Αναδημοσιεύουμε από την Εποχή αποσπάσματα από ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στο The Atlantic, μεταφρασμένα από την Εποχή.
Ο αρθρογράφος, ο Τζόναθαν Ράουχ, είναι Αμερικανός συγγραφέας, δημοσιογράφος και ακτιβιστής και ένας ιδιαίτερα επιδραστικός διανοούμενος με τις ιδέες του να αναλύονται και να συζητιούνται ευρέως σε ακαδημαϊκά και πολιτικά περιβάλλοντα, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά διεθνώς. Αυτή τη στιγμή είναι ανώτερος ερευνητής στο πρόγραμμα Μελετών Διακυβέρνησης (Governance Studies) του Ινστιτούτου Μπρούκινγκς και συνεργαζόμενος συντάκτης του The Atlantic. Το έργο του έχει δημοσιευθεί σε κορυφαίες εφημερίδες και περιοδικά όπως: The New Republic, The Economist, Harper’s, Fortune, The New York Times, The Wall Street Journal, The Washington Post, Slate κ.α.
Στο άρθρο αυτό, ο Τζόναθαν Ράουχ, παραθέτει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά διακυβέρνησης που παρατηρεί στον Trump και τεκμηριώνει πως αυτό που βλέπουμε στις ΗΠΑ είναι φασισμός, παρόλο που και ο ίδιος δίσταζε για πολύ καιρό να χρησιμοποιήσει αυτή τη λέξη.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Μέχρι πρόσφατα, αντιστεκόμουν στο να χρησιμοποιήσω τη λέξη που αρχίζει από «φ» για να περιγράψω τον πρόεδρο Τραμπ. Πρώτον, υπήρχαν πάρα πολλά στοιχεία του κλασικού φασισμού που δεν έμοιαζαν να ταιριάζουν. Δεύτερον, ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί τόσο υπερβολικά ώστε έχει καταντήσει σχεδόν κενός νοήματος, ιδίως από ανθρώπους της αριστεράς που σε αποκαλούν φασίστα αν αντιτίθεσαι στις αμβλώσεις ή στη θετική διάκριση. Τρίτον, ο όρος είναι ασαφώς ορισμένος, ακόμη και από τους ίδιους τους οπαδούς του. Από την αρχή, ο φασισμός υπήρξε ένα ασυνεκτικό δόγμα, και ακόμη και σήμερα οι μελετητές δεν μπορούν να συμφωνήσουν στον ορισμό του. Η αρχική ιταλική εκδοχή διέφερε από τη γερμανική, η οποία διέφερε από την ισπανική, η οποία διέφερε από την ιαπωνική.
Αποδέχθηκα τον χαρακτηρισμό του προέδρου Μπάιντεν για το κίνημα MAGA ως «ημιφασιστικό», επειδή ορισμένες παραλληλίες ήταν κραυγαλέα εμφανείς. Ο Τραμπ ήταν αναμφίβολα αυταρχικός και, χωρίς καμία αμφιβολία, πατρογονιστικός (σσ. στυλ διακυβέρνησης όπου το κράτος αντιμετωπίζεται σαν προσωπική περιουσία του ηγέτη ή της ηγετικής οικογένειας). Πέρα από αυτό, όμως, η καλύτερη περιγραφή έμοιαζε να είναι ψυχολογική, όπως την είχε διατυπώσει ο Τζον Μπόλτον, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας της πρώτης θητείας του Τραμπ:
«Ακούει τον Πούτιν, ακούει τον Σι, ακούει τον τρόπο που μιλούν για τη διακυβέρνηση χωρίς το βάρος μη συνεργάσιμων νομοθετικών σωμάτων, χωρίς να ανησυχούν για το τι μπορεί να κάνει η δικαιοσύνη, και σκέφτεται μέσα του: γιατί να μη μπορώ να το κάνω κι εγώ αυτό; Αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν συνιστά φασισμό, [ούτε] συνιστά μια θεωρία για το πώς θέλεις να κυβερνήσεις. Είναι απλώς το “γιατί να μην έχω κι εγώ την ίδια διασκέδαση που έχουν αυτοί;”»
Γράφοντας πριν από έναν χρόνο, υποστήριξα ότι το καθεστώς διακυβέρνησης του Τραμπ είναι μια εκδοχή πατρογονισμού, στην οποία το κράτος αντιμετωπίζεται ως προσωπική ιδιοκτησία και οικογενειακή επιχείρηση του ηγέτη. Αυτό εξακολουθεί να ισχύει. Όμως, όπως είχα επισημάνει τότε, ο πατρογονισμός είναι ύφος διακυβέρνησης, όχι τυπική ιδεολογία ή σύστημα. Μπορεί να αφορά κάθε είδους οργανωτικές δομές, συμπεριλαμβανομένων όχι μόνο εθνικών κυβερνήσεων αλλά και αστικών πολιτικών μηχανισμών, εγκληματικών συμμοριών όπως η Μαφία, ακόμη και θρησκευτικών αιρέσεων. Επειδή η μόνη της σταθερή αρχή είναι η προσωπική πίστη στο αφεντικό, δεν έχει συγκεκριμένη ατζέντα. Ο φασισμός, αντιθέτως, είναι ιδεολογικός, επιθετικός και, τουλάχιστον στα πρώτα του στάδια, επαναστατικός. Επιδιώκει να κυριαρχήσει στην πολιτική, να συντρίψει την αντίσταση και να ξαναγράψει το κοινωνικό συμβόλαιο.
