του, τη Μίλαν.

    Ωστόσο το μυαλό του είχε «χαλάσει». Η απώλεια τον επηρέασε, έπιασε πάτο. Κατάθλιψη.

    Βρίσκει διέξοδο στο αλκοόλ.

    «Άρχισα να πίνω. Ειλικρινά, έπινα τα πάντα».

    Η παρουσία του στη Μίλαν αποδείχθηκε σύντομη, το αλκοόλ δεν του επέτρεψε να δείξει το ταλέντο του.

    Μοιραία φεύγει από το Μιλάνο, πάει στη Σασουόλο.

    Πριν όμως υπογράψει, περνά τα καθιερωμένα ιατρικά τεστ.

    Καρκίνος στον αριστερό όρχι. Σοκ.

    Εκείνος όμως είναι μαχητής. Δεν το βάζει κάτω και σύντομα πατά ξανά χορτάρι.

    Τα δύσκολα δεν είχαν περάσει όμως.

    Κάποιους μήνες αργότερα, ο καρκίνος τον «χτυπά» και πάλι. Αυτή τη φορά στον δεξιό όρχι.

    Ο καρκίνος ωστόσο είχε διαλέξει λάθος αντίπαλο, χάνει ξανά!

    «Ο καρκίνος μου έσωσε τη ζωή». Ατάκα που τη διαβάζεις κι απορείς.

    Κι όμως, η ζωή του από τότε που συναντήθηκε με την «αρρώστια» μπήκε σε σωστό δρόμο.

    Η περιπέτεια του έδωσε ξανά έναν λόγο να παλέψει.

    Να παλέψει με εξίσου σκοτεινούς δαίμονες. Το αλκοόλ, την κατάθλιψη.

    Ένας μαχητής δεν τα βάζει ποτέ κάτω. Εκείνος δεν τα έβαλε.

    Επέστρεψε ακόμη πιο δυνατός στα γήπεδα. Πρώτα με τη Σασουόλο, μετά με τη Λάτσιο.

    Βασικός και αναντικατάστατος στην ομάδα του Σιμόνε Ιντσάγκι, έγινε ένας από τους κορυφαίους αμυντικούς στο Καμπιονάτο.

    Έπειτα ήρθαν οι κλήσεις από την Εθνική. Το 2021 κατακτά το Euro.

    Ο Ιντσάγκι φεύγει από τη Λάτσιο, πάει Ίντερ. Το 2022 τον «φωνάζει» δίπλα του.

    Αρχικά πάει για να κάνει τα ρεπό των βασικών. Εκείνος περισσότερο έμοιαζε με ρεζέρβα. Ήταν 34 άλλωστε.

    Σύντομα τους έβγαλε όλους κουτούς. Έγινε ξανά βασικός. Στο τέλος της σεζόν η Ίντερ φτάνει στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ.

    Απέναντι στη Μάντσεστερ Σίτι του Γκουαρδιόλα. Αουτσάιντερ.

    Μα αουτσάιντερ ήταν και απέναντι στον καρκίνο.

    Εξαφανίζει τον Χάαλαντ, δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα.

    Στις λεπτομέρειες η ομάδα του χάνει. Αλλά εκείνος το πήρε προσωπικά και έδωσε υπόσχεση ότι θα επιστρέψει.

    Στα 37 πλέον ξέρει ότι δεν θα έχει άλλη ευκαιρία.

    Η Ίντερ προηγείται 2-0 στο ημίχρονο του ημιτελικού, εκείνος σε όλο το ματς φωνάζει, παλεύει, το ζει!

    Ξέρει ότι πλησιάζει σε έναν ακόμη τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ..

    Η Μπαρτσελόνα όμως κάνει την ανατροπή. Όπως ο καρκίνος επέστρεψε για δεύτερη φορά.

    Το 2-0 στο ταμπλό έγινε 2-3 στο 87’. Ο χρόνος πλέον κυλούσε αφάνταστα γρήγορα.

