Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη, ήρθαν πάλι στην επιφάνεια οι έξαλλες φωνές για την «προδοτική συμφωνία των Πρεσπών», για το «ξεπούλημα της Μακεδονίας» και άλλα πολλά ευτράπελα, ανιστόρητα και εχθροπαθή.
Φωνές που προέρχονται από ανθρώπους που κατά τα άλλα μπορεί να πετάγονται μέχρι το γειτονικό κράτος της Βόρειας Μακεδονίας για να κάνουν φτηνά ψώνια ή που ξεπουλάνε την πατρική γη ή το πατρικό τους σπίτι σε οποιονδήποτε, ανεξάρτητα εθνικότητας. Το συμφέρον βλέπετε δεν κοιτάζει σημαίες. Και όμως, η εχθροπάθεια και ο εθνοφασισμός φαίνεται να ευδοκιμούν στη Θεσσαλονίκη.
"Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη πολιορκημένη από τα μέσα" είχε γράψει ο ποιητής Μιχάλης Μέσκος. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Θανάσης Τριαρίδης την εγκατέλειψε. Έφυγε για να μπορέσει να ζήσει όπως θα ήθελε. Να λέει ό,τι θέλει, να γράφει ό,τι θέλει, να ανεβάζει όποιο θεατρικό έργο θέλει. Έφυγε για να μπορεί να είναι ο εαυτός του και όχι ό,τι του υπαγόρευαν οι άλλοι
Διαβάσαμε μία συνέντευξη του Θανάση Τριαρίδη στο The Opinion και αναδημοσιεύουμε από αυτήν ένα απόσπασμα, στο οποίο ο γνωστός θεατρικός συγγραφέας (αυτή τη στιγμή 8 έργα του παίζονται ή προγραμματίζονται να παιχτούν αυτή σεζόν στην Αθήνα) αναλύει τη σχέση του με την πόλη στην οποία γεννήθηκε και την οποία , όπως λέει, κουβαλάει πάντα μαζί του, όπου και αν πάει
-------------------------------------------------------------------
Κύριε Τριαρίδη, γιατί μιλάμε εγώ από τη Θεσσαλονίκη κι εσείς, πια, από την Αθήνα;
Έζησα μέχρι τα σαράντα ένα μου χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε, για ‘μένα, πολύ έντονο κομμάτι της ζωής μου και η παντοτινή μου πατρίδα. Κι επειδή δεν πιστεύω σε άλλες «πατρίδες» -δεν πιστεύω στην έννοια του Έλληνα, της Ελλάδας, του Έθνους- πάντα λέω ότι είμαι ένας ελληνόγλωσσος Σαλονικιός.
Και τώρα, που λείπω, έχω πιο έντονη την αίσθηση της Θεσσαλονίκης· αυτό συμβαίνει σε όλους όσοι φεύγουν. Φτιάχνεις μια δικιά σου εσωτερική επικράτεια, όπου εξιδανικεύεις τα πάντα. Από τη Θεσσαλονίκη έφυγα, διότι είναι μια πόλη πολιορκημένη από Μέσα· αυτή δεν είναι δική μου φράση, είναι μια φράση του Μάρκου Μέσκου. Του χαμένου, πια, ποιητή, Μάρκου Μέσκου.
Υπήρξε μια πόλη που δεν ήταν ελληνική το 2012. Ο ελληνικός πληθυσμός της ήταν κοντά στο 12% και εξελληνίστηκε με τη βία σ’ αυτόν τον τρομερό αιώνα των εθνικισμών. Με τον ίδιο τρόπο που η Σμύρνη εκτουρκίστηκε -μια επίσης πολυεθνική πόλη- η Θεσσαλονίκη, που η «καρδιά» της ήταν η πολυεθνικότητα και η συνύπαρξη, με τρομερή βία έγινε μονοεθνική.
Έτσι υπήρξε το παρακράτος στη Θεσσαλονίκη. Έτσι υπήρξε η ΕΕΕ πριν τον πόλεμο. Μετά τον πόλεμο έγινε η «Οργάνωση της Καρφίτσας». Κι έτσι υπήρξαν όλες αυτές οι κτηνωδίες που οδήγησαν στη δημιουργία των κατηχητικών, των οργανώσεων, των φασιστικών οργανώσεων που, στο τέλος, τη μια ‘καιγαν το Κάμπελ και την άλλη σκότωναν τον Λαμπράκη. Και, φυσικά, όλο το παρακράτος που συνεργάστηκε με τους Ναζί στο Ολοκαύτωμα και μετά το Ολοκαύτωμα.
