" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                               Μπρεχτ

Ο Αντώνης  Μπαρμπαγιάδης, γνωστός στο πανελλήνιο πλέον ως «Ο Αδιευκρίνιστος», δεν είχε διαβάσει ποτέ του ούτε μισό βιβλίο, ακόμα και την εποχή που πούλαγε βιβλία για να ζήσει και που -τουλάχιστον- θα έπρεπε να έχει μία ιδέα για το ίδιο του το εμπόρευμα. Με ευφάνταστα ευφυολογήματα και κραυγές,  παρουσίαζε το εμπόρευμα του στα σπίτια και στον δρόμο, σε γνωστούς και αγνώστους. Και το έκανε τόσο καλά που πάντα είχε πελατεία. Πελατεία που αγόραζε ακόμα και αν δε διάβαζε τα βιβλία που αγόραζε. Τους τα είχε άλλωστε παρουσιάσει ο Αντώνης τόσο καλά, με μισοψέμματα και μισοαλήθειες, που δεν χρειάζονταν να τα διαβάσουν πια. Μόνο να τα αγοράσουν, να ζήσει κι ο Αντώνης και τα αδέλφια του.

Η μόνη επαφή του Αντώνη Μπαρμπαγιάδη με τα γράμματα ήταν  μια ο κατάλογος μίας μικρής  ταβέρνας στη Μπενάκη προς τον Στρέφη, όπου προσπαθούσε να διαβάσει το μενού, συνήθως μπερδεύοντας τα παϊδάκια με το μοσχάρι. Όμως, ο Αντώνης είχε ένα μοναδικό χάρισμα: μιλούσε ακατάπαυστα, με ύφος χιλίων καρδιναλίων, και πίστευε ακράδαντα πως ό,τι δεν καταλάβαινε, δεν υπήρχε καν. Μπορεί να κενολογούσε και ο λόγος του να ήταν ασυνάρτητος, δίχως περιεχόμενο, ακόμα και ασύντακτος και ίδιος με έκθεση μόνιμου υπαξιωματικού της εποχής της χούντας, όμως το κοινό του τον θαύμαζε. Στο κοινό του άρεσε  ο λόγος του Αντώνη που ήταν γεμάτος από Α και ΟΥ. Ήταν εύκολος, χωρίς νόημα και δεν χρειαζόταν να καταλάβει το περιεχόμενο του.

Πώς κατέληξε υπουργός στην κυβέρνηση του φίλου του του Βούλη, κανείς δεν μπόρεσε να το εξηγήσει με ακρίβεια. Ήταν μια κυβέρνηση της αρπαχτής και  δύο ταχυτήτων. Οι υπουργοί δηλαδή, χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες: σ' αυτούς που έκλεβαν με κομψότητα, φορούσαν (και φοράνε) γραβάτες και μιλούσαν για ευρωπαϊκά κονδύλια, κι σ' αυτούς σαν τον Αντώνη, που έβαζαν την τσέπη τους απευθείας στο ταμείο του κράτους με τη φυσικότητα ανθρώπου που απλώνει το χέρι του στο καλάθι με τα φρούτα στη λαϊκή. Με τόση φυσικότητα που κανείς δεν μπορούσε να τον υποψιαστεί ή και να τον κατηγορήσει για κάτι παράνομο.

Στα τρία μόλις χρόνια της θητείας του, ο Αντώνης κατάφερε να χτίσει τρεις βίλες, να αποκτήσει δύο θωρακισμένα τζιπ και να κάνει καταθέσεις σε τράπεζες της Ελβετίας που θα ζήλευε ακόμα και γόνος πολιτικής οικογένειας που κάποτε ο Αντώνης κατακεραύνωνε αλλά τώρα υπηρετούσε τυφλά, μέχρι την τελευταία εμφυτευμένη τρίχα στο κεφάλι του.

Όταν έσκασε το σκάνδαλο, ο κόσμος ξεσηκώθηκε. Οι εφημερίδες έγραφαν πρωτοσέλιδα «Πού τα βρήκε;», «Το πάρτι του Αδιευκρίνιστου», «Στον τοίχο οι κλέφτες». Ο εισαγγελέας, άνθρωπος που φοβόταν τη σκιά του περισσότερο κι από τους προϊσταμένους του, κάλεσε τον Αντώνη σε απολογία.