    Ο αγώνας έμοιαζε με τελειωμένη υπόθεση. Μα δεν υπάρχει τίποτε αδύνατο για αυτόν που θα προσπαθήσει.

    Πέντε λεπτά καθυστερήσεις. Το ρολόι έδειχνε 92:30.

    Έπρεπε να βγει μπροστά. Ή τώρα ή ποτέ! Η σέντρα του Ντάμφρις ήταν η τελευταία ευκαιρία.

    Μήτε το αλκοόλ τον έριξε κάτω. Μήτε η κατάθλιψη. Τον καρκίνο τον κέρδισε δύο φορές!

    Δεν έβλεπε κανένα. Ούτε αμυντικούς, ούτε τερματοφύλακες.

    37 ετών, 20 χρόνια καριέρας. Ούτε ένα γκολ στο Τσάμπιονς Λιγκ.

    Μα δεν υπάρχει τίποτε αδύνατο για αυτόν που προσπαθεί.

    Μα δεν υπάρχει τίποτε αδύνατο για τον Φραντσέσκο Ατσέρμπι.

    Ο Αργεντινός τεχνικός Μαρσέλο Μπιέλσα βρίσκεται αυτό τον καιρό στο τιμόνι της εθνικής ομάδας της Ουρουγάης και πριν από λίγες ημέρες την οδήγησε σε μεγάλη νίκη-πρόκριση επί της Εθνικής Βραζιλίας στο Copa America. Και, αντί, στη συνέντευξη Τύπου, να αυτοθαυμαστεί και να περιαυτολογήσει, όπως συνήθως κάνουν οι νικητές, αυτός προτίμησε να παραδώσει μαθήματα σύνεσης, αλλά και φιλοσοφίας.

    Ο Μαρσέλο Μπιέλσα γνωρίζει καλά την ψυχολογία του όχλου. Πόσο εύκολα παρασύρεται αυτός και πόσο εύκολα αλλάζει ρότα. Ξέρει καλά πως σήμερα κάποιος μπορεί να είναι ήρωας, και αύριο κυνηγημένος. Από τους ίδιους μάλιστα ανθρώπους που προηγουμένως τον αποθέωναν. Όπως ο ίδιος έχει πει «Κανείς δεν είναι μαζί σου για να σε βοηθήσει να κερδίσεις, αλλά όλοι είναι μαζί σου αν κερδίσεις. Είναι νόμος της ζωής»

    Και όταν χάσεις, είσαι μόνος, προσθέτουμε εμείς. Όπως το διαπίστωσε με δραματικό τρόπο ο Μπιέλσα το Φεβρουάριο του 1992, όταν οι φανατικοί οπαδοί της Νιούελς Ολντ Μπόις, της ομάδας που προπονούσε τότε ο Μπιέλσα,  είχαν την φαεινή ιδέα να επισκεφτούν με άγριες διαθέσεις τον προπονητή της ομάδας τους στο σπίτι του, ύστερα από μία βαριά ήττα. Εκεί συνειδητοποίησαν από πρώτο χέρι γιατί ο Μπιέλσα ονομάζεται El loco (ο Τρελός), όταν άνοιξε την πόρτα και, με μια χειροβομβίδα στο χέρι (!), τους απείλησε: «Αν δεν φύγετε τώρα αμέσως, βγάζω την περόνη και σας την πετάω». Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν η χειροβομβίδα ήταν αληθινή, η καταγραφή του γεγονότος όμως δείχνει  πολλά για τον εκρηκτικό και ασυμβίβαστο χαρακτήρα του

    Στην πραγματικότητα βέβαια, ο El Loco,  μόνο τρελός δεν είναι. Απλά σε ένα κόσμο που έχει μάθει  να λατρεύει το χρήμα και το σκοπό, αυτός ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες το γάλα.

