Σεπτεμβρίου 22, 2026
    " Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
    Τίποτα παραπάνω από το ότι
    319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
    Και από τους θεατές περιμένουμε
    Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                                   Μπρεχτ

    Ο ειδικός

    Σεπτεμβρίου 21, 2026

    της Μαρίας Νάτση

     

    Ο Ντέγιαν καθιστός στο κρεβάτι του, προσπαθεί να τιθασεύσει το ανήσυχο γόνατό του με τη χούφτα του. Τα μάτια του, χρωματισμένα με ένα  ασθενικό γαλάζιο κοιτούν ανυπόμονα το βουβό τηλέφωνό του. Είναι  η ώρα που δέχεται κλήση από τους δικούς του. «Η κλήση παρακολουθείται και καταγράφεται για λόγους εθνικής ασφάλειας», έτσι ξεκινάει το κάθε τηλεφώνημα και σήμερα περιμένει με ανυπομονησία να ακούσει τη μητέρα του. Μετά από ένα επεισοδιακό τηλεφώνημα από τον παππού του, δέχτηκε τιμωρία δύο εβδομάδων χάνοντας το δικαίωμα τηλεφωνικής επικοινωνίας.

    Ο παππούς με μάτια πιο ζωηρά γαλανά από τα δικά του, με βροντερή φωνή και με τσαγανό που θα το ζήλευε εικοσάχρονος, απειλούσε και καταριόταν θεούς, δαίμονες και εξουσία που τόλμησαν να πάρουν τον 13χρονο εγγονό του από το σπίτι. Έχοντας περάσει δύο πολέμους, κατάφερε να φτάσει στα ογδόντα πέντε του χρόνια χωρίς να χάσει ίχνος από την ικμάδα του. Στο βλέμμα του καθρεφτιζόταν ακόμη εκείνο το ανυπότακτο, σερβικό «ίνατ» και το περήφανο, ανυποχώρητο πείσμα των ανθρώπων που ζουν στις απόκρημνες κορυφές  και που ορίζει πως όσο περισσότερο σε πιέζει η μοίρα, τόσο πιο ψηλά υψώνεις το ανάστημά σου. Κάθε φορά που ο μικρός σκεφτόταν τον παππού του, ένιωθε στα ρουθούνια του τη γνώριμη, βαριά μυρωδιά της καμένης οξυάς που είχε ποτίσει για δεκαετίες τα μάλλινα ρούχα του. Ήταν απόλυτα σίγουρος για ένα πράγμα, αν ο γέρος μάθαινε πού βρίσκεται, θα ερχόταν έτοιμος να γκρεμίσει αυτόν τον αρρωστημένο κόσμο για να τον πάρει πάλι σπίτι.

    « Αγόρι μου» ακούστηκε σπασμένη η φωνή της μητέρας του.

     «Είσαι καλά;» Τα σωθικά του Ντέγιαν ξέσκισε μια πνιχτή κραυγή.

    « Ναι μαμά».

    « Σε προσέχουν;» ένιωσε το γόνατό του να τρέμει και το χείλος του να ακολουθεί.

    «Ναι μαμά, μην ανησυχείς», είπε με σταθερή φωνή που ξάφνιασε και τον ίδιο. «Είναι όλα καλά. Εσείς;»

    « Όλοι είμαστε καλά. Ο αδερφός σου τα πηγαίνει καλά στο σχολείο. Η γατούλα σου γέννησε δύο μικρά. Είναι κάτασπρα όπως αυτή, χνουδωτά, με μαύρη ουρίτσα. Ο Γκόραν ρωτάει συνέχεια για εσένα. Του λείπεις. Σε όλους μας λείπεις».

     «Κι εσείς μου λείπετε μαμά. Είναι όλα καλά, αλλά θα πρέπει να κλείσω, τελειώνει ο χρόνος και πρέπει να πάω στο σχολείο»

    «Εντάξει αγόρι μου. Σε αγαπώ»

    «…Σας αγαπώ ...» απάντησε ο Ντεγιαν αλλά το τηλέφωνο είχε ήδη κλείσει και ακούστηκε η γνώριμη φωνή «ο χρόνος ομιλίας σας τελείωσε. Η κλήση καταγράφηκε για λόγους εθνικής ασφάλειας». Ο Ντέγιαν άφησε το τρέμουλο να τον κατακλύσει μαζί με τις αναμνήσεις της γατούλας του, όταν τη βρήκε μωρό λασπωμένη, να κλαίει  μέσα σε μια δυνατή  καλοκαιρινή μπόρα, τον φίλο του Γκόραν που τον ήξερε από το νηπιαγωγείο  και τον αδερφούλη του που ήταν δύο χρόνια μικρότερος. Το αδύνατο κορμί του άρχισε να τραντάζεται, οι μύες της κοιλιάς του έκαναν ακούσιες συσπάσεις, χωρίς φωνή, χωρίς κλάμα, ακολουθώντας έναν ασυγκράτητο  εσωτερικό κυματισμό βουβών  αναφιλητών . Στο τέλος βγήκαν στην επιφάνεια οι υφάλμυρες σταγόνες  που κουβαλούσαν 94 μέρες ανομολόγητης θλίψης.

