Ο Αντώνης Μπαρμπαγιάδης, γνωστός στο πανελλήνιο πλέον ως «Ο Αδιευκρίνιστος», δεν είχε διαβάσει ποτέ του ούτε μισό βιβλίο, ακόμα και την εποχή που πούλαγε βιβλία για να ζήσει και που -τουλάχιστον- θα έπρεπε να έχει μία ιδέα για το ίδιο του το εμπόρευμα. Με ευφάνταστα ευφυολογήματα και κραυγές, παρουσίαζε το εμπόρευμα του στα σπίτια και στον δρόμο, σε γνωστούς και αγνώστους. Και το έκανε τόσο καλά που πάντα είχε πελατεία. Πελατεία που αγόραζε ακόμα και αν δε διάβαζε τα βιβλία που αγόραζε. Τους τα είχε άλλωστε παρουσιάσει ο Αντώνης τόσο καλά, με μισοψέμματα και μισοαλήθειες, που δεν χρειάζονταν να τα διαβάσουν πια. Μόνο να τα αγοράσουν, να ζήσει κι ο Αντώνης και τα αδέλφια του.
Η μόνη επαφή του Αντώνη Μπαρμπαγιάδη με τα γράμματα ήταν μια ο κατάλογος μίας μικρής ταβέρνας στη Μπενάκη προς τον Στρέφη, όπου προσπαθούσε να διαβάσει το μενού, συνήθως μπερδεύοντας τα παϊδάκια με το μοσχάρι. Όμως, ο Αντώνης είχε ένα μοναδικό χάρισμα: μιλούσε ακατάπαυστα, με ύφος χιλίων καρδιναλίων, και πίστευε ακράδαντα πως ό,τι δεν καταλάβαινε, δεν υπήρχε καν. Μπορεί να κενολογούσε και ο λόγος του να ήταν ασυνάρτητος, δίχως περιεχόμενο, ακόμα και ασύντακτος και ίδιος με έκθεση μόνιμου υπαξιωματικού της εποχής της χούντας, όμως το κοινό του τον θαύμαζε. Στο κοινό του άρεσε ο λόγος του Αντώνη που ήταν γεμάτος από Α και ΟΥ. Ήταν εύκολος, χωρίς νόημα και δεν χρειαζόταν να καταλάβει το περιεχόμενο του.
Πώς κατέληξε υπουργός στην κυβέρνηση του φίλου του του Βούλη, κανείς δεν μπόρεσε να το εξηγήσει με ακρίβεια. Ήταν μια κυβέρνηση της αρπαχτής και δύο ταχυτήτων. Οι υπουργοί δηλαδή, χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες: σ' αυτούς που έκλεβαν με κομψότητα, φορούσαν (και φοράνε) γραβάτες και μιλούσαν για ευρωπαϊκά κονδύλια, κι σ' αυτούς σαν τον Αντώνη, που έβαζαν την τσέπη τους απευθείας στο ταμείο του κράτους με τη φυσικότητα ανθρώπου που απλώνει το χέρι του στο καλάθι με τα φρούτα στη λαϊκή. Με τόση φυσικότητα που κανείς δεν μπορούσε να τον υποψιαστεί ή και να τον κατηγορήσει για κάτι παράνομο.
Στα τρία μόλις χρόνια της θητείας του, ο Αντώνης κατάφερε να χτίσει τρεις βίλες, να αποκτήσει δύο θωρακισμένα τζιπ και να κάνει καταθέσεις σε τράπεζες της Ελβετίας που θα ζήλευε ακόμα και γόνος πολιτικής οικογένειας που κάποτε ο Αντώνης κατακεραύνωνε αλλά τώρα υπηρετούσε τυφλά, μέχρι την τελευταία εμφυτευμένη τρίχα στο κεφάλι του.
Όταν έσκασε το σκάνδαλο, ο κόσμος ξεσηκώθηκε. Οι εφημερίδες έγραφαν πρωτοσέλιδα «Πού τα βρήκε;», «Το πάρτι του Αδιευκρίνιστου», «Στον τοίχο οι κλέφτες». Ο εισαγγελέας, άνθρωπος που φοβόταν τη σκιά του περισσότερο κι από τους προϊσταμένους του, κάλεσε τον Αντώνη σε απολογία.