    Είναι χαρακτηριστικό πως όταν προπονούσε την αγγλική ομάδα της Λιντς, τον Απρίλιο του 2019, σε έναν καθοριστικής σημασίας αγώνα με την Άστον Βίλα, η ομάδα του έβαλε γκολ, ενώ ένας παίκτης της αντίπαλης ομάδας ήταν πεσμένος κάτω λόγω τραυματισμού. Ο Μπιέλσα, τότε, διέταξε τους ποδοσφαιριστές του να καθίσουν να δεχθούν ένα γκολ. Και, όντως, έτσι έγινε. Και όπως αποδείχθηκε τελικά, το γκολ αυτό στοίχισε την απευθείας άνοδο στη Λιντς, η οποία αναγκάστηκε να την διεκδικήσει στα playoffs, όπου την έχασε

    Ας επιστρέψουμε όμως στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε, όπου εκεί αναφέρθηκε στο σύγχρονο ποδόσφαιρο που έχει γίνει μπίζνα και στην καταστροφή που θα επιφέρει όλη αυτή η εμμονή με το χρήμα στο άθλημα των φτωχών, όπως είπε χαρακτηριστικά

     

    «Το ποδόσφαιρο αποκτά όλο και περισσότερους θεατές, αλλά γίνεται ολοένα και λιγότερο ελκυστικό. Αυτά που έκαναν αυτό το παιχνίδι το καλύτερο παιχνίδι του κόσμου είναι αυτά που σήμερα δεν τους δίνουμε καμία σημασία. Μετά αυτή η διαδικασία θα τελειώσει.

    Δεν έχει σημασία πόσος κόσμος παρακολουθεί το άθλημα εάν δεν διασφαλίσουμε ότι ο κόσμος θα έχει κάτι ευχάριστο για να παρακολουθήσει και το μόνο που θα επωφεληθεί θα είναι οι μπίζνες. Γιατί αυτούς τους νοιάζει πόσος κόσμος θα παρακολουθήσει.

    Αλλά σε λίγα χρόνια οι παίκτες που θα αξίζουν να καθίσεις να τους παρακολουθήσεις θα είναι λιγότεροι και το προϊόν θα είναι λιγότερο απολαυστικό. Αυτή η τεχνητή αύξηση θεατών θα τελειώσει.

    Το ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο πέντε λεπτά με highlights. Το ποδόσφαιρο είναι περισσότερα από αυτό. Είναι μια πολιτισμική έκφραση, ένας τρόπος ταυτοποίησης. To ποδόσφαιρο κανονικά ανήκει στον απλό κόσμο. Ήταν πάντα η διέξοδος των φτωχών. Μπορεί να μην είχαν πολλούς τρόπους στη ζωή τους για να νιώσουν ευτυχισμένοι αλλά είχαν αυτό για να χαρούν. Σήμερα δεν το έχουν πλέον. Κατά πάσα πιθανότητα υπάρχουν Ουρουγουανοί που κοιτάνε μόνο τις καλύτερες στιγμές των αγώνων της εθνικής, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με την αίσθηση που μας επέτρεψε να ερωτευτούμε έναν λαό με το πιο χαρακτηριστικό σημάδι αναγνώρισης που έχει, το ποδόσφαιρο.

    Θεωρώ ότι πρέπει να αγνοήσουμε το μοτίβο που μας προτείνουν, όπου η αντιπαράθεση, η κατηγορία, η αποφασιστικότητα εκείνου που είναι ένοχος, γίνεται εμμονή που δυσχεραίνει την ατμόσφαιρα στην οποία θα έπρεπε να παίζεται κανονικά το ποδόσφαιρο»

     

    Συνήθως η παρακμή έρχεται σιγά-σιγά και δεν είναι αποτέλεσμα ενός μόνο γεγονότος. Μία όμως ημερομηνία έχει χαραχτεί βαθιά στη μνήμη των ποδοσφαιρόφιλων και αυτή είναι η 5η Ιουλίου του 1982, όταν η πειθαρχημένη και κυνική Ιταλία νικούσε και απέκλειε τη μαγική ομάδα της Βραζιλίας των Σόκρατες, Ζίκο, Φαλκάο, Έντερ, Σερέζο, Ζούνιορ, Σερζίνιο και τόσων άλλων, ίσως την τελευταία μεγάλη ομάδα που έβγαλε η χώρα του Πελέ