Κατά τον τελευταίο χρόνο του Τραμπ, αυτό που αρχικά έμοιαζε με μια προσπάθεια να μετατρέψει την κυβέρνηση σε προσωπικό του παιχνίδι έχει μετατοπιστεί σαφώς προς έναν δογματικό και επιχειρησιακό φασισμό. Η όρεξη του Τραμπ για lebensraum (σσ. ο ζωτικός χώρος στον κλασικό ναζισμό), ο ισχυρισμός του περί απεριόριστης εξουσίας, η στήριξή του στην παγκόσμια ακροδεξιά, η πολιτικοποίηση του συστήματος δικαιοσύνης, η χρήση επιδεικτικής βαρβαρότητας, η προκλητική παραβίαση δικαιωμάτων, η δημιουργία μιας εθνικής παραστρατιωτικής αστυνομίας, όλες αυτές οι εξελίξεις μαρτυρούν κάτι πιο στοχευμένο και πιο σκοτεινό από τη συνηθισμένη απληστία ή τον γκανγκστερισμό.
Όταν αλλάζουν τα γεγονότα, αλλάζω γνώμη. Τα πρόσφατα γεγονότα έκαναν το στυλ διακυβέρνησης του Τραμπ να φαίνεται πιο ξεκάθαρα. Ο όρος «φασιστικός» το περιγράφει καλύτερα, και η απροθυμία να χρησιμοποιηθεί ο όρος έχει πλέον καταστεί διεστραμμένη. Αυτό δεν οφείλεται σε ένα ή δύο πράγματα που έκανε εκείνος και η κυβέρνησή του, αλλά στο σύνολο. Ο φασισμός δεν είναι μια επικράτεια με σαφώς χαραγμένα σύνορα αλλά ένας αστερισμός χαρακτηριστικών. Όταν βλέπει κανείς τα άστρα μαζί, ο αστερισμός εμφανίζεται καθαρά.
Κατεδάφιση των κανόνων. Από την αρχή της πρώτης προεκλογικής του εκστρατείας το 2015, ο Τραμπ διέλυε σκόπιμα κάθε όριο ευπρέπειας· χλεύασε τον ηρωισμό του γερουσιαστή Τζον Μακέιν στον πόλεμο, χλεύασε το πρόσωπο της συνυποψήφιάς του Κάρλι Φιορίνα, φάνηκε να χλευάζει την έμμηνο ρύση της παρουσιάστριας του Fox News Μέγκιν Κέλι, συκοφάντησε μετανάστες και πολλά άλλα. Σήμερα εξακολουθεί να το κάνει, πρόσφατα κάνοντας μια άσεμνη χειρονομία σε έναν εργάτη εργοστασίου και αποκαλώντας έναν δημοσιογράφο «γουρούνι». Αυτό είναι χαρακτηριστικό του φασιστικού τρόπου διακυβέρνησης, όχι σφάλμα. […]
Εξύμνηση της βίας. Κάθε κράτος χρησιμοποιεί βία για να επιβάλει τους νόμους του, αλλά τα φιλελεύθερα κράτη τη χρησιμοποιούν απρόθυμα, ενώ ο φασισμός την αγκαλιάζει και την επιδεικνύει. Ο Τραμπ, έτσι, επαινεί ένα βίαιο όχλο· επικροτεί τα βασανιστήρια· φαντασιώνεται με ευχαρίστηση γροθοκοπήματα, σωματικές καταρρίψεις και πυροβολισμούς διαδηλωτών και δημοσιογράφων· και, σύμφωνα με αναφορές, προτείνει να πυροβολούνται διαδηλωτές και μετανάστες. Οι διαφημίσεις στρατολόγησης της ICE εξωραΐζουν στρατιωτικού τύπου εφόδους σε σπίτια και γειτονιές· η προπαγάνδα του αντλεί παιδαριώδη ευχαρίστηση από τη δολοφονία αμάχων· και όλοι έχουμε δει βίντεο πρακτόρων να σέρνουν ανθρώπους έξω από αυτοκίνητα και σπίτια — εν μέρει επειδή η ίδια η κυβέρνηση τα κινηματογραφεί. Όπως και η κατεδάφιση της πολιτικής ευπρέπειας, η εξύψωση της βίας δεν είναι παρεμπίπτουσα στον φασισμό· αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του.