— Κύριε Μπαρμπαγιάδη, του λέει ο δικαστικός με τρεμάμενη φωνή, έχουμε εδώ πέρα πέντε εκατομμύρια ευρώ σε υπεράκτιες εταιρείες. Από πού προέρχονται; Ποιος σας τα έδωσε;
Ο Αντώνης τον κοίταξε με ύφος προσβεβλημένης παρθένας, σήκωσε τα χέρια ψηλά και είπε την ιστορική του ατάκα:
— Κύριε πρόεδρε, που να σας εξηγώ τώρα. Θα πάρει ώρα. Ας πούμε πως αυτά τα λεφτά είναι αδιευκρίνιστα , αφού ούτε εγώ που ξέρω τόσα πολλά, δεν μπορώ να τα εξηγήσω. Μπορεί να τα κέρδισα στο Τζόκερ που είχα παίξει πρόπερσι στο πρακτορείο του Εσπρέσο στα Ζωνιανά, μπορεί να μου τα έδωσε η θεία μου από την Νιγηρία που πέθανε και άφησε διαθήκη στο πόδι….. Ποιος είμαι εγώ που ενώ ξέρω τόσα πολλά, να ξέρω και τα μυστικά του σύμπαντος;
Ο λειτουργός της Δικαιοσύνης, θεώρησε την απάντηση πέρα για πέρα πειστική. Αφού ήταν αδιευκρίνιστα, πάει να πει πως δεν αποδεικνύεται κάποιου είδους ενοχή. Έτσι κήρυξε το τέλος, την παύση της έρευνας, την αρχειοθέτηση της, και καλήνυχτα σας.
Την επομένη, ο Αντώνης βγήκε ακόμα μία από τις χιλιάδες φορές, στο πειραματικό κανάλι της τηλεόρασης. Ήταν κατακόκκινος -αλλά φαινόταν φαιός στην ασπρόμαυρη τηλεόραση- από τον θυμό, ή από την πίεση ή μάλλον από το πολύ φαΐ, και κουνούσε το δάχτυλο στον τηλεθεατή σα να του χρωστούσε λεφτά.
— Συνέλληνες και Συνελληνίδες! ούρλιαζε ο Αδιευκρίνιστος στην κάμερα. Είμαι καθαρός! Πιο καθαρός κι από κρυστάλλινο ποτήρι! Ό,τι διαβάσατε ή ακούσατε για εμένα τον τελευταίο καιρό είναι συκοφαντίες των πολιτικών μου αντιπάλων που θέλουν να πλήξουν την αδιάφθορη πορεία μου και την τεράστια προσφορά μου στην πατρίδα! Ποιοι είναι αυτοί που με κατηγορούν; Αυτοί που ζηλεύουν τη δόξα μου!
Δίπλα του, ο υπουργός Οικονομικών —ένας κύριος που είχε πιαστεί με τρεις offshore στο όνομα της πεθεράς του που ήταν όμως μίας συννυφάδας της στο Καμερούν— κούναγε συγκαταβατικά το κεφάλι του, συμπληρώνοντας:
— Ο φίλος μου ο Αντώνης Μπαρμπαγιάδης είναι υπόδειγμα ηθικής. Αν είχε πάρει έστω ένα ευρώ παράνομα, θα το είχαμε διαβάσει στην εφημερίδα. Το ότι βρέθηκαν εκατομμύρια στους λογαριασμούς του είναι απλώς μια συγκυρία, μια θεϊκή ευλογία, μια οικονομική ανωμαλία του συστήματος, μία επίθεση στον υβριδικό πόλεμο που κάνουν οι κομουνιστές εναντίον μας. Είναι κάτι που δεν αφορά την αδιαμφισβήτητη εντιμότητα του.
Και κάπως έτσι, με θράσος που άγγιζε τα όρια της επιστημονικής φαντασίας, οι υπουργοί μας έβγαζαν τρελό τον κόσμο. Ο κόσμος έξω αναστέναζε, πλήρωνε φόρους αλλά του έλεγαν πως «δεν είναι αυτό που νομίζει». Μετρούσε τα ψιλά για το ψωμί, κι αυτοί μέσα από τα παράθυρα της τηλεόρασης τους κουνούσαν το κεφάλι συμφωνώντας πως η «εισαγόμενη» ακρίβεια είναι μεγάλο πρόβλημα. Αποδεικνύοντας έτσι ακόμα μία φορά περίτρανα πως στην Ελλάδα της κονόμας, ο πιο έξυπνος δεν είναι αυτός που ξέρει γράμματα, αλλά αυτός που καταφέρνει να βαφτίζει το κρέας ψάρι, την ακρίβεια εισαγόμενη και τη μίζα... αδιευκρίνιστο.
Αυτά όλα συνέβαιναν πριν πολλές δεκαετίες στην τότε κατεστραμμένη από τον πόλεμο χώρα που ο πληθυσμός της μετανάστευε αφήνοντας την στους "Αντώνηδες". Σήμερα δεν υπάρχουν τέτοιοι τύποι σαν τον Αντώνη τον Μπαρμπαγιάδη ή τον ομόσταυλο του, τον φίλο του, τον Λάκη τον Βαρίδη που έγραψε και αυτός τα δικά του κεφάλαια στην ελληνική ποιμενική ιστορία.
Ευτυχώς δηλαδή γιατί δεν θα αντέχαμε τόση πολλή κοροϊδία
_____
Η εφημερίδα ΣΚΡΑΠ ήταν μία βραχύβια έκδοση που διαδέχθηκε την εφημερίδα ΣΚΡΙΠ όταν αυτή έκλεισε το 1963