    Ο κυνισμός της Ιταλίας έβαλε τέλος σε αυτό που ονομάζαμε «βραζιλιάνικο στυλ ποδοσφαίρου. Από δω και στο εξής, μόνο ο σκοπός θα είχε σημασία. «Είναι το μόνο παιχνίδι που δεν είδα ποτέ ξανά, δεν ήθελα και δεν θέλω. Είχαμε ομαδάρα και παίζαμε με χαρά, το απολαμβάναμε. Το ποδόσφαιρο όπως το ξέραμε πέθανε εκείνη την ημέρα», ήταν τα λόγια του Σόκρατες χρόνια μετά…

    Και ύστερα ήρθε η Ευρώπη που άρχισε να αγοράζει όλα τα μεγάλα νοτιοαμερικάνικα ταλέντα. Όλη σχεδόν η μεγάλη βραζιλιάνικη ομάδα του 1982 ανέβηκε στην Ευρώπη. Και αυτό συμβαίνει μέχρι και σήμερα

    Ο Μπιέλσα μίλησε και γι αυτή την κατάρα που στερεί από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής τα μεγάλα ταλέντα τους και αυτό είναι κάτι που αντανακλά και στα αποτελέσματα των Εθνικών τους ομάδων.

     

    "Παλιά ήταν ένα άλλο ποδόσφαιρο, ειδικά στη Νότια Αμερική...

    Και δείτε πόσο ενδιαφέρον είχε, αν θυμάστε τον σχηματισμό της Σάο Πάολο στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα ήταν όλοι παίκτες της Εθνικής Βραζιλίας που έπαιζαν στο πρωτάθλημα της Βραζιλίας!

    Δείτε τι έπαθε το φτωχό νοτιοαμερικανικό ποδόσφαιρο... Ραί, Ρομπέρτο Κάρλος, Ρονάλντο, Καφού, έφυγαν στην Ευρώπη, αλλά πριν πάνε στην Ευρώπη, πρόλαβαν και άφησαν το στίγμα τους στην Βραζιλία.

    Φανταστείτε λοιπόν τι συνέβη στο ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο είναι μια δημοφιλής ιδιοκτησία πλέον... οι φτωχοί έχουν πολύ μικρή πρόσβαση στην ευτυχία, επειδή δεν έχουν χρήματα να την αγοράσουν και το ποδόσφαιρο, επειδή είναι δωρεάν, τους την έδινε αυτή την ευτυχία ανέκαθεν.

    Αυτό το ποδόσφαιρο, που είναι ένα από τα λίγα πράγματα που κράτησε την ελπίδα των φτωχότερων, δεν δίνει πια αυτή την ευτυχία. Γιατί στην ηλικία των δεκαεφτά ετών, ο Έντρικ και ο Εστεβάο, ήδη φεύγουν στην Ευρώπη, χωρίς να τους χαρεί η Βραζιλία ...”

     

    Δεν έχει αλλάξει μόνο το ποδόσφαιρο. Μαζί με αυτό έχουν αλλάξει και οι ποδοσφαιριστές. Παλιά οι ποδοσφαιριστές ήταν κομμάτι του λαού. Σήμερα είναι super stars, ζούνε  σε χρυσά κλουβιά, οδηγούν super cars, μετακινούνται με ιδιωτικά αεροπλάνα, κάνουν διακοπές σε χλιδάτα γιωτ. Όπως ο συμπαθής κατά άλλα Κώστας Τσιμίκας που ανεβάζει στο Instagram την εντυπωσιακή του Lamborghini. Γιατί όχι; Μήπως τα έκλεψε, όπως λένε οι θαυμαστές του. Λες και αυτό είναι το θέμα

    Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Άντριαν Μούτου, όταν αναφέρεται στις πρώτες μέρες του στην Ίντερ

     

    "Όταν έφτασα στην Ίντερ, είχα μια Alfa Romeo, έμενα σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο Duomo.

    Μπαίνω στον αυτοκινητόδρομο, ο Βιέρι φτάνει από πίσω με τη Ferrari, με κοιτάζει, αρχίζει να γελάει και φεύγει.