— Κύριε Μπαρμπαγιάδη, του λέει ο δικαστικός με τρεμάμενη φωνή, έχουμε εδώ  πέρα πέντε εκατομμύρια ευρώ σε υπεράκτιες εταιρείες. Από πού προέρχονται; Ποιος σας τα έδωσε;

Ο Αντώνης τον κοίταξε με ύφος προσβεβλημένης παρθένας, σήκωσε τα χέρια ψηλά και είπε την ιστορική του ατάκα:

— Κύριε πρόεδρε, που να σας εξηγώ τώρα. Θα πάρει ώρα. Ας πούμε πως αυτά τα λεφτά είναι αδιευκρίνιστα , αφού ούτε εγώ που ξέρω τόσα πολλά, δεν μπορώ να τα εξηγήσω. Μπορεί να τα κέρδισα στο Τζόκερ που είχα παίξει πρόπερσι στο πρακτορείο του Εσπρέσο στα Ζωνιανά, μπορεί να μου τα έδωσε η θεία μου από την Νιγηρία  που πέθανε και άφησε διαθήκη στο πόδι…..  Ποιος είμαι εγώ που ενώ ξέρω τόσα πολλά, να ξέρω και τα μυστικά του σύμπαντος;

Ο λειτουργός της Δικαιοσύνης, θεώρησε την απάντηση πέρα για πέρα πειστική. Αφού ήταν αδιευκρίνιστα, πάει να πει πως δεν αποδεικνύεται κάποιου είδους  ενοχή. Έτσι κήρυξε το τέλος, την παύση της έρευνας, την αρχειοθέτηση της, και καλήνυχτα σας.

Την επομένη, ο Αντώνης βγήκε ακόμα μία από τις χιλιάδες φορές, στο πειραματικό κανάλι της τηλεόρασης. Ήταν κατακόκκινος -αλλά φαινόταν φαιός στην ασπρόμαυρη τηλεόραση- από τον θυμό, ή από την πίεση ή μάλλον από το πολύ φαΐ, και κουνούσε το δάχτυλο στον τηλεθεατή σα να του χρωστούσε λεφτά.

— Συνέλληνες και Συνελληνίδες! ούρλιαζε ο Αδιευκρίνιστος στην κάμερα. Είμαι καθαρός! Πιο καθαρός κι από κρυστάλλινο ποτήρι! Ό,τι διαβάσατε ή ακούσατε για εμένα τον τελευταίο καιρό  είναι συκοφαντίες των πολιτικών μου αντιπάλων που θέλουν να πλήξουν την αδιάφθορη πορεία μου και την τεράστια προσφορά μου στην πατρίδα! Ποιοι είναι αυτοί που με κατηγορούν; Αυτοί που ζηλεύουν τη δόξα μου!

Δίπλα του, ο υπουργός Οικονομικών —ένας κύριος που είχε πιαστεί με τρεις offshore στο όνομα της πεθεράς του που ήταν όμως μίας συννυφάδας της στο Καμερούν— κούναγε συγκαταβατικά το κεφάλι του, συμπληρώνοντας:

— Ο φίλος μου ο Αντώνης Μπαρμπαγιάδης είναι υπόδειγμα ηθικής. Αν είχε πάρει έστω ένα ευρώ παράνομα, θα το είχαμε διαβάσει στην εφημερίδα. Το ότι βρέθηκαν εκατομμύρια στους λογαριασμούς του είναι απλώς μια συγκυρία, μια θεϊκή ευλογία, μια οικονομική ανωμαλία του συστήματος, μία επίθεση στον υβριδικό πόλεμο που κάνουν οι κομουνιστές εναντίον μας. Είναι κάτι που  δεν αφορά την αδιαμφισβήτητη εντιμότητα του.