Το δίκαιο του ισχυρού. Επίσης χαρακτηριστική του φασισμού είναι αυτό που ο Τζορτζ Όργουελ αποκάλεσε «λατρεία του νταή»: η αρχή ότι, όπως το έθεσε περίφημα ο Θουκυδίδης, «οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν και οι αδύναμοι υποφέρουν ό,τι πρέπει». Αυτή η αντίληψη φάνηκε στη διαβόητη συνάντηση στο Οβάλ Γραφείο με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, όπου ο Τραμπ έδειξε ανοιχτή περιφρόνηση για αυτό που θεωρούσε αδυναμία της Ουκρανίας· φάνηκε ρητά και ανατριχιαστικά όταν ο Στίβεν Μίλερ, ο ισχυρότερος συνεργάτης του προέδρου, είπε στον Τζακ Τάπερ του CNN: «Ζούμε σε έναν κόσμο, στον πραγματικό κόσμο, που κυβερνάται από τη δύναμη, που κυβερνάται από τη βία, που κυβερνάται από την ισχύ. Αυτοί είναι οι σιδερένιοι νόμοι του κόσμου που υπάρχουν από την αρχή του χρόνου». Αυτά τα λόγια, αν και ξένα προς τις παραδόσεις της αμερικανικής και της χριστιανικής ηθικής, θα μπορούσαν να είχαν βγει από τα χείλη οποιουδήποτε φασίστα δικτάτορα.
Πολιτικοποιημένη επιβολή του νόμου. Οι φιλελεύθεροι ακολουθούν τον νόμο, είτε τους αρέσει είτε όχι· οι φασίστες, μόνο όταν τους αρέσει. Ο ναζισμός διέθετε ένα «διττό κράτος», όπου, ανά πάσα στιγμή, οι προστασίες του δικαίου θα μπορούσαν να παύσουν να ισχύουν. Ο Τραμπ δεν κρύβει την περιφρόνησή του για τη δέουσα νομική διαδικασία· έχει απαιτήσει αμέτρητες φορές τη φυλάκιση των αντιπάλων του (τα συνθήματα «Lock her up!», με τη δική του επιδοκιμασία, ήταν κεντρικό στοιχείο της εκστρατείας του το 2016) και έχει προτείνει την «κατάργηση» του Συντάγματος, ενώ όταν ρωτήθηκε αν είναι υποχρεωμένος να το τηρεί απάντησε «δεν ξέρω». […]
Απανθρωποποίηση. Ο φασισμός αντλεί τη νομιμοποίησή του από τους ισχυρισμούς ότι υπερασπίζεται τον λαό από εχθρούς που είναι ζώα, εγκληματίες, κτήνη. Ο Τραμπ χαρακτηρίζει (ενδεικτικά) πολιτικούς αντιπάλους ως «παράσιτα» και μετανάστες ως «σκουπίδια» που «δηλητηριάζουν το αίμα της χώρας μας» (γλώσσα κατευθείαν από το Τρίτο Ράιχ). Ο αντιπρόεδρος Βανς, ως γερουσιαστής, επικρότησε ένα βιβλίο με τίτλο Unhumans («Απάνθρωποι»), τίτλος που αναφέρεται στην αριστερά. Και ποιος μπορεί να ξεχάσει τον ψευδή ισχυρισμό του ότι Αϊτινοί απαγάγουν και τρώνε κατοικίδιες γάτες και σκύλους;
Τακτικές αστυνομικού κράτους. Ο Τραμπ έχει μετατρέψει την ICE σε μια εκτεταμένη παραστρατιωτική δύναμη που περιφέρεται στη χώρα κατά βούληση, ερευνά και συλλαμβάνει μη πολίτες και πολίτες χωρίς εντάλματα, χρησιμοποιεί τη βία επιδεικτικά, δρα πίσω από μάσκες, λαμβάνει στοιχειώδη εκπαίδευση, ψεύδεται για τις δραστηριότητές της και έχει ενημερωθεί ότι απολαμβάνει «απόλυτη ασυλία». Υπερδιπλασίασε το μέγεθος της υπηρεσίας το 2025, και ο προϋπολογισμός της είναι πλέον μεγαλύτερος από εκείνους όλων των άλλων ομοσπονδιακών υπηρεσιών επιβολής του νόμου μαζί και μεγαλύτερος από ολόκληρους τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς όλων εκτός από 15 χώρες. «Αυτό θα επηρεάσει κάθε κοινότητα, κάθε πόλη», παρατήρησε πρόσφατα ο μελετητής του Ινστιτούτου Cato, Ντέιβιντ Μπιρ. «Σχεδόν όλοι στη χώρα μας θα έρθουν σε επαφή με αυτό, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο». […]