Ε, αυτήν εδώ η πόλη, λοιπόν, δημιούργησε μια κατάσταση που εκφράστηκε με τρομακτική βία στα συλλαλητήρια της δεκαετίας του ’90, αφόρητου εθνικισμού και εθνολαϊκισμού. Αναδείχθηκαν πολιτικά υποκείμενα του υποκόσμου, μόνον και μόνον επειδή φορούσαν «περικεφαλαίες» και «Μεγαλέξανδρους». Όπως καταλαβαίνεις, αυτό εδώ δημιούργησε μια «ασφυκτική» Θεσσαλονίκη.
Όταν άρχισα να εργάζομαι, δημοσιογραφώντας, κάποια στιγμή έγραψα ότι στη Θεσσαλονίκη, στη Μακεδονία, υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ως μητρική τους γλώσσα τη μακεδονική. Σήμερα μπορεί αυτό να είναι κατανοητό, αλλά τότε, περίπου, ήταν σαν να λες κάτι αδιανόητο. Πήγαινα σε εστιατόρια και μου ‘λεγαν: «Φύγετε, δεν σας σερβίρουμε!». Και, φυσικά, το κείμενο δεν δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Μακεδονία. Και διέκοψα τη συνεργασία μου κι έκανα και καταγγελία. Τέτοια ήταν η πόλη για ‘μένα.
Τα ‘βαζα με την Εκκλησία, με τον Χριστιανισμό, με τον εθνικισμό, με τον εθνοφασισμό της Θεσσαλονίκης. Έλεγα ότι ο Κολοκοτρώνης ήταν «χασάπης» και, κυρίως, ότι οι Μακεδόνες εθνοκαθάρθηκαν. Αυτήν η πόλη δεν αντέχει κάποιον που τα λέει αυτά. Ήμουν νέος, ήμουν «τρελός»…
Δημοσίευσα το βιβλίο μου, «τα μελένια λεμόνια», που, ουσιαστικά, επικεντρωνόμουν στη βασική θεωρία του Μερετκόφσκι ότι ο Χριστός είναι ένας ερωτικός μύθος και στη «Δολοφονία του Χριστού» του Βίλχελμ Ράιχ, που μιλάει για τη σεξουαλικότητα του Χριστού. Ε, καταλαβαίνεις… Έβγαινε ο στόχος και έλεγε «Πρέπει να καεί», με πρωτοσέλιδα.
Σ’ όλα αυτά, μέσα σε μια τέτοια πόλη, κάποτε πήγα να γυρέψω δουλειά σε μια εφημερίδα και μου είπαν: «Ναι, αλλά εσύ ξέρεις να γράφεις;». Ένας «μεγαλόσχημος» δημοσιογράφος, που παρίστανε τον διευθυντή της εφημερίδας.
Σε αυτήν την πόλη δεν μπορούσε να εκδοθεί κανένα βιβλίο μου, να ανέβει κανένα θεατρικό μου έργο. Έκανα σεμινάρια κρυφά, για να μην έρθουν οι φασίστες και κάψουν το μαγαζί που έκανα τα σεμινάρια. Μοιραία έφυγα…
Μετανιώσατε ποτέ για αυτά που είπατε και τα οποία σας «έδιωξαν» από τη Θεσσαλονίκη;
Όχι. Μετανιώνω ότι είπα λίγα και άργησα να τα πω! Έπρεπε να τα λέω από τα είκοσι δύο μου -όταν, πια, καταστάλαξα ότι έτσι είναι τα πράγματα- κι άρχισα να τα λέω στα τριάντα τέσσερά μου· άφησα να περάσει μια δεκαετία, δωδεκαετία, κι άργησα να μιλήσω.
Εν τω μεταξύ, κι άλλα εγκλήματα είχαν συντελεστεί. Θα μου πεις: «Θα τα απέτρεπες;». Όχι, δεν θα τα απέτρεπα! Αλλά, τουλάχιστον, δεν θα είχα τις τύψεις που έχω τώρα· ότι υπήρξε μια ολάκερη δεκαετία, που ήμουν σιωπηλός.
Δεν μετάνιωσα που ‘χασα την πόλη μου. Γιατί, το σημαντικό, δεν είναι να μείνεις στην πόλη σου. Το σημαντικό είναι να μείνεις στην πόλη σου, όντας ο εαυτός σου. Δηλαδή, άμα είναι να χάσεις αυτό που είσαι και τις ηθικές αξίες τις οποίες προσπαθείς να υπηρετήσεις, δεν υπάρχει κανένας λόγος.
Κι επομένως, όλο αυτό το βρήκατε, υποθέτω, στην Αθήνα…
Όχι, στην Αθήνα δεν βρήκα αυτό. Στην Αθήνα βρήκα, όμως, εξήντα θιάσους που ανέβασαν τα έργα μου. Βρήκα τετρακόσιους ηθοποιούς που ανέβαζαν τα έργα μου. Βρήκα δεκατέσσερις εκδότες που εξέδωσαν τα βιβλία μου.