Και κάπως έτσι, με θράσος που άγγιζε τα όρια της επιστημονικής φαντασίας, οι υπουργοί μας έβγαζαν τρελό τον κόσμο. Ο κόσμος έξω αναστέναζε, πλήρωνε φόρους αλλά του έλεγαν πως «δεν είναι αυτό που νομίζει». Μετρούσε τα ψιλά για το ψωμί, κι αυτοί μέσα από τα παράθυρα της τηλεόρασης τους κουνούσαν το κεφάλι συμφωνώντας πως η «εισαγόμενη» ακρίβεια είναι μεγάλο πρόβλημα. Αποδεικνύοντας έτσι ακόμα μία φορά περίτρανα πως στην Ελλάδα της κονόμας, ο πιο έξυπνος δεν είναι αυτός που ξέρει γράμματα, αλλά αυτός που καταφέρνει να βαφτίζει το κρέας ψάρι, την ακρίβεια εισαγόμενη και τη μίζα... αδιευκρίνιστο.

Αυτά όλα συνέβαιναν πριν πολλές δεκαετίες στην τότε κατεστραμμένη από τον πόλεμο χώρα που ο πληθυσμός της μετανάστευε αφήνοντας την στους "Αντώνηδες". Σήμερα δεν υπάρχουν τέτοιοι τύποι σαν τον Αντώνη τον Μπαρμπαγιάδη ή τον ομόσταυλο του, τον φίλο του, τον Λάκη τον Βαρίδη που έγραψε και αυτός τα δικά του κεφάλαια στην ελληνική ποιμενική ιστορία.

Ευτυχώς δηλαδή γιατί δεν θα αντέχαμε τόση πολλή κοροϊδία

_____

Η εφημερίδα ΣΚΡΑΠ ήταν μία βραχύβια έκδοση που διαδέχθηκε την εφημερίδα ΣΚΡΙΠ όταν αυτή έκλεισε το 1963

Νιώθω πολύ άσχημα όταν μαζεύεται τόσος κόσμος μπροστά μου, με στριμώχνει και με αρχίζει στις ερωτήσεις. Και τι ερωτήσεις! «Από που είσαι;», «Πως βρέθηκες εδώ;», «Ποιος σε παράτησε εδώ;», «Σε ξήλωσαν με βία ή έφυγες μόνο σου;», «Πόνεσες όταν σε ξήλωσαν;»,  και άλλα πολλά, μα πάρα πολλά. Άσε δε και τη μουρμούρα που με αναστατώνει, όταν μιλάνε μεταξύ τους οι άνθρωποι: «Το είδα που το έφεραν με ένα αγροτικό», «Μπα… εδώ ήταν, δεν το έφεραν. Την περασμένη εβδομάδα το πέταξε ένας  χοντρός». «Τι λες, δεν ήταν χοντρός. Είδα έναν κοντό που το έσερνε», «Όχι, άλλο είδες. Αυτό το έφερε ο χοντρός» και άλλα τέτοια, ψιθυριστά, μουρμουριστά ή και φωναχτά, όταν η διαφωνία για το ποιος με έφερε και με πέταξε εδώ, δεν κατέληγε σε συμφωνία. Βλέπετε, δεν έχω στόμα για να τους φωνάξω να με αφήσουν ήσυχο. Μας φτιάχνουν χωρίς στόμα, χωρίς φωνή, εμάς τα καλοριφέρ. Άλλωστε μας φτιάχνουν για να ζεσταίνουμε τους ανθρώπους, όχι για να τους πιάνουμε κουβέντα….

Ξέρω, μπερδευτήκατε. Λογικά θα έχετε μείνει με το στόμα ανοιχτό, να χάσκει σαν τη σπηλιά του Νταβέλη. Δεν πιστεύετε πως ένα θερμαντικό πάνελ (όπως είναι το όνομα μου σύμφωνα με τον κατασκευαστή μου) σας μιλάει και μάλιστα γκρινιάζει για την οχλαγωγία των ανθρώπων που μαζεύτηκαν γύρω του, ένα κρύο πρωινό της Άνοιξης. Πρέπει μάλλον να σας εξηγήσω τώρα, γιατί δεν αντέχω να σας βλέπω με την απορία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα σας. Καθήστε λοιπόν αναπαυτικά και θα προσπαθήσω να σας πω την ιστορία μου, όσο πιο απλά και κατανοητά γίνεται.