Υπονόμευση των εκλογών. Η πρόσφατη νύξη του Τραμπ ότι δεν θα έπρεπε να υπάρξουν εκλογές το 2026 μπορεί να ήταν ή να μην ήταν αστειευόμενη (όπως υποστήριξε ο Λευκός Οίκος), αλλά εκείνος και οι υποστηρικτές του MAGA πιστεύουν ότι δεν χάνουν ποτέ εκλογές, τελεία. Κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες να ανατρέψουν τις εκλογές του 2020, όπως περιγράφουν μέχρι εξαντλήσεως το κατηγορητήριο του εισαγγελέα Τζακ Σμιθ κατά του Τραμπ και η μεταγενέστερη έκθεσή του. Η νοθεία, η κλοπή ή η πλήρης ακύρωση των εκλογών είναι, φυσικά, το πρώτο καθήκον των φασιστών. […]
Το ιδιωτικό γίνεται δημόσιο. Ο κλασικός φασισμός απορρίπτει τη θεμελιώδη φιλελεύθερη διάκριση μεταξύ κυβέρνησης και ιδιωτικού τομέα, σύμφωνα με το δόγμα του Μουσολίνι: «Κανένα άτομο ή ομάδα έξω από το Κράτος». Μεταξύ των πιο τολμηρών (έστω και κατά διαστήματα επιτυχών) πρωτοβουλιών του Τραμπ είναι οι προσπάθειές του να ιδιοποιηθεί ιδιωτικούς φορείς, συμπεριλαμβανομένων δικηγορικών γραφείων, πανεπιστημίων και επιχειρήσεων. Μία από τις πρώτες του πράξεις ως προέδρου πέρυσι ήταν να παραβιάσει προκλητικά έναν πρόσφατα θεσπισμένο νόμο αναλαμβάνοντας ο ίδιος την ιδιοκτησία του TikTok. Ο Μπόλτον κατανόησε αυτή τη νοοτροπία όταν είπε: «Δεν μπορεί να διακρίνει το προσωπικό του συμφέρον από το εθνικό συμφέρον, αν καν καταλαβαίνει τι είναι το εθνικό συμφέρον»
Επιθέσεις στα μέσα ενημέρωσης. Λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του το 2017, ο Τραμπ κατήγγειλε τα μέσα ενημέρωσης ως «εχθρό του αμερικανικού λαού», μια φράση οικεία από δικτατορίες του εξωτερικού. Η εχθρότητά του δεν υποχώρησε ποτέ, αλλά στη δεύτερη θητεία του έχει φτάσει σε νέα ύψη. Ο Τραμπ έχει απειλήσει άδειες εκπομπής, έχει καταχραστεί τις ρυθμιστικές του αρμοδιότητες, έχει χειραγωγήσει συμφωνίες ιδιοκτησίας, έχει καταθέσει υπέρογκες αγωγές, έχει ευνοήσει «ημετέρους» ως προς την πρόσβαση των δημοσιογράφων, έχει ερευνήσει το σπίτι ενός ρεπόρτερ και έχει διασύρει ειδησεογραφικά μέσα και δημοσιογράφους. Αν και ο Τραμπ δεν μπορεί να κυριαρχήσει στα μέσα ενημέρωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες με τον τρόπο που το έκανε ο πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία, εφαρμόζει το εγχειρίδιο Όρμπαν. Κανένας άλλος πρόεδρος, ούτε καν ο Ρίτσαρντ Νίξον (καθόλου φίλος των μέσων), δεν έχει χρησιμοποιήσει τόσο απροκάλυπτα ανελεύθερες τακτικές εναντίον του Τύπου.