    Φτάνω μετά από δεκαπέντε λεπτά και ήθελα να παρκάρω το αυτοκίνητό μου μέσα στην Pinetina, έρχεται κάποιος που ήταν εκεί και μου λέει ότι μόνο Ferrari και Lamborghini μπορούσαν να παρκάρουν εκεί και ότι έπρεπε να παρκάρω στο τρίτο πάρκινγκ.

    Όταν έφτασα σπίτι, τηλεφώνησα στον ατζέντη μου και τον ρώτησα πότε θα έφτανε ο πρώτος μισθός, γιατί στην Ίντερ παίζεις μόνο με Ferrari και Lamborghini"

     

    Ο Άντριαν Μούτου δεν ήταν από τους τυχερούς, δεν άντεξε την υπερέκθεση και όσα φέρνει πλέον όλο αυτό το star system και δεν είχε την πορεία που προδιέγραφε το πλούσιο ταλέντο του. Κάποιοι άλλοι όμως, είναι πιο ανθεκτικοί. Μπορούν και το παλεύουν πολύ καλύτερα και αρμέγουν τη χρυσή αγελάδα όσο δεν πάει. Θα διαφημίσουν πατατάκια, σαμπουάν, ακόμη και σώβρακα όπως κάνει τώρα το νέο μεγάλο αστέρι της Εθνικής Αγγλίας, ο Μπέλιγχαμ. Και  όταν γεράσουν, δε θα αποσυρθούν εύκολα. Θα πάνε στη Σαουδική Αραβία, στο Κατάρ, στις ΗΠΑ και θα αρπάξουν όσα μπορούν, χωρίς να σεβαστούν τον πρότερο ποδοσφαιρικό εαυτό τους. Λες και το έχουν ανάγκη

    Βέβαια, υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις ,όπως αυτή του Γερμανού Τόνι Κρόος , ο οποίος  σ αυτό το Euro κρέμασε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια

     

    ''Είναι μια καλή ηλικία για να αποσυρθώ. Δεν θα έπαιζα ποτέ στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα ή το Κατάρ.

    Ξεκίνησα αυτό το ταξίδι σαν ένα παιδί που παίζει μπάλα και τελειώνω ως ένας από τους ποδοσφαιριστές που κέρδισαν το Παγκόσμιο Κύπελλο, το Τσάμπιονς Λιγκ και τίτλους πρωταθλήματος.

    Δεν μπορώ να κακομεταχειριστώ τον εαυτό μου παίζοντας μέχρι τα σαράντα μου χρόνια, έχω κερδίσει πολλά, οπότε για να έχω κερδίσει όλα αυτά, έζησα ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα, ας απολαύσω την συνταξιοδότηση μου"

     

    Αυτές οι λίγες εξαιρέσεις είναι που κάνουν ακόμη ανεκτή την ποδοσφαιρική πραγματικότητα. Γι αυτές τις λίγες εξαιρέσεις αξίζει ακόμη να ασχολείσαι. Για τον Μπιέλσα, για τον Κρόος. Αλλά και για παλιότερες. Όπως αυτή του Μαραντόνα, του Ερίκ Καντονά, του Ζινεντίν Ζιντάν. Και για όποιον άλλο τρελό ξεφυτρώσει κάποια στιγμή και ταράξει έστω και για λίγο τα ήρεμα και αδιάφορα νερά του ποδοσφαιρικού βάλτου των ημερών μας

     

    Πηγές

    https://www.newsbeast.gr/sports/arthro/9190452/mountial-1982-to-90lepto-pou-teleiose-to-podosfairo-opos-to-xerame

    https://www.facebook.com/search/top?q=dieci

    https://www.ratpack.gr/sports/story/34969/o-marselo-mpielsa-xestomise-tin-pio-skliri-alitheia-gia-to-sygxrono-podosfairo

    https://www.gazzetta.gr/football/copa-america/2350734/mpielsa-podosfairo-ginetai-ligotero-elkystiko-kai-perissotero-mpizna

    Σήμερα πανηγυρίζει όλη η Ελλάδα. Εντάξει, δεν πανηγυρίζει όλη, αλλά σίγουρα ένα μεγάλο μέρος της. Την Κυριακή πάλι, πανηγύρισε άλλο ένα μεγάλο μέρος της Ελλάδας. Πριν από δέκα ημέρες, ήταν η Θεσσαλονίκη που ζούσε στιγμές μεγαλείου.

    Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, είχε πει κάποτε ο Καρλ Μαρξ. Δεν είχε ανακαλυφθεί βλέπεις ακόμη το ποδόσφαιρο … το μπάσκετ … η τηλεόραση

    Σήμερα η Ελλάδα πανηγυρίζει. Και η «Ελεύθερη Ώρα» έχει στο πρωτοσέλιδό της τον πολυπράγμονα Βαγγέλη Μαρινάκη ντυμένο ως Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τρανταχτό μήνυμα, όπως λέει, προς το «διευθυντήριο των Βρυξελλών» του ότι οι Έλληνες δεν σκύβουν το κεφάλι

    Και τελικά, έχουμε καταλάβει για ποιο πράγμα μιλάμε; Γιατί ακριβώς πανηγυρίζουμε;

    Μιλάμε για ομάδες χρυσοπληρωμένων – κυρίως ξένων – μισθοφόρων που σήμερα είναι και αύριο δεν είναι στην ομάδα, όπως ακριβώς ήταν οι μισθοφόροι του Μεσαίωνα και των Σταυροφόρων ή οι Γενουάτες μισθοφόροι του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ή οι Έλληνες μισθοφόροι του Μωάμεθ του Β’ του Πορθητή

    Μιλάμε για ανθρώπους που μόνο για τη χθεσινή νίκη θα μοιραστούν πέντε εκατομμύρια ευρώ (!) και την ίδια στιγμή αποθεώνονται από ανθρώπους που με το ζόρι επιβιώνουν

    Μιλάμε για προέδρους που – ο κόσμος το’ χει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι – θα έπρεπε να βρίσκονται στη φυλακή, όχι μόνο για ένα , αλλά για πολλά και βαριά αδικήματα. Για προέδρους που χρησιμοποιούν τις ομάδες τους για να εκλέγουν δημάρχους και να πιέζουν κυβερνήσεις. Για προέδρους που ελέγχουν Μέσα Ενημέρωσης, που παίζουν με «χαμένες πατρίδες», που ως άλλοι μαφιόζοι χρηματοδοτούν, ελέγχουν και κατευθύνουν στρατιές τραμπούκων για την επίτευξη των στόχων τους όταν τα υπόλοιπα μέσα δεν επαρκούν, που σε κάθε ήττα της ομάδας τους πυροδοτούν το μίσος ενάντια στις άλλες ομάδες και τους διαιτητές, αποπροσανατολίζοντας τους τρελούς οπαδούς τους και αποσείοντας από πάνω τους κάθε ευθύνη

    Μιλάμε για οπαδούς που δρουν, όχι μόνο στα γήπεδα, αλλά και στους δρόμους ως εγκληματικές συμμορίες σπέρνοντας τον τρόμο και το θάνατο. Για οπαδούς που κατευθύνονται από αρχηγούς που έχουν ισχυρές προσβάσεις στην ομάδα, με πλήθος ανταλλαγμάτων από την ομάδα για τη δράση τους

    Μιλάμε για ένα πρωτάθλημα – ίσως το μοναδικό στον κόσμο - που διεξάγει τους αγώνες του με ξένους διαιτητές. Για ένα πρωτάθλημα – πάλι ίσως το μοναδικό στον κόσμο - που δεν μπορεί να διοργανώσει έναν τελικό Κυπέλλου παρουσία φιλάθλων και το κάνει με άδειες εξέδρες. Και παρόλο που στον πρόσφατο τελικό δεν υπήρχαν οπαδοί των ομάδων, η Γαλλίδα διαιτητής κινδύνευσε με ξυλοδαρμό

    Μιλάμε για «δημοσιογράφους» που με τη σειρά τους φανατίζουν τον κόσμο και τον βομβαρδίζουν με κάθε είδους άσχετη πληροφορία, αληθινή ή ψεύτικη.