Με έφτιαξαν κάτι Τούρκοι εργάτες, το 2015 νομίζω, σε ένα εργοστάσιο στο Elbantag, κοντά στην Ankara. Ο διευθυντής τους ήταν Γερμανός και από αυτόν μάθαμε εμείς τα καλοριφέρ, πως δεν λεγόμαστε radyatör, όπως μας  έλεγαν αυτοί που μας έφτιαξαν, αλλά panel. Αυτός ο άνθρωπος, ο διευθυντής,  είχε πολύ υψηλή μόρφωση. Τέλος πάντων. Μόλις μας έφτιαξαν, μας έβαλαν σε ένα κουτί το καθένα και περιμέναμε σε μία μεγάλη αποθήκη τη μοίρα μας, δηλαδή περιμέναμε να μας φορτώσουν και να μας πάνε σε κάποιο μέρος του κόσμου όπου θα πιάναμε δουλειά. Η δουλειά μας δεν ήταν άλλη από το να ζεσταίνουμε τον κόσμο όταν αυτός κρύωνε, τις νύχτες ή και τις μέρες του χειμώνα. Εγώ ήμουν τυχερό panel. Με έστησαν σε ένα σπίτι στη Ραφήνα, μία παραθαλάσσια πόλη της Αττικής, στην Ελλάδα. Δηλαδή προοριζόμουν για ελαφριά δουλειά και το κατάλαβα αυτό όταν με μετέφεραν με ένα φορτηγό, που ο οδηγός του μου τραγουδούσε καθώς με ξεφόρτωνε «Δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα, κρύο δεν έκανε ποτέ».

Ελαφριά δουλειά. Ξεκούραστη. Λίγες ώρες να γεμίζεις με ζεστό νερό, να φουντώνεις και μετά να σε κόβει ο θερμοστάτης, αφού σε ένα μισάωρο έπιανε τους είκοσι βαθμούς ο χώρος. Σκεφτόμουν τα αδέλφια μου που τα έστειλαν μακριά, στη Νορβηγία και τη Σουηδία, ακόμα και στη Ρουμανία. Εκεί μάθαινα πως δεν σταματούσαν να δουλεύουν, όλη μέρα. Ενώ εγώ, μαζί με τα άλλα καλοριφέρ του κτηρίου μας (γιατί καλοριφέρ μας έλεγαν πια), ίσα που προλαβαίναμε να ανάψουμε και αμέσως κάναμε το διάλειμμα μας. Ζωή και κότα, που λένε και οι άνθρωποι. Αλλά αυτή η ζωή δεν έμελλε να κρατήσει και πολύ.

Ήμουν - δεν ήμουν τρία χρόνια σε εκείνο το (μάλλον πλούσιο) σπίτι στη Ραφήνα, όταν άκουσα τους ανθρώπους του σπιτιού να συζητάνε για ένα πρόγραμμα που διαφήμιζε η τηλεόραση (φτιαγμένη και αυτή στο διπλανό εργοστάσιο απ’ όπου ερχόμουν εγώ). Το πρόγραμμα λεγόταν «Εξοικονομώ» ή κάπως έτσι τέλος πάντων. Λέγανε λοιπόν οι άνθρωποι πως ήταν ευκαιρία με το πρόγραμμα να βάλουν ενδοδαπέδια θέρμανση. Άρχισαν τότε να με ζώνουν τα φίδια. Τι θα πει ενδοδαπέδια θέρμανση; Θα με βάλουν ξαπλωτό στο πάτωμα για να τους ζεσταίνω; Χαζομάρες, αφού πρέπει να ξέρουν πως ξαπλωτοί δουλεύουν μόνο οι μηχανικοί αυτοκινήτων και οι δοκιμαστές στρωμάτων. Τα καλοριφέρ δεν δουλεύουν έτσι.

Κατάλαβα το τι θα πει «ενδοδαπέδια θέρμανση» όταν ήρθαν κάτι τεχνίτες και με ξήλωσαν για να συνδέσουν στη θέση μου κάτι σωλήνες πλαστικούς. Αυτό ήταν δηλαδή; Με αγόρασες, σε ζέστανα 3 χρόνια και τώρα με πετάς; Αν αυτό δεν λέγεται αχαριστία τότε πως λέγεται ρε άνθρωπε;