Εδαφική και στρατιωτική επιθετικότητα. Ένας λόγος που αντιστάθηκα στο να ταυτίσω τον τραμπισμό με τον φασισμό κατά την πρώτη του θητεία ήταν η φαινομενική έλλειψη ενδιαφέροντος του Τραμπ για επιθετικότητα εναντίον άλλων κρατών· αν μη τι άλλο, έμοιαζε διστακτικός στη χρήση βίας στο εξωτερικό. Λοιπόν, αυτό ίσχυε τότε. Στη δεύτερη θητεία του, έχει χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ αδιάκριτα. Βεβαίως, πολλοί πρόεδροι έχουν αναπτύξει στρατιωτική δύναμη, αλλά η ρητά αρπακτική χρήση της από τον Τραμπ για την αρπαγή του πετρελαίου της Βενεζουέλας και η απειλή του, σε ύφος γκάνγκστερ, να πάρει τη Γροιλανδία από τη Δανία «με τον εύκολο τρόπο» ή «με τον δύσκολο τρόπο» ήταν αυταρχικές κινήσεις τύπου δεκαετίας του 1930. Το ίδιο ισχύει και για την περιφρόνησή του προς το διεθνές δίκαιο, τις δεσμευτικές συμμαχίες και τους υπερεθνικούς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση: όλα όσα παρεμποδίζουν την ανεμπόδιστη άσκηση της βούλησης του κράτους, έναν κεντρικό φασιστικό κανόνα. […]
Διακρατική εμβέλεια. Όπως οι αυταρχικοί γενικά, έτσι και οι φασίστες αγαπούν την παρέα· ο κόσμος είναι ασφαλέστερος γι’ αυτούς αν είναι περισσότεροι. Στη δεύτερη θητεία του, ο Τραμπ έχει απομακρυνθεί από την πάγια πολιτική των ΗΠΑ μειώνοντας τη στήριξη στα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ επαινεί και υποστηρίζει αυταρχικούς λαϊκιστές και ανελεύθερους εθνικιστές στη Σερβία, την Πολωνία, την Ουγγαρία, τη Γερμανία, την Τουρκία, το Ελ Σαλβαδόρ και τη Σλοβακία, μεταξύ άλλων — και επιδεικνύοντας μια παράξενη υποτακτικότητα απέναντι στον ισχυρό άνδρα της Ρωσίας, τον πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η de facto ευθυγράμμισή του εναντίον των φιλελεύθερων συμμάχων της Αμερικής και των κομμάτων τους στην Ευρώπη, τα οποία περιφρονεί.
Εθνικισμός «αίμα και γη». Ένα χαρακτηριστικό σήμα κατατεθέν του φασισμού είναι η επιμονή του ότι η χώρα δεν είναι απλώς ένα σύνολο ατόμων αλλά ένας λαός, ένα Volk: μια μυστικιστικά ορισμένη και εθνοτικά «καθαρή» ομάδα, δεμένη από κοινό αίμα, κουλτούρα και πεπρωμένο. Σύμφωνα με αυτή την ιδέα, ο Τραμπ έχει αποκηρύξει την ιθαγένεια βάσει γέννησης, και ο Βανς έχει καλέσει να «επαναπροσδιοριστεί το νόημα της αμερικανικής ιθαγένειας στον 21ο αιώνα», ώστε να δίνεται προτεραιότητα σε Αμερικανούς με μακρύτερους ιστορικούς δεσμούς: «τους ανθρώπους των οποίων οι πρόγονοι πολέμησαν στον Εμφύλιο Πόλεμο», όπως το έθεσε, ή ανθρώπους που άλλοι στη δεξιά του MAGA αποκαλούν «κληρονόμους Αμερικανούς». Με άλλα λόγια, κάποιοι Αμερικανοί είναι περισσότερο volk από άλλους.