    Μετά από λίγο, σκούπισε τα μάτια του, καθάρισε τα νοτισμένα γυαλιά του, τιθάσευσε τις  ξανθές τούφες που σκίασαν τα μάτια του και ξεκίνησε για το σχολείο. Ήταν ο μοναδικός χώρος όπου έφτανε μια ανάμνηση φυσικού φωτός. Ένας μικροσκοπικός φεγγίτης άφηνε να περνά μια μόλις αισθητή αύρα, φορτωμένη με αόρατες σταγόνες δροσιάς και μακρινούς ήχους από έναν κόσμο που συνέχιζε να υπάρχει χωρίς εκείνον. Ο Ντέγιαν έκλεινε τα μάτια και κρατούσε την ανάσα του, προσπαθώντας να ξεχωρίσει τι ήταν αυτό που άκουγε.

     Ένα πουλί; Το σύρσιμο μιας σαύρας; Τον άνεμο ανάμεσα στα δέντρα; Προσπαθούσε να μαντέψει πού βρισκόταν. Σε κάποιο δάσος; Σε μια πεδιάδα;  Ύστερα άνοιγε τα μάτια και παραδινόταν  σε έναν τόπο χωρίς όνομα. Το σχολείο ήταν μια ψυχρή αίθουσα ατομικής διδασκαλίας, με ένα θρανίο,  μια καρέκλα και μια μεγάλη οθόνη . Ο καθηγητής στην οθόνη φορούσε στρατιωτική στολή ίσως για να του θυμίζει ότι είναι πρώτα στρατιώτης και μετά μαθητής .

    Μόλις τελείωσε το μάθημα, πήγε στον χώρο του εστιατορίου. Ήταν ένας από τους ελάχιστους χώρους όπου μπορούσε να συναντήσει τους υπόλοιπους «ειδικούς». Έφηβοι και παιδιά, ηλικίας έντεκα έως δεκαέξι ετών, από διαφορετικές χώρες, οι περισσότεροι γνώριμοι από τους αγώνες. Ο ενθουσιασμός του παιχνιδιού ήταν πάντοτε μεγαλύτερος από τη χαρά της νίκης και κανείς τους δεν μπορούσε τότε να φανταστεί πως εκείνο που κρατούσαν στα χέρια τους σαν παιχνίδι θα γινόταν κάποτε όπλο.

    Είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν πως κάτι δεν πήγαινε καλά, όταν στους αγώνες και στις πίστες τους άρχισαν να εμφανίζονται άνδρες και γυναίκες με αυστηρό ντύσιμο και το σήμα της Συνομοσπονδίας στα αυτοκίνητά τους. Στην αρχή στέκονταν απλώς στην άκρη και τους παρατηρούσαν. Ύστερα άρχισαν να κρατούν σημειώσεις. Κανείς δεν τους εξήγησε ποτέ τι ακριβώς κατέγραφαν. Όμως τα παιδιά καταλαβαίνουν τη σιωπή των μεγάλων. Έτσι πολύ σύντομα δημιούργησαν τη δική τους γλώσσα , έναν τρόπο να συνεννοούνται χωρίς να τους καταλαβαίνουν.

     Ο Ντέγιαν κάθισε κοντά στον Φιν, έναν Γερμανό φίλο του, δύο χρόνια μεγαλύτερό του. Στην τραπεζαρία απέφευγαν να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα, για να μην προδώσουν στις κάμερες  την ύπαρξή της. Μόνο περιστασιακά τους ξέφευγε κάποια λέξη, όμως περνούσε  απαρατήρητη, σαν αργκό της νεολαίας. Ο Φιν έδειχνε άυπνος. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και το πρόσωπό του ανέκφραστο. Ο Ντέγιαν τον κοίταξε με νόημα.

    «Ήμουν στην παρακολούθηση υπόπτων χθες» είπε ο Φιν.

    «Χρειάστηκε να τερματίσεις κάποιον;» Ο Φιν άργησε να απαντήσει. Έσφιξε το κουτάλι μέσα στη χούφτα του.

    «Ναι ναι…». Έμεινε για λίγο σιωπηλός

    «Προσπάθησε να ξεφύγει. Προσπάθησα κι εγώ. Μετράνε την απόδοσή μου. Την ξέρουν. Τα πάντα  ξέρουν».  Έσκυψε λίγο προς το μέρος του.