Αυτά τα ίδια βιβλία· «τα μελένια λεμόνια». Τις «Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα», αυτές για τις οποίες δεν μπορούσα να πάω να φάω μια μπουγάτσα στη Θεσσαλονίκη.
Ξέρετε, οι περισσότεροι από τους καλλιτέχνες που έχω έρθει σε συναναστροφή, τα τελευταία χρόνια, παραδέχονται ότι ξεκινούν από εδώ καθώς το κοινό μπορεί να «χωνέψει» και να «κατανοήσει» ευκολότερα. Και, τώρα, αντιλαμβάνομαι μια διαφορετική άποψη.
Αυτό εδώ το λέει, ας πούμε, ο Άκης ο Σακελλαρίου. Το λέει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Το λέει ο Θοδωρής ο Αθερίδης. Άνθρωποι που, όντως, ξεκίνησαν από τη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα αναγνωρίστηκαν τα εξαιρετικά τους ταλέντα, ο καθένας σε αυτό που κάνει.
Στη δική μου περίπτωση, δεν ήταν θέμα να μου αναγνωριστεί ένα ταλέντο. Όλοι ήταν απολύτως βέβαιοι, στη Θεσσαλονίκη, ότι δεν είχα το παραμικρό ταλέντο. Στην περίπτωσή μου ήταν η δυνατότητα να μου αναγνωριστεί να λέω όσα λέω και να μπορώ να πάω στο φαρμακείο να πάρω το εμβόλιο για το παιδί μου. Ή να λέω όσα λέω και να μπορώ να πάω στο μπουγατσατζίδικο και να πάρω μπουγάτσα για τα παιδιά.
Δηλαδή, στη δική μου περίπτωση, δεν πήγα στην Αθήνα για να βρω ένα κοινό που θα με αναγνωρίζει λίγο περισσότερο. Πήγα στην Αθήνα για να μπορώ να μετέχω στις βασικές διαδικασίες της ζωής.
Ζήσατε, δηλαδή, σαν «κυνηγημένος»…
«Κυνηγημένος» δεν μπορείς να πεις ότι ήμουν. Κυνηγημένοι ήταν οι άνθρωποι που τους έβαζαν στα ξερονήσια και στις φυλακές τα χρόνια του μεταπολεμικού παρακράτους, ’45 – ‘62. Εγώ, είναι ντροπή να λέω ότι είμαι «κυνηγημένος» ή να λέω ότι ήμουν αγωνιστής.
Βίωσα λόγω των ακραίων απόψεών μου, αν θέλεις να στο πω έτσι, έναν τρομερό αποκλεισμό από μια κοινωνία που, χωρίς να το ξέρει, είχε διαβρωθεί πέρα για πέρα. Και, τότε, δεν υπήρχε το Opinion. Δεν υπήρχε η Parallaxi. Δεν υπήρχαν άνθρωποι μέσα στην πόλη, δεν υπήρχε διαδίκτυο με φωνές οι οποίες να ακούγονται και να λένε τι γίνεται. Οι δε παραδοσιακοί δημοσιογράφοι, όλοι ήταν payroll της Εκκλησίας, της Μητροπόλεως και της Μακεδονικής Λέσχης. Είναι, δηλαδή, εποχές που δεν υπήρχε η δυνατότητα μιας εκφραστικής αντίθεσης στην απόλυτη ομοφωνία.
Η ομοφωνία αυτήν έλεγε ότι η Θεσσαλονίκη ήταν, είναι και θα είναι για πάντα ελληνική! Ανιστόρητα πράγματα, άσχετοι άνθρωποι… Εχθροπάθεια, εθνοφασισμός, εθνολαϊκισμός, ρητορεία, φασιστο-χριστιανισμός· όλα αυτά μαζί, «μπουκωμένα» και «ταϊσμένα» από τα «πάνω». Για να βγεις βουλευτής, δήμαρχος, δημοτικός σύμβουλος, έπρεπε να φιλήσεις τα χέρια όλων αυτών των ημι-καθαρμάτων ή και καθαρμάτων. Τα ξέρεις…
Καλά, δεν είναι ότι δεν συμβαίνουν ακόμη και κάποια από τα φαινόμενα που περιγράφετε…
Συμβαίνουν. Και, συχνά, γίνονται και κυρίαρχες συμπεριφορές. Σ’ αυτά έχουν μπει και οι ιδιοκτήτες των ομάδων τώρα και διάφοροι ημι-μαφιόζοι, μπράβοι, πολιτικοί χορηγοί. Αλλά, τώρα, υπάρχει και αντίπαλος λόγος.