    Μιλάμε για μία κυβέρνηση που για να διεξάγει ένα διεθνή αγώνα, χρειάστηκε να μετατρέψει μια μεγάλη περιοχή της Αθήνας σε Κατεχόμενη Ζώνη

    Και κάπου εκεί στο βάθος, κρύβεται ο τζόγος, το Στοίχημα. Ίσως η πηγή και η αιτία όλων 

    Για όλα αυτά πανηγυρίζουμε σήμερα.

    Πάντοτε υπήρχαν οι αρένες. Αλλά στους καιρούς της αθλιότητας, είναι πολύ πιο αναγκαίες. Αλλά και πολύ πιο θλιβερές.

    Και αυτά τα γράφει κάποιος που αγαπάει - ή μάλλον αγαπούσε - το ποδόσφαιρο και είχε μεγαλώσει με αυτό

    Σήμερα είναι ο τελικός του Μουντιάλ. Ενός Μουντιάλ που διεξάγεται για πρώτη φορά παραμονές Χριστουγέννων, στο δυστοπικό κράτος του Κατάρ των πάσης φύσεως διακρίσεων. Ενός Μουντιάλ που γίνεται στο μέσο της ερήμου μέσα σε κλιματιζόμενα στάδια που για την κατασκευή τους βρήκαν το θάνατο χιλιάδες εργάτες. Ενός Μουντιάλ που, όπως όλοι υποπτευόμασταν και πλέον έχουμε και τις αποδείξεις, αγοράστηκε με τα πετροδολάρια των εμίρηδων.

    Όλα αυτά βέβαια δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από ένα απλό επεισόδιο στο μακρύ σήριαλ του εκφυλισμού ενός αθλήματος που αποτελούσε κάποτε μέρος της λαϊκής διασκέδασης και ψυχαγωγίας. Ο μεγάλος διανοητής Εντουάρντο Γκαλεάνο, εκτός από αριστερός, ήταν και Λατινοαμερικάνος, που σημαίνει ότι λάτρευε το ποδόσφαιρο. Ανάμεσα στα δεκάδες βιβλία που έγραψε, είναι και  "Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως". Γραμμένο το 1995, είναι ένα γοητευτικό και πολυδιαβασμένο βιβλίο που απευθύνεται όχι μόνο σε ποδοσφαιρόφιλους, αλλά σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, μιας και η τεράστια επιρροή του ποδοσφαίρου δεν γίνεται να μην αγγίζει πολλές πτυχές της κοινωνικής και πολιτικής ζωής των ανθρώπων

    Από το βιβλίο αυτό παραθέτουμε δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα που δείχνουν το βαθύ προβληματισμό του συγγραφέα σχετικά με τον εκφυλισμό του πάλαι ποτέ λαϊκού αθλήματος

     

    «Η ιστορία του ποδοσφαίρου είναι ένα θλιβερό ταξίδι από το πηγαίο στο αναγκαίο. Καθώς το ποδόσφαιρο κατέληξε να γίνει βιομηχανία, εξορίστηκε σιγά σιγά η ομορφιά που πηγάζει από την απόλαυση να παίζεις και μόνο.

    Στον κόσμο μας σήμερα, το επαγγελματικό ποδόσφαιρο καταδικάζει οτιδήποτε άχρηστο, και είναι άχρηστο οτιδήποτε δεν αποφέρει κέρδος. Κανείς δεν κερδίζει από αυτή την τρέλα που κάνει τον άντρα να γίνεται για λίγο παιδί, να παίζει δηλαδή όπως παίζει ένα πιτσιρίκι με το τόπι του ή μια γάτα με ένα κουβάρι μαλλί· μπαλαρίνα που χορεύει πετώντας στον αέρα ένα ελαφρύ μπαλόνι, μάλλινο κουβάρι που κυλά αβίαστα: να παίζει χωρίς να ξέρει καν ότι παίζει, χωρίς σκοπό, χωρίς χρονόμετρο και χωρίς διαιτητή.