    «Αυτά τα «τζούκας» είναι πολύ καλύτερα από τα δικά μας. Είναι γρήγορα. Δεν αφήνουν τον στόχο να ξεφύγει δυστυχώς». Ο Ντέγιαν κατέβασε το βλέμμα στο πιάτο του. «Τζούκας» ονόμαζαν τα παιδιά τα drones. Ο Φιν ήταν από τους καλύτερους. Τα δάχτυλά του χόρευαν πάνω στα χειριστήρια, δίνοντας στο drone μια κίνηση σχεδόν αφύσικη. Γλιστρούσε πάνω στους καρτεσιανούς άξονες, βυθιζόταν στο πλάι, βουτούσε σαν τραυματισμένο πουλί και την επόμενη στιγμή εκτοξευόταν κατακόρυφα, περνώντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα ανάμεσα από εμπόδια, στενά τούνελ και τους φωτισμένους με LED κρίκους του αιωρούμενου λαβύρινθου.

    «Εσύ;» ρώτησε τον Ντέγιαν

    «Με έχουν ακόμη στην επιτήρηση και στην αναγνώριση προσώπων .»

    «Δεν είσαι καιρό εδώ, γι’ αυτό». Ο Φιν έγνεψε αργά. Ο Ντέγιαν σήκωσε το βλέμμα και παρατήρησε μια ομάδα παιδιών που κάθονταν μόνα τους στην άκρη της αίθουσας. Ήταν μικρά, γύρω στα πέντε. Κάποια κρατούσαν το κουτάλι με περίεργο αδέξιο τρόπο, άλλα κουνούσαν τα πόδια τους κρεμασμένα από τις ψηλές καρέκλες Κανένα δεν μιλούσε.

    «Αυτά τα μικρά τι είναι;» Ρώτησε ο Ντέγιαν. Ο Φιν ακολούθησε το βλέμμα του.

    «Σπόρια».

    « Έτσι τα αποκαλούν. Σπόρια. Θα γίνουν σαν εμάς». Ο Ντέγιαν τον κοίταξε ξανά.

    «Τα εκπαιδεύουν από τώρα;»

    «Ναι. Τα έχει αναλάβει ο Τακάσι». Ο Τακάσι ήταν ο παλαιότερος από όλους και ο ανώτερος στην ιεραρχία. Ευθυτενής και πειθαρχημένος, με εκείνη την αδιόρατη ιαπωνική αυστηρότητα που έμοιαζε να ξεκινά από τον τρόπο που στεκόταν, έφερνε στα χαρακτηριστικά του κάτι από τα γονίδια των γηγενών προγόνων του, των Jōmon. Βαθιά μάτια, βαριά βλέφαρα, πυκνά φρύδια και ένα αυστηρό σαγόνι, που ερχόταν σε παράξενη αντίθεση με την ήρεμη, σχεδόν τρυφερή φωνή του. Όταν μιλούσε, έκανε μια μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη υπόκλιση του κεφαλιού, σαν να ζύγιζε κάθε λέξη πριν την αφήσει να βγει από τα χείλη του. Ο Φιν έκανε μια μικρή παύση και κοίταξε γύρω του.

    «Ο Τακάσι μου είπε ότι τον τρομάζουν.»

    «Γιατί;»

    «Επειδή δεν έχουν αναμνήσεις». Ο Ντέγιαν κοίταξε πάλι τα παιδιά. Ένα από αυτά έπαιζε μηχανικά με το κουτάλι του, κοιτάζοντας το κενό.

    «Από πού;»

    «Από έξω». Ο Φιν χαμήλωσε τη φωνή του. «Δεν θυμούνται τίποτα από τον κόσμο έξω. Ούτε σπίτια, ούτε γονείς, ούτε δρόμους. Τίποτα». Σταμάτησε για λίγο.

    «Ο Τακάσι πιστεύει πως τα «σπόρια» γεννήθηκαν εδώ». Ο Ντέγιαν ένιωσε ένα κρύο ρίγος να διατρέχει την πλάτη του.

    «Εδώ»; Ο Φιν έγνεψε.

    «Ναι. Πιστεύει πως γεννήθηκαν γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό»

    «Τον σκοπό» μουρμούρισε ο Ντέγιαν. Η Συνομοσπονδία μετρούσε ήδη δεκαπέντε χρόνια ζωής. Είχε γεννηθεί μέσα από μια εποχή αλλεπάλληλων κρίσεων, μιας σύντομης παγκόσμιας σύρραξης και ενός οικονομικού κραχ που είχε γονατίσει μικρές και μεσαίες χώρες. Παρουσιάστηκε ως η λύση στην αστάθεια. Μια ένωση που θα εξασφάλιζε οικονομική σταθερότητα, κοινή ασφάλεια και προστασία των πολιτών. Ο παππούς του, όμως, έλεγε πως τίποτα από όλα αυτά δεν είχε συμβεί ξαφνικά. Πριν ακόμη δημιουργηθεί η Συνομοσπονδία, είχε προετοιμαστεί το έδαφος. Μια σειρά νόμων είχαν υιοθετηθεί σταδιακά από δεκάδες χώρες. Νόμοι που, στην αρχή, παρουσιάζονταν ως αναγκαίοι για την προστασία των πολιτών και την αντιμετώπιση των κρίσεων. Τους είχαν δώσει μάλιστα ένα αθώο όνομα: «κοινή πολιτειακή διακυβέρνηση».