Λευκός και χριστιανικός εθνικισμός. Αν και ο Βανς, ο Τραμπ και το MAGA δεν διακηρύσσουν μια ρητή ιδεολογία φυλετικής ιεραρχίας, δεν κρύβουν τη νοσταλγία τους για μια πιο λευκή και πιο χριστιανική Αμερική. Ο Τραμπ έχει βρει πολλούς τρόπους να το επικοινωνήσει αυτό: για παράδειγμα, καθιστώντας σαφή την περιφρόνησή του για τις «σκατότρυπες» χώρες και την προτίμησή του για λευκούς χριστιανούς μετανάστες· αποδεχόμενος επιδεικτικά λευκούς Νοτιοαφρικανούς ως πολιτικούς πρόσφυγες (ενώ κλείνει την πόρτα στους περισσότερους άλλους αιτούντες άσυλο)· μετονομάζοντας στρατιωτικές βάσεις ώστε να φέρουν ξανά τα ονόματα στρατηγών της Συνομοσπονδίας (αφού το Κογκρέσο είχε διατάξει την αφαίρεση αυτών των ονομάτων)· λέγοντας ότι οι νόμοι για τα πολιτικά δικαιώματα οδήγησαν στο να «μεταχειρίζονται τους λευκούς πολύ άσχημα». Στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας, κατηγορεί την Ευρώπη ότι επιτρέπει στη μετανάστευση να υπονομεύει την «πολιτισμική αυτοπεποίθηση» και διακηρύσσει: «Θέλουμε η Ευρώπη να παραμείνει ευρωπαϊκή», ένα σύνθημα συσπείρωσης των λευκών χριστιανών εθνικιστών σε ολόκληρη την ήπειρο. Ακολουθώντας το παράδειγμά του, το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας έχει προωθήσει απροκάλυπτα λευκοεθνικιστικά θέματα, ενώ εθνικά πάρκα και μουσεία έχουν «καθαρίσει» τις εκθέσεις τους από αναφορές στη δουλεία.
Όχλοι και τραμπούκοι του δρόμου. Η χρήση πολιτοφυλακών και όχλων για την παρενόχληση, τον ξυλοδαρμό και γενικότερα τον εκφοβισμό αντιπάλων είναι μια κλασική φασιστική στρατηγική (το σχολικό παράδειγμα είναι το πογκρόμ της Kristallnacht του Χίτλερ το 1938). Όπως λίγοι χρειάζονται υπενθύμιση, το αντίστοιχο Trump–MAGA είναι η βία όχλων και πολιτοφυλακών εναντίον του Καπιτωλίου των ΗΠΑ στις 6 Ιανουαρίου 2021. Ο Τραμπ προετοίμασε εν γνώσει του το έδαφος γι’ αυτή την επιχείρηση, καλώντας τις πολιτοφυλακές να «κάνουν πίσω και να περιμένουν» τον Σεπτέμβριο του 2020 και αργότερα στέλνοντας υπαινικτικά το μήνυμα «Να είστε εκεί, θα είναι άγριο!» στους υποστηρικτές του. Η χάρη που έδωσε σε όλους τους επιτιθέμενους του Καπιτωλίου —πάνω από 1.500, συμπεριλαμβανομένων των πιο βίαιων— απλώς επιβεβαίωσε αυτό που γνωρίζαμε ήδη, ότι είχαν την ευλογία του. Αν και μέχρι στιγμής στη δεύτερη θητεία του ο Τραμπ έχει βρει την κρατική βία επαρκή για τους σκοπούς του, η βία του δρόμου είναι προφανώς μέρος του ρεπερτορίου του.