    Το παιχνίδι έχει μετατραπεί σε θέαμα, σε ποδόσφαιρο προς θέαση, με λίγους πρωταγωνιστές και πολλούς θεατές, και αυτό το θέαμα έχει γίνει μια από τις πλέον κερδοφόρες οικονομικές δραστηριότητες παγκοσμίως. Οργανώνεται όχι για να γίνει παιχνίδι αλλά για να εμποδιστεί να είναι παιχνίδι. Η τεχνοκρατία του επαγγελματικού αθλητισμού έχει επιβάλει ένα ποδόσφαιρο ταχύτητας και δύναμης, που απαρνείται τη χαρά, σκοτώνει τη φαντασία και απαγορεύει την τόλμη.

    Ευτυχώς, εμφανίζεται ακόμα στα γήπεδα, αν και περιστασιακά, κάποιο τολμηρό αγρίμι που ξεφεύγει από το πλάνο, και διαπράττει το σφάλμα να τα βάλει με ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα, τον διαιτητή και το κοινό στις κερκίδες, για την απόλαυση και μόνο του κορμιού, που ορμά στην απαγορευμένη περιπέτεια της ελευθερίας»

     

     

    «Έχετε μπει ποτέ σε άδειο γήπεδο; Κάντε μια δοκιμή. Σταθείτε στη μέση του σταδίου κι αφουγκραστείτε. Το γήπεδο κάθε άλλο παρά άδειο είναι. Και οι κερκίδες δεν είναι καθόλου βουβές.

    Στο Ουέμπλεϊ ακούγονται ακόμα οι φωνές από το Μουντιάλ του ’66, όταν κέρδισε η Αγγλία, όμως αν αφουγκραστείτε καλύτερα, θα μπορέσετε να ακούσετε το απαρηγόρητο κλάμα του ’53, όταν οι Ούγγροι νίκησαν την αγγλική ομάδα.

    Το Στάδιο Σεντενάριο του Μοντεβιδέο αναστενάζει νοσταλγικά για τις ένδοξες μέρες του ποδοσφαίρου της Ουρουγουάης.

    Το Μαρακανά εξακολουθεί να θρηνεί τη βραζιλιάνικη ήττα στο Μουντιάλ του ’50. Στo Μπομπονέρα του Μπουένος Άιρες ηχούν τα τύμπανα που χτυπούσαν μισό αιώνα νωρίτερα.

    Από τα βάθη του Σταδίου Αζτέκα ακούς την ηχώ των τελετουργικών ύμνων του αρχαίου μεξικανικού παιχνιδιού με την μπάλα.

    Το τσιμέντο του Καμπ Νου της Βαρκελώνης μιλά καταλανικά, και οι κερκίδες του Σαν Μαμές στο Μπιλμπάο μιλούν βασκικά.

    Στο Μιλάνο, το φάντασμα του Τζουζέπε Μεάτσα βάζει γκολ, και το στάδιο που φέρει το όνομά του δονείται.

    Ο τελικός του Μουντιάλ του ’74, όπου κέρδισε η Γερμανία, επαναλαμβάνεται νύχτα μέρα στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου.

    Το στάδιο του βασιλιά Φαχντ στη Σαουδική Αραβία έχει θεωρείο από μάρμαρο και χρυσάφι και οι κερκίδες είναι στρωμένες με μοκέτα, αλλά δεν έχει μνήμη, ούτε τίποτα ιδιαίτερο να πει».

     

    Εντουάρντο Γκαλεάνο «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως»

    Σελίδα 1 από 2

    Youtube Playlists

    youtube logo new

    atticavoicepodcasts

    atticavoiceyoutube

    rafnews

    rafdoumentaries

    Χρήσιμα

    farmakia

    HOSPITAL

    youtube logo new

    © 2022 Atticavoice All Rights Reserved.