    «Εκεί αρχίζουν όλα», του έλεγε ο παππούς του. «Όταν σου ζητούν να παραδώσεις λίγη ελευθερία για να σου προσφέρουν περισσότερη ασφάλεια». Ο Ντέγιαν θυμήθηκε τη φωνή του. Η υπακοή των πολιτών έγινε προϋπόθεση για την ασφάλεια. Υπάρχουν όμως  ακόμη χώρες και ομάδες ανθρώπων που αρνούνται να  «συνεργαστούν». Αυτούς έχει  βάλει στο στόχαστρο η Συνομοσπονδία και προσπαθεί να τους κάμψει με κάθε τρόπο. Ο Ντέγιαν κοίταξε ξανά τα παιδιά στην άκρη της αίθουσας. «Σπόρια… Παιδιά χωρίς αναμνήσεις» μουρμούρισε ο Ντέγιαν. Έσκυψε προς τον Φιν

    «Δεν θέλουν απλώς καλούς στρατιώτες. Θέλουν  πολίτες  που να μην γνωρίζουν πώς είναι να είσαι ελεύθερος». Ο Φιν τον κοίταξε διαπεραστικά 

    «Μπρίφα» (συνάντηση) είπε στη γλώσσα τους. «Αύριο στο μπάσκετ» συνέχισε. «Πες το στον Ματέο και τον Έρικ. Εγώ στον Τακάσι και στους άλλους». Το μπάσκετ ήταν 3 φορές στο εβδομαδιαίο πρόγραμμά τους. Έπαιζαν, γελούσαν και άγγιζαν ντροπαλά κάποιες εύθραυστες στιγμές ξεγνοιασιάς. Ο Φιν έδειχνε πειστικά  κεφάτος.

     –Ρε, πήρατε κι εσείς «Χαμαιλέοντα»;

    –Ναι, ρε φίλε, είπε ο Ματέο. Οι περισσότεροι από τη δεκάδα έγνεψαν καταφατικά.

    –Γαμάτο;

    –Τι είναι,; Ρώτησε ο Ντέγιαν. Εγώ δεν πήρα 

    –Αθόρυβο drone. Εντελώς αθόρυβο. Δεν έχει κανένα φως και είναι σχεδόν αόρατο. Παίρνει το χρώμα του ουρανού, των δέντρων γίνεται γκρίζο σαν τα κτίρια. Έκανε μια μικρή παύση και χαμογέλασε. Χαμαιλέοντας.

    –Όχι ρε! Πλάκα κάνεις!

    –Ναι. Θα χειρίζομαι τρία ταυτόχρονα, είπε ο Φιν.

    –Κι εγώ δύο, πετάχτηκε ο Ματέο.

    –Κι εγώ δύο, είπαν σχεδόν μαζί οι άλλοι. Το παιχνίδι είχε ήδη αρχίσει. Τα παιδιά, εκτός από τα drones, φαίνεται πως τα κατάφερναν και με την μπάλα. Ο Ματέο χώθηκε σε μια ντρίπλα του Φιν και, καθώς τα σώματά τους μπλέχτηκαν για μια στιγμή, του ψιθύρισε: «Νόρα» Την ίδια στιγμή, σηκώθηκε και φώναξε δυνατά

    –Ανυπομονώ για την επίδειξη σε ένα μήνα! Και πήδηξε για το ριμπάουντ.

    –Κι εγώ, ρε συ, είπε ο Φιν χαμογελώντας. Με τρεις Χαμαιλέοντες θα τους γαμήσω, είπε δυνατά. Πάρε τώρα ένα τρίποντο. Τίναξε τον κορμό του σαν ελατήριο, ξέφυγε από το μαρκάρισμα και πέταξε την μπάλα προς το καλάθι.

    -Αυτή τη χρονιά θα είμαστε όλοι μαζί στην επίδειξη είπε ο Τακάσι. Θα είναι online  όπως πέρυσι. Βάλτε τα δυνατά σας μάγκες. Ντέγιαν μες την εβδομάδα παίρνεις κι εσύ το δικό σου χαμαιλέοντα και φεύγεις από την παρακολούθηση, έρχεσαι στους στόχους, μαζί μας .