Μεγέθυνση του ηγέτη. Από το 2016, όταν δήλωσε ότι «μόνο εγώ μπορώ να το διορθώσω» και καυχήθηκε ότι οι υποστηρικτές του θα του παρέμεναν πιστοί ακόμη κι αν πυροβολούσε κάποιον στη Πέμπτη Λεωφόρο, ο Τραμπ καλλιέργησε μια λατρεία της προσωπικότητας. Αν και ορισμένες από τις προσπάθειές του αυτομεγέθυνσης μπορεί να φαίνονται κωμικές (το επίχρυσο Οβάλ Γραφείο, η μετονομασία του Κέντρου Κένεντι, η προτεινόμενη αψίδα του θριάμβου), κατανοεί τη κεντρικότητα της λατρείας του ηγέτη σε ένα καθεστώς φασιστικού τύπου. Σε απόλυτη αντίθεση με την αμερικανική προεδρική παράδοση από τον Τζορτζ Ουάσινγκτον και μετά, δεν προσποιείται καν ότι υπηρετεί τον λαό ή το Σύνταγμα. […]
Εναλλακτικά γεγονότα. Όπως έχουν τονίσει ο Όργουελ, η Χάνα Άρεντ και σχεδόν κάθε άλλος μελετητής του αυταρχισμού, η δημιουργία ενός πεδίου παραμόρφωσης της πραγματικότητας είναι το πρώτο πράγμα που θα κάνει μια φασιστικού τύπου κυβέρνηση, ώστε να προωθήσει τη δική της διεστραμμένη αφήγηση, να συγχύσει τους πολίτες, να αποθαρρύνει τους πολιτικούς αντιπάλους και να δικαιολογήσει κάθε μορφή διαφθοράς και κατάχρησης. Αν και άλλοι πρόεδροι (συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων καλών) έχουν πει ψέματα, κανένας δεν έχει πλησιάσει τη χρήση μαζικής παραπληροφόρησης ρωσικού τύπου από τον Τραμπ […] μια «magaποιημένη» μεταμοντέρνα δεξιά καταστρέφει με χαρά την αντικειμενικότητα ως ελιτισμό και την αλήθεια ως μάσκα της εξουσίας.
Η πολιτική ως πόλεμος. Ένα διακριτικό γνώρισμα του φασισμού είναι η αντίληψή του για την πολιτική, η οποία αποτυπώνεται καλύτερα στον Καρλ Σμιτ, Γερμανό πολιτικό θεωρητικό των αρχών του 20ού αιώνα, του οποίου τα δόγματα νομιμοποίησαν τον ναζισμό. Ο Σμιτ […] έβλεπε την πολιτική ως κατάσταση πολέμου μεταξύ εχθρών, κανένας από τους οποίους δεν μπορεί να κατανοήσει τον άλλον και αμφότεροι αισθάνονται υπαρξιακά απειλούμενοι — και μόνο ο ένας μπορεί να νικήσει. Ο σκοπός της σμιτιανής πολιτικής δεν είναι να μοιραστείς τη χώρα αλλά να κυριαρχήσεις ή να καταστρέψεις την άλλη πλευρά. Αυτή η σύλληψη ήταν εμφανής στην πολιτική του MAGA από τότε που ο Μάικλ Άντον (σήμερα αξιωματούχος της κυβέρνησης Τραμπ) δημοσίευσε το διάσημο άρθρο του που υποστήριζε ότι οι εκλογές του 2016 ήταν μια μάχη ζωής και θανάτου για να σωθεί η χώρα από την αριστερά […]
Η διακυβέρνηση ως επανάσταση. Αν και γεννήθηκε μέσα από επανάσταση, η αμερικανική φιλελεύθερη παράδοση, ιδίως το συντηρητικό της σκέλος, εκτιμά τη συνέχεια, τη σταθερότητα και τη σταδιακή αλλαγή καθοδηγούμενη από τη λογική. Ο φασισμός, αντιθέτως, «δεν είναι αντιδραστικός αλλά επαναστατικός», όπως επέμενε ο Μουσολίνι. Επιδιώκει να ξεριζώσει και να αντικαταστήσει την παλιά τάξη και αγκαλιάζει τη τολμηρή, συναρπαστική δράση, αποδεσμευμένη από τη λογική διαβούλευση. Το MAGA αγκαλιάζει το δικό του επαναστατικό ήθος, αυτό που ο Ράσελ Βόουτ, διευθυντής του Γραφείου Διαχείρισης και Προϋπολογισμού της κυβέρνησης και πιθανώς το πιο ισχυρό της μυαλό, έχει αποκαλέσει «ριζοσπαστικό συνταγματισμό», ένα δόγμα που θα αποδυνάμωνε πολλούς ελέγχους στην προεδρική εξουσία. Στην επιδίωξη αυτού του οράματος, είπε ο Βόουτ στον Τάκερ Κάρλσον σε συνέντευξη τον Νοέμβριο του 2024, «ο Πρόεδρος πρέπει να κινηθεί εκτελεστικά όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και πιο επιθετικά, με μια ριζοσπαστική συνταγματική οπτική, ώστε να μπορέσει να διαλύσει αυτή την [ομοσπονδιακή] γραφειοκρατία και τα κέντρα ισχύος της», επειδή «οι γραφειοκρατίες μισούν τον αμερικανικό λαό». Προέβλεψε: «Αν έχεις ριζοσπαστικό συνταγματισμό, θα είναι αποσταθεροποιητικό … Αλλά θα είναι και συναρπαστικό».
Κάποιος μπορεί να αντιτείνει ότι υπάρχουν στοιχεία του κλασικού ευρωπαϊκού φασισμού που δεν απαντώνται στον τραμπισμό (μαζικές συγκεντρώσεις και δημόσιες τελετουργίες, για παράδειγμα) — ή ότι υπάρχουν πρόσθετα στοιχεία του τραμπισμού που θα έπρεπε να περιληφθούν στον κατάλογο (η υπερ-αρρενωπότητα του MAGA, ο μισογυνισμός και η συνεκμετάλλευση του χριστιανισμού θυμίζουν επίσης φασιστικά πρότυπα). Η άσκηση σύγκρισης των ποικίλων μορφών του φασισμού δεν είναι ακριβής. Αν οι ιστορικοί αντιτείνουν ότι ο Τραμπ δεν είναι αντίγραφο του Μουσολίνι ή του Χίτλερ ή του Φράνκο, η απάντηση είναι: ναι — και λοιπόν; Ο Τραμπ οικοδομεί κάτι νέο πάνω σε παλιές αρχές. Μας δείχνει σε πραγματικό χρόνο πώς μοιάζει ο αμερικανικός φασισμός του 21ου αιώνα.
Αν, ωστόσο, ο Τραμπ είναι φασίστας πρόεδρος, αυτό δεν σημαίνει ότι η Αμερική είναι φασιστική χώρα. Τα δικαστήρια, οι πολιτείες και τα μέσα ενημέρωσης παραμένουν ανεξάρτητα από αυτόν, και οι προσπάθειές του να τα εκφοβίσει πιθανότατα θα αποτύχουν. Μπορεί να χάσει τον έλεγχο του Κογκρέσου τον Νοέμβριο. Δεν έχει καταφέρει να διαμορφώσει τη δημόσια γνώμη, παρά μόνο εναντίον του εαυτού του. Έχει υπερβεί την εντολή των ψηφοφόρων του, ο συνασπισμός του διαλύεται και έχει παραμελήσει εργαλεία που επιτρέπουν στους προέδρους να επιφέρουν διαρκή αλλαγή. Εκείνος και το κόμμα του μπορεί να παραβιάζουν το Σύνταγμα, αλλά δεν μπορούν να το ξαναγράψουν, ευτυχώς.
Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες, άλλοτε η υποδειγματική φιλελεύθερη δημοκρατία του κόσμου, είναι πλέον ένα υβριδικό κράτος που συνδυάζει έναν φασίστα ηγέτη και ένα φιλελεύθερο Σύνταγμα· αλλά όχι, δεν έχουν πέσει στον φασισμό. Και δεν θα πέσουν.
Σε αυτή την περίπτωση, έχει άραγε νόημα να αποκαλεί κανείς τον Τραμπ φασίστα, ακόμη κι αν αυτό είναι αληθές; Δεν αποξενώνει αυτό τους ψηφοφόρους του; Δεν θα ήταν καλύτερο απλώς να περιγράφονται οι πράξεις του χωρίς να του αποδίδεται ένας τόσο αμφιλεγόμενος χαρακτηρισμός;
Μέχρι πρόσφατα, έτσι πίστευα. Όχι πια. Οι ομοιότητες είναι πάρα πολλές και πάρα πολύ ισχυρές για να αγνοηθούν. Οι Αμερικανοί που υποστηρίζουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία πρέπει να αναγνωρίσουν με τι έχουμε να κάνουμε για να μπορέσουν να το αντιμετωπίσουν — και για να αναγνωρίσει κανείς κάτι, πρέπει να το ονομάσει. Ο Τραμπ έχει αποκαλύψει τον εαυτό του, και εμείς οφείλουμε να ονομάσουμε αυτό που βλέπουμε.