Ο Παύλος Κωνσταντινίδης είναι πρώην τακτικός ερευνητής του Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών Θεσσαλονίκης, διδάκτορας και συγγραφέας. Το ΄ςρθρο του που αναδημοσιεύουμε εδώ, προέρχεται από την ομάδα ΔΑΣΙΚΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ- ΔΑΣΙΚΕΣ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ του facebook στην οποία είναι και διαχειριστής. Επισημαίνει την έλλειψη ουσίας που διακρίνει επί χρόνια τη χώρα μας στο θέμα της δασικής διαχείρισης (ανυπαρξία διαχειριστικών σχεδίων, ανυπαρξία μόνιμου επιστημονικού προσωπικού κ.ά) και σε εντίθεση με αυτά, την ανάπτυξη ενός επικοινωνιακού ορυμαγδού με παράλληλη διανομή κοινοτικών (ταμείο ανάκαμψης, ΕΣΠΑ) αλλά και εθνικών πόρων (Πράσινο ταμείο, ΠΔΕ) που στην καλύτερη περίπτωση, απλά θολώνει την άθλια εικόνα της κατάστασης που επικρατεί στα ελληνικά δάση
Φτάνει πια. Δεν αφήσατε τίποτε όρθιο
Η καταστροφή των ελληνικών δασών δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Δεν είναι «η κακιά στιγμή». Είναι αποτέλεσμα επιλογών. Και οι επιλογές αυτές έχουν ονοματεπώνυμο.
1. Η αποδόμηση της δασικής διαχείρισης
Η Ελλάδα διέθετε ιστορικά μια ισχυρή δασική επιστημονική παράδοση. Η Δασική Υπηρεσία δεν ήταν διακοσμητικό όργανο. Είχε ρόλο στη διαχείριση, στην πρόληψη, στη χαρτογράφηση καύσιμης ύλης, στη δασοτεχνική οργάνωση, στα διαχειριστικά σχέδια. Το δάσος αντιμετωπιζόταν ως οικοσύστημα με δομή, δυναμική και ιστορικότητα.
Σήμερα η πρόληψη έχει υποκατασταθεί από εργολαβικές παρεμβάσεις, χωρίς ολοκληρωμένα διαχειριστικά σχέδια, χωρίς μόνιμη παρακολούθηση της δομής και της καύσιμης ύλης, χωρίς θεσμική συνέχεια. Η απομάκρυνση της δασικής επιστήμης από το επιχειρησιακό πεδίο είναι δομικό σφάλμα. Η οικολογία δεν λειτουργεί με δελτία τύπου.
2. Το πρόγραμμα Antinero ως εργαλείο αποσπασματικό
Το πρόγραμμα Antinero παρουσιάστηκε ως λύση πρόληψης. Στην πράξη εφαρμόστηκε κυρίως με εκτεταμένες μηχανικές παρεμβάσεις, καθαρισμούς και διανοίξεις, συχνά χωρίς οικολογική στόχευση και χωρίς διαφοροποίηση ανάλογα με τον τύπο οικοσυστήματος.
Η δασοκομική αραίωση είναι εργαλείο. Δεν είναι πανάκεια. Όταν εφαρμόζεται οριζόντια, χωρίς γνώση της δομής της συστάδας, χωρίς πρόβλεψη για τη διατήρηση της κατακόρυφης και οριζόντιας συνέχειας σε ανεκτά επίπεδα, δημιουργεί ανοίγματα που αυξάνουν την ηλιακή ακτινοβολία στο έδαφος, ενισχύουν την ανάπτυξη θαμνώδους βλάστησης και τελικά αναδομούν τη καύσιμη ύλη σε πιο εύφλεκτη μορφή. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο. Παρέμβαση για πρόληψη που δυνητικά ενισχύει τη μελλοντική ένταση πυρκαγιάς.
Η επιστήμη της δασικής οικολογίας είναι σαφής. Η καύσιμη ύλη δεν είναι μόνο ποσότητα. Είναι διάταξη, υγρασία, συνέχεια, δομή. Αν αυτά δεν μελετώνται συστηματικά, τότε μιλάμε για εργολαβική διαχείριση και όχι για δασοπονία.
3. Το ελεγχόμενο πυρ ως επικίνδυνη απλοποίηση
Η εφαρμογή ελεγχόμενων καύσεων αποτελεί εργαλείο σε συγκεκριμένα οικοσυστήματα και υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Στην Ελλάδα όμως επιχειρείται να εισαχθεί σε ένα μωσαϊκό οικοσυστημάτων με υψηλή τοπογραφική ποικιλότητα, έντονη ανεμοδυναμική αστάθεια και μεγάλη συσσώρευση καύσιμης ύλης μετά από δεκαετίες εγκατάλειψης της υπαίθρου.
Χωρίς μακροχρόνια πειραματικά δεδομένα, χωρίς χαρτογράφηση μικροκλιματικών συνθηκών και χωρίς ισχυρή επιχειρησιακή παρουσία δασικών επιστημόνων στο πεδίο, το ελεγχόμενο πυρ κινδυνεύει να λειτουργήσει ως ρίσκο και όχι ως εργαλείο. Δεν μεταφέρεις άκριτα πρακτικές από την Αμερική ή την Αυστραλία σε ένα μεσογειακό ορεινό τοπίο με διαφορετική κοινωνική και γεωμορφολογική πραγματικότητα.
Το ερώτημα δεν είναι αν το εργαλείο υπάρχει. Το ερώτημα είναι ποιος το εφαρμόζει, με ποια δεδομένα και με ποια θεσμική ευθύνη.
4. Ανεμογεννήτριες και κατακερματισμός οικοσυστημάτων
Η μαζική εγκατάσταση ανεμογεννητριών σε ορεινές και δασικές περιοχές δημιουργεί σοβαρό κατακερματισμό. Οι οδοποιίες πρόσβασης, οι εκσκαφές, οι επιχώσεις και οι διανοίξεις κορυφογραμμών μεταβάλλουν τη γεωμορφολογία, διαταράσσουν την υδρολογία και αυξάνουν τη διάβρωση.
Οι αιολικοί σταθμοί δεν είναι από μόνοι τους εχθρός. Ο τρόπος χωροθέτησης είναι το ζήτημα. Όταν εγκαθίστανται σε ώριμα δασικά οικοσυστήματα υψηλής οικολογικής αξίας, τότε το ενεργειακό όφελος συγκρούεται με τη βιοποικιλότητα και τη σταθερότητα του εδάφους. Το δάσος δεν είναι άδειο οικόπεδο. Είναι σύνθετο σύστημα με χρονικό βάθος δεκαετιών.
5. Το μοντέλο δασοπυρόσβεσης χωρίς τη Δασική Υπηρεσία
Από το 1998, με τη μεταφορά της ευθύνης δασοπυρόσβεσης στο Πυροσβεστικό Σώμα, η επιχειρησιακή διαχείριση αποσυνδέθηκε από τη δασική επιστημονική γνώση. Το αποτέλεσμα είναι ένα κατασταλτικό μοντέλο με έμφαση στα εναέρια μέσα και περιορισμένη θεσμική συμμετοχή της Δασική Υπηρεσία στον σχεδιασμό και την τακτική.
Η πυρκαγιά σε δασικό οικοσύστημα δεν είναι απλή φωτιά. Είναι φαινόμενο που εξαρτάται από καύσιμη ύλη, τοπογραφία και καιρικές συνθήκες. Η απουσία δασολόγου από το κέντρο λήψης αποφάσεων δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι στρατηγικό έλλειμμα.
Η έμφαση στα εναέρια μέσα δημιουργεί την ψευδαίσθηση ελέγχου. Στις ακραίες συνθήκες όμως, με υψηλές θερμοκρασίες και ισχυρούς ανέμους, καμία ρίψη νερού δεν αναστρέφει την ένταση μιας πυρκαγιάς κορυφής. Η πρόληψη και η δομική διαχείριση της καύσιμης ύλης είναι ο μόνος βιώσιμος δρόμος.
Συμπέρασμα:
Η καταστροφή των ελληνικών δασών δεν είναι μοιραία. Είναι θεσμική. Όταν η επιστημονική διαχείριση αντικαθίσταται από αποσπασματικά προγράμματα, όταν η ενεργειακή πολιτική χωροθετείται χωρίς οικολογική ιεράρχηση, όταν η δασοπυρόσβεση λειτουργεί αποκομμένη από τη δασική γνώση, τότε το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο.
Το δάσος χρειάζεται διαχειριστικά σχέδια, μόνιμο επιστημονικό προσωπικό, παρακολούθηση δομής και καύσιμης ύλης, αποκέντρωση και λογοδοσία. Όχι επικοινωνιακές εξαγγελίες.
Η φύση συγχωρεί αργά. Και τιμωρεί αθόρυβα. Αν δεν επαναφέρουμε τη δασοπονία στο κέντρο της πολιτικής, θα συνεχίσουμε να μετράμε στάχτες και να μιλάμε για ακραία φαινόμενα. Δεν είναι ακραία. Είναι προβλέψιμα.
Πηγή: ΔΑΣΙΚΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ - ΔΑΣΙΚΕΣ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