    Μέσα στα μαρκαρίσματα, στις φωνές και στα χτυπήματα της μπάλας, η λέξη «Νόρα» άρχισε να περνά από στόμα σε στόμα. Το παιχνίδι συνεχίστηκε. Σε κάθε ντρίπλα, σε κάθε σκριν, σε κάθε ριμπάουντ, περνούσε κι από μια λέξη ψιθυριστά, μέχρι που ολόκληρη η συζήτηση των παιδιών είχε κρυφτεί μέσα στον θόρυβο του παιχνιδιού.

    ………………………………………………………………….

    Μίλια μακριά, η Νόρα ανοιγοκλείνει τα βαμβακένια βλέφαρά της και κοιτάει ανήσυχη γύρω της, μασουλώντας τα υπολείμματα από το προηγούμενο γεύμα της. Απέναντί της, στο ράφι του δωματίου, στέκεται  ένας μαύρος γυαλιστερός, κομψός πρόγονος του Χαμαιλέοντα, το πρώτο drone του Ματέο και στο πλάι του, δύο σειρές από παραταγμένα κύπελλα αγώνων. Όταν οι άνθρωποι της Συνομοσπονδίας άρχισαν να παρακολουθούν τους αγώνες, πολλά πράγματα  σταδιακά άλλαξαν. Οι πίστες μετατράπηκαν σε τεράστιες κατασκευές με κινούμενα εμπόδια, σταθερούς και κινούμενους στόχους, ενώ τα drones αντικαταστάθηκαν από νέα, τεχνολογικά προηγμένα μοντέλα, ταχύτερα, πιο ευέλικτα και εξοπλισμένα με λέιζερ.

    Μια μέρα, στα πλαίσια της προπόνησης, διοργάνωσαν μια δοκιμασία της ομάδας με καθόλου ευκαταφρόνητο χρηματικό έπαθλο. Τους μετέφεραν σε μια άδεια αποθήκη, που είχε το θλιμμένο χρώμα των εγκαταλελειμμένων κτιρίων και τη συριγμώδη φωνή του οξειδωμένου σίδερου. Στο εσωτερικό της είχε στηθεί μια πίστα που έμοιαζε βγαλμένη από χολιγουντιανή ταινία. Η εντολή ήταν απλή: «Βρείτε τον στόχο και εξαλείψτε τον». Εκείνη τη μέρα, τα πρόσωπα των παιδιών είχαν πάρει το ροδαλό χρώμα της αδρεναλίνης. Τα δάχτυλά τους έσφιγγαν τα χειριστήρια και τα drones κινούνταν προσεκτικά, ιχνηλατώντας  τις λαβυρινθώδεις κατασκευές.

    Από ένα πιθάρι στερεωμένο πάνω σε έναν ψεύτικο χλοοτάπητα, ξεπήδησε ένα χνουδωτό κουνελάκι με μια ασύμμετρη μουτζούρα στο ανήσυχο μουσούδι του και μια δεύτερη στο δεξί αυτί του. Αναστατωμένο από τον βόμβο των drones, άρχισε να τρέχει πανικόβλητο. Χωνόταν σε τούνελ, περνούσε μέσα από αλληλένδετα δωμάτια, χοροπηδούσε πάνω σε σκάλες και προσπαθούσε να ξεφύγει από τους φτερωτούς καταδιώκτες του. Τα παιδιά το ακολουθούσαν μέσα στις λαβυρινθώδεις κατασκευές ώσπου  κατάφεραν να το εγκλωβίσουν σε έναν χώρο χωρίς διέξοδο. Γύρω του υψώνονταν γυάλινα τοιχώματα. Το κουνελάκι, ζαλισμένο και τρομαγμένο, χτυπούσε πάνω τους, αναζητώντας απεγνωσμένα μια έξοδο. «Εξαλείψτε τον στόχο!» ακούστηκε η εντολή.

     Τα drones πήραν θέση, περικυκλώνοντας το ζώο, που είχε λουφάξει στο κέντρο του δωματίου. Αιωρούνταν ακίνητα σε κύκλο γύρω του, όταν ξαφνικά σαν να παρασύρθηκαν από μια αόρατη δίνη, άρχισαν να διαγράφουν ολοένα στενότερους κύκλους, σχηματίζοντας μια σπείρα που χαμήλωνε. Και τότε, άνοιξαν πυρ. Τα γυαλιά θρυμματίζονταν, κομμάτια από ψεύτικους τοίχους κατέρρεαν και το κουνελάκι έστεκε παγωμένο από τον τρόμο σαν  λούτρινο παιχνίδι ξεχασμένο στη μέση μιας κατεστραμμένης σκηνής. Σταμάτησαν για λίγο δίνοντας την ευκαιρία στο ζωάκι να πεταχτεί μέσα από το άνοιγμα, τρέχοντας χωρίς κατεύθυνση και αμέσως μετά συνέχισαν να βάλλουν εναντίον των τοίχων και των κατασκευών, ώσπου οι υπεύθυνοι όρμησαν οργισμένοι πάνω στα παιδιά και τους άρπαξαν τα χειριστήρια από τα χέρια.