Έκλαιγα όπως με έβγαζαν από το σπίτι για να με δώσουν σε έναν κύριο, βρώμικο από τα γράσα και τις σκουριές, που είχε ένα άθλιο, μισοδιαλυμένο φορτηγάκι που από τη βρώμα άκουγα και άλλα μεταλλικά αντικείμενα που είχε πάνω του, να βογκούν και να κλαίνε. Προσπάθησα να φωνάξω «Μη με πετάτε πάνω σ’ αυτό το πράγμα!!» αλλά από τη βρώμα η φωνή μου δεν έβγαινε. Έτσι στοιβαγμένα όλα τα μεταλλικά σώματα, ψυγεία, πλυντήρια, σίδερα, σωλήνες και εγώ από πάνω τους, κλαίγαμε για τη μοίρα μας που δεν τη γνωρίζαμε κιόλας, την ώρα που ο άνθρωπος με τα βρώμικα ρούχα που μας αγόρασε, έβαζε μπρος τη μηχανή του φορτηγού.

Όπως ήμασταν όλα στοιβαγμένα, ρωτούσε ψιθυριστά το ένα το άλλο αν ήξερε που μας πάει αυτός που μας είχε αγοράσει. Κάποιοι «συνεπιβάτες», οι πιο παλιοί, έλεγαν πως πάμε για σκραπ.

Τι λέξη ήταν αυτή; «Σκραπ»; Δεν είχαμε πια τα ονόματα μας. Δεν μας έλεγαν «πλυντήριο», «κουζίνα», «θερμοσίφωνα» ή «καλοριφέρ». Τώρα όλα μαζί είχαμε ένα όνομα: «Σκραπ». Δεν μου άρεσε καθόλου αυτό αλλά ο αέρας που με χτυπούσε στο πρόσωπο, καθώς το φορτηγό κινούταν και  όπως ήμουν πάνω πάνω σ’ αυτή τη μακάβρια στοίβα, με παρηγορούσε κάπως και έδιωχνε τις πιο μαύρες σκέψεις μου.

Δεν ξέρω πόσα χιλιόμετρα είχαμε κάνει γιατί το φορτηγό πήγαινε αργά και αγκομαχώντας από το βάρος αλλά σε ένα σημείο του δρόμου το φορτηγό άρχισε να χοροπηδάει σε μία άσφαλτο  γεμάτη λακκούβες. Όλο το σκραπ (αφού έτσι μας φώναζαν) άρχισε να βογκάει από τα χτυπήματα του φορτηγού. Εγώ ένιωθα πως μία πετούσα στον αέρα και μία έπεφτα με δύναμη πάνω σε ένα καζανάκι «Νιαγάρας» που ήταν από κάτω μου. Ο πόνος από το χτύπημα στο μαντέμι ήταν αφόρητος. Αλλά και ο «Νιαγάρας» πρέπει να υπέφερε γιατί είδα το καπάκι του να σπάει. Σχεδόν ταυτόχρονα είδα πως κι εγώ είχα ένα μεγάλο βούλιαγμα στο κάτω μέρος, εκεί που χτυπούσα πάνω στον Νιαγάρα. Απελπίστηκα.

Ενώ το μαρτύριο της μεταφοράς πάνω σε λακκούβες μεγάλωνε και έμοιαζε πως δεν θα σταματήσει ποτέ, βρέθηκα να αιωρούμαι πάνω από τον Νιαγάρα αλλά σε πιο μεγάλο ύψος από πριν. Το φορτηγό από κάτω μου προχωρούσε και ενώ έπεφτα, συνειδητοποίησα πως τώρα, αντί για τον Νιαγάρα, έπεφτα πάνω  σε κάτι σωλήνες που ήταν φορτωμένοι πιο πίσω. Χτυπώντας πάνω τους και πονώντας αφόρητα, ένιωσα να κατρακυλάω και να πέφτω από το φορτηγό. Άρχισα να τσουλάω πάνω στα χόρτα και σταμάτησα πάνω σε μία μικρή κατηφοριά, όταν μία πέτρα σταμάτησε τον τρελό μου κατήφορο. Άκουσα το φορτηγό να φεύγει χωρίς να έχει καταλάβει πως «κάτι» έπεσε και σε λίγο έγινε απόλυτη ησυχία. Ούτε φορτηγό, ούτε άλλος ήχος ακουγόταν αλλά ούτε ένιωθα πόνο από τα χτυπήματα στον Νιαγάρα και επιπλέον βρισκόμουν ξαπλωμένο σε ένα αφράτο στρώμα από χόρτα, Έβγαλα έναν αναστεναγμό και έκλεισα τα μάτια μου. Είχα να κοιμηθώ έτσι ωραία από τότε που με κατασκεύασαν….

Δεν ξέρω πόσες ώρες κοιμόμουν αλλά με ξύπνησαν κάτι αγριοφωνάρες.

«Να, πάρε φωτογραφία. Να δες, ξήλωσαν τα καλοριφέρ. ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ – ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ, έτσι να γράψεις ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ». Ήταν ένας παράξενος φαλακρός τύπος που παραληρούσε, μέσα σε ένα μεγάλο μπλε κοστούμι, ή αν το κοστούμι δεν ήταν μεγάλο, τότε αυτός ήταν ο μικρός. Φώναζε σε κάτι άλλους να με βγάλουν φωτογραφία. Σάστισα. Πρώτη μου φορά ήμουν πρωταγωνιστής σε κάτι. Νόμιζα πως είχα παραισθήσεις από το χτύπημα της πτώσης μου από το φορτηγό αλλά δεν ήταν παραίσθηση. Ήταν η πιο γλυκιά αίσθηση. Η αίσθηση της επιτυχίας και του να γίνομαι το κέντρο του ενδιαφέροντος. Επιτέλους, η ζωή μου ανταπέδιδε την υπομονή μου πάνω στο φορτηγό και τη φρικτή μου απαξίωση με τον τίτλο του σκραπ. Δεν ήμουν πια μάζα. Ήμουν ένα διακεκριμένο μέλος της κοινωνίας των θερμαντικών σωμάτων και του υπόλοιπου οικιακού εξοπλισμού. Ήθελα να ευχαριστήσω εκείνο το μεγάλο μπλε κοστούμι για το ενδιαφέρον του αλλά δεν μπορούσα γιατί αυτό ακόμα χοροπηδούσε σαν μανιακός και φώναζε «ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ - ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ». Οι φωτογράφοι του δεν σταματούσαν να με βγάζουν φωτογραφίες. Ανφάς, προφίλ. Τρία-τέταρτα και όπως αλλιώς δεν έχει ονειρευτεί ακόμα και το πιο διάσημο top model του μεγαλύτερου οίκου μόδας ή η πιο κόκκινη και γρήγορη Ferrari στη διασημότερη έκθεση αυτοκινήτων. Μόνο που όταν προσπάθησα να χαμογελάσω ή να ισιώσω λίγο το κάλυμμα μου πρόχειρα, οι φωτογράφοι φώναξαν ΜΗΗΗ και μου έδωσαν μια κλωτσιά για να δείχνω ακόμα πιο ταλαιπωρημένο. Απόρησα. Δεν τους αρέσει η ομορφιά και προτιμούν τη φρίκη;

Ηλίθιες απορίες. Εδώ είμαι το κέντρο του ενδιαφέροντος και θα με νοιάζει το αν θα δείχνω πιο μαύρο ή πιο ταλαιπωρημένο; Άλλωστε θα ΔΕΙΧΝΩ, δεν θα είμαι, άρα; Αντίθετα θα είμαι έκθεμα από αυτά που εκείνος ο τύπος που κολυμπάει μέσα στο μπλε κοστούμι, θα με δείχνει και θα μιλάει για μένα. Που θα δείχνει τη φωτογραφία μου παντού, Που θα με κάνει σταρ.

Έμαθα μετά πως το σταριλίκι μου δεν θα είχε μεγάλο βεληνεκές. Θα αφορούσε μία μικρή πόλη, ένα χωριό πρακτικά. Αλλά δεν με νοιάζει. Κάλλιο πρώτος στο χωριό παρά δεύτερος στην πόλη ή ακόμα χειρότερα, μηδενικό σε μία μάντρα που θα με φωνάζουν όλοι σκραπ. Άσε που δεν καταλαβαίνω και τι θα πει αυτή η λέξη. Ίσως μου εξηγήσει κάποια στιγμή ο μέντοράς μου. Ο παράξενος τύπος με το μπλε κοστούμι.

Youtube Playlists

youtube logo new

atticavoicepodcasts

atticavoiceyoutube

rafnews

rafdoumentaries

Χρήσιμα

farmakia

HOSPITAL

youtube logo new

© 2022 Atticavoice All Rights Reserved.