    Όταν ο Ματέο πήγε να πάρει το σακίδιό του, άκουσε ένα αδύναμο ξύσιμο στο ύφασμα. Έσκυψε, άνοιξε προσεκτικά το φερμουάρ και αντίκρισε το κουνελάκι κουλουριασμένο ανάμεσα στα πράγματά του. Το πήρε κρυφά μαζί του και το ονόμασε Νόρα.

    ………………………………………………………………….

    Ο Ντέγιαν προσπαθεί, ανάμεσα στις παύσεις του λόγου του καθηγητή, να αφουγκραστεί ήχους από τον έξω κόσμο, όμως σήμερα υπάρχει μόνο μια απελπιστική σιωπή. Μια στενή λωρίδα φωτός πέφτει πάνω στο γραφείο του, αποκαλύπτοντας τον χορό αμέτρητων, αιωρούμενων μικροσκοπικών σωματιδίων σκόνης. Σηκώνει το βλέμμα προς τον φεγγίτη. Είναι σίγουρα μια από εκείνες τις μέρες που ο ουρανός έχει ντυθεί με άσπρα, ημιδιάφανα σύννεφα και οι πιο γενναίες ακτίνες του ήλιου καταφέρνουν να τα διαπεράσουν, σχηματίζοντας στενές δέσμες φωτός. Ο παππούς έλεγε πως αυτή η εικόνα ήταν ο φεγγίτης του ουρανού και πως, αν του ζητούσαν να ζωγραφίσει την ελπίδα, έτσι θα την έδειχνε, σαν λεπτές λωρίδες φωτός που ξεπηδούν μέσα από τα σύννεφα και φτάνουν στη γη. Μένει λίγο ακόμη να κοιτάζει ψηλά και ύστερα χαμηλώνει τα μάτια στο γραφείο του, ενώ η φωνή του καθηγητή συνεχίζει, ίδια, μονότονη και πιο ανούσια από ποτέ.

    Αύριο είναι η μεγάλη μέρα της στρατιωτικής επίδειξης, η μέρα που η Συνομοσπονδία θα παρουσιάσει στον κόσμο την στρατιωτική υπεροχή της, τον οπλισμό της και φυσικά τα drones , την ακρίβεια , τη δύναμή τους και τη δυνατότητα να ανιχνεύουν και να εξαλείφουν στόχους. Ο Ντέγιαν απλώνει το χέρι του μέσα στη λωρίδα φωτός που αγγίζει το γραφείο του, σαν να ζητιανεύει  λίγη από την ελπίδα που ο παππούς του  έβλεπε στον ουρανό. Το φως γεμίζει  αθόρυβα την εφηβική παλάμη και η αυριανή μέρα αρχίσει ήδη να χαράζει το περίγραμμά της.

    Τα εννιά παιδιά κάθονται γύρω από το κυκλικό γραφείο του κέντρου επιχειρήσεων. Πίσω από το γυάλινο χώρισμα, ο Τακάσι, υπεύθυνος της ομάδας, συντονίζει το λογισμικό, ελέγχει τις κάμερες και παρακολουθεί κάθε κίνηση. Η επίδειξη έχει ήδη  αρχίσει και σε λίγο έρχεται η σειρά τους. Τα drones απογειώνονται. Στις οθόνες, στρατιωτικοί με άψογες στολές παρουσιάζουν τις δυνατότητές τους. Την ίδια στιγμή, στο σπίτι του Ντέγιαν, ο παππούς αρνείται να κοιτάξει. Βαδίζει νευρικά στο σαλόνι, με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη. «Μίλησα με τον Ντέγιαν χθες, πατέρα. Είπε να είσαι περήφανος για εκείνον». Ο παππούς σταματά και σηκώνει το αυλακωμένο μέτωπό του. «Τι είπε;»

    Το έχει ακούσει, αλλά το ρωτά ξανά. Χωρίς να περιμένει απάντηση, κάθεται μπροστά στην οθόνη.

    Δεκαοκτώ drones. Δεκαοκτώ στόχοι. Ένα έντρομο πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι ενός αυτοκινήτου, ένας άντρας που κάνει τζόκινγκ, μια γυναίκα με το χέρι ενός παιδιού μέσα στην παλάμη της. Μίλια μακριά, η Νόρα ανοιγοκλείνει τα βαμβακένια βλέφαρά της, μία σταγόνα ιδρώτα στέκεται στο μέτωπο του Ντέγιαν. Τα drones τρεμοπαίζουν, παρασύρονται, στριφογυρίζουν σε περιδίνηση, οι εικόνες στις οθόνες ζαλίζουν, ο παππούς σφίγγει τις γροθιές του. Τα drones πέφτουν.

    Ένα, δύο…δεκαοκτώ. Στην οθόνη, το πρόσωπο ενός παιδιού που σηκώνει έναν «χαμαιλέοντα». Το λογισμικό σύνδεσης σβήνει. Μαύρο.

    Κρότος.

    Η Νόρα αναπηδά, η  πόρτα συντρίβεται, ένοπλοι εισβάλλουν στο θάλαμο επιχειρήσεων, ο παππούς πετάγεται όρθιος.

    «Ντέγιαααν!»

    της Μαρίας Νάτση

     

    Τα τροχαία, λέει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, δεν είναι «ατυχήματα», αλλά αποτέλεσμα Πολιτισμού και αποτέλεσμα Πολιτικής. Η ποιότητα της πόλης μετριέται από το πώς ζουν οι πεζοί στον δημόσιο χώρο, αν υπάρχει ισότητα στη χρήση του δημόσιου χώρου και αν υπάρχει σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή και, ειδικά, στις ευάλωτες ομάδες. Και ποια είναι, άλλωστε, η ύψιστη υποχρέωση της Πολιτείας, αν όχι το να διαφυλάττει τη ζωή του ευάλωτου πληθυσμού και, ειδικά, των παιδιών και των εφήβων;

     Όμως στον δικό μας τόπο, η ανθρώπινη ζωή δεν αξίζει τίποτα.

    Η ζωή των εφήβων και των παιδιών είναι ένα σκουπίδι πεταμένο στην άκρη μιας υποτιθέμενης λεωφόρου, με ανύπαρκτα φανάρια, ανύπαρκτα πεζοδρόμια και ανύπαρκτες διαβάσεις.

    Είναι παιδιά ανώνυμα, που δεν χωράει η φροντίδα τους στην πολιτική ατζέντα.

    Είναι παιδιά μιας φαβελοποιημένης πόλης, που τους αρνείται έναν στοιχειωδώς ασφαλή δρόμο για να πάνε σχολείο, βόλτα, στο άθλημά τους.

    Με μια πολιτική που, εν μια νυκτί, αποφάσισε να υπερδιπλασιάσει τον αριθμό των πλοίων του δεύτερου σε κίνηση λιμανιού της χώρας, αυξάνοντας την ίδια ώρα την πιθανότητα τραυματισμού, αναπηρίας ή θανάτου των πεζών εφήβων.

    Υπάρχουν όμως κι άλλες συνοικίες, που μάλλον εκεί, υπάρχει άλλος Θεός.

    Στο Ψυχικό, τα πεζοδρόμια είναι μεγάλα, σκιερά από ψηλά δέντρα, γεμάτα θορυβώδη παπαγαλάκια. Εκεί ο πεζός δεν περπατάει απλά με ασφάλεια, αλλά με αξιοπρέπεια.

    Γιατί συμβαίνει αυτό;

    Μα γιατί αυτοί που μένουν εκεί δεν ανέχονται τίποτα λιγότερο και όσοι διοικούν δεν τολμούν να τους δώσουν τίποτα λιγότερο.

    Όμως στον δικό μας τόπο, η ζωή των παιδιών αξίζει όσο μια φωτογραφία σε τοπικά περιοδικά.

    Περιχαρείς βουλευτίνες, βουλευτές, αντιπεριφερειάρχες δίνουν το «παρών» σε περιφορές Επιταφίων, κοπές πίτας, συναυλίες, Αναστάσεις, γιορτές, γενέθλια, κηδείες, βαφτίσια, κόλλυβα και είναι η παρουσία τους στον τόπο μας καλοδεχούμενη, αρκεί να είναι και λίγο χρήσιμη.

    Είναι καιρός να μάθουν ότι τα  παιδιά μας, πηγαίνουν σε δημόσια σχολεία, δεν έχουμε σοφέρ, ούτε ιδιωτικά σχολικά λεωφορεία, δεν έχουμε καν την πολυτέλεια να τα μεταφέρουμε εμείς, καθώς δουλεύουμε για να τα μπορέσουμε να τα μεγαλώσουμε.

    Θα πρέπει όμως να ξέρουν ότι δεν είναι τρίτης κατηγορίας πολίτες, δεν είναι παιδιά ενός κατώτερου Θεού, ούτε αναλώσιμα, για να δεχόμαστε τον κίνδυνο να σκοτωθούν στον δρόμο κι εμείς να σιωπούμε.

    Η επικίνδυνη αυτή κατάσταση πλέον, δεν είναι ανεκτή.

    Για τον λόγο αυτό έχει ήδη αποσταλεί αίτημα προς τον Δήμο Ραφήνας–Πικερμίου, να τεθεί το ζήτημα στο Δημοτικό Συμβούλιο και να συζητηθούν οι προτάσεις επίλυσης του προβλήματος.

    Η πρόταση αφορά να προχωρήσει άμεσα ο Δήμος σε επίσημη εισήγηση προς την Περιφέρεια, το αρμόδιο Υπουργείο και τους συναρμόδιους φορείς για τη δημιουργία τεσσάρων ελεγχόμενων σημείων ασφαλούς διέλευσης στη Λεωφόρο Φλέμινγκ, με την ΑΜΕΣΗ κατασκευή πεζοδρομίων και την εγκατάσταση τεσσάρων φωτεινών σηματοδοτών:

    Τρεις φωτεινοί σηματοδότες για πεζούς, με κομβίο ενεργοποίησης, ώστε ο πεζός να μπορεί να ζητά ασφαλή διέλευση και να διασχίζει τη Λεωφόρο με ελεγχόμενο τρόπο, και ένας φωτεινός σηματοδότης στην έξοδο του 2ου Δημοτικού Σχολείου, με λειτουργία κατά τις ώρες προσέλευσης και αποχώρησης των μαθητών.

    Επίσης, όσον αφορά τον υψηλής επικινδυνότητας δρόμο της Μεγάλου Αλεξάνδρου–Ήλιδος, θα πρέπει να εξεταστεί από τον Δήμο η διάνοιξη παράπλευρης διαδρομής πεζών, παράλληλα με τον υφιστάμενο δρόμο.

    Εάν δεν είναι εφικτή άμεσα μια μόνιμη λύση, ας διανοιχθεί, ως προσωρινή λύση, ένα χωμάτινο, βατό και ασφαλές μονοπάτι, όπου αυτό είναι τεχνικά και νομικά εφικτό.

    Αναμένουμε πλέον τις ενέργειες των Δημοτικών Συμβούλων, ώστε το θέμα να τεθεί προς συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο και να περάσουμε από τη διαπίστωση του προβλήματος στη λύση του.

    Αναμένουμε επίσης τη συμπαράσταση των Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων, αλλά και των τοπικών συλλόγων της περιοχής. Η ασφάλεια των παιδιών και των πεζών είναι υπόθεση όλων μας και χρειάζεται τη φωνή και τη στήριξη ολόκληρης της τοπικής κοινωνίας.

     

    Παρακάτω, παραθέτουμε το έγγραφο που απέστειλε η Μαρία Νάτση προς τη Δήμαρχο Ραφήνας–Πικερμίου, την Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου Ραφήνας–Πικερμίου, τους/ τις Αντιδημάρχους Ραφήνας - Πικερμίου και τους/τις Δημοτικούς Συμβούλους Ραφήνας–Πικερμίου

     

     

    Αίτημα προς τη Δήμαρχο και τους Δημοτικούς Συμβούλους για την άμεση εισαγωγή του θέματος προς συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο – Ασφάλεια πεζών, παιδιών και εφήβων στη Λεωφόρο Φλέμινγκ και στη διαδρομή Μεγάλου Αλεξάνδρου–Ήλιδος

     

    Ο σωλήνας

    Ιουνίου 28, 2026

    της Μαρίας Νάτση

     

    Ο ψηλόλιγνος άντρας, με το αθλητικό κορμί, πηγαινοερχόταν νευρικά στη στενή κάμαρα.

    Έγερνε το κεφάλι του προς τα πίσω, σαν να τον τραβούσε μια αφύσικη βαρύτητα, κι έπειτα, ξαφνικά, το έριχνε μπροστά. Έδενε τα χέρια πίσω από το κομψό σακάκι του και κοιτούσε τις αψεγάδιαστες, λεπτές ραφές στα πανάκριβα, γυαλιστερά παπούτσια του.

    - Ναι… είμαι λίγο πιεσμένος. Ίσως δεν είναι καλή ιδέα να σου μιλήσω.

     - Να που μου μιλάς, όμως.

     - Είσαι ο μόνος που μπορώ να εμπιστευτώ, είπε ο άντρας και όρθωσε το κορμί του, χάνοντας ξαφνικά το ενδιαφέρον για τα παπούτσια του, που σε μία εβδομάδα θα έβρισκαν αντικαταστάτη.

     - Πώς ήταν η μέρα σου;

    Ο άντρας γέλασε νευρικά, με τα χείλη σφραγισμένα και τα δάχτυλά του σφιχταγκαλιασμένα σε μια πρωτότυπη λαβή θανάτου.

     - Όπως όλες… αλλά τα καταφέρνω περίφημα. 

    Το τελευταίο το είπε με έναν σχεδόν επίσημο τόνο.

    Ναι, πλέον θα έλεγα ότι τα πάω περίφημα. Είμαι τόσο καλά εκπαιδευμένος, που όλα γίνονται αυτοματοποιημένα. Ο λόγος, οι αποφάσεις, τα σχέδια, η διαχείριση των προβλημάτων. Έχουν  ενεργοποιηθεί όλα τα απαραίτητα για τη θέση μου αντανακλαστικά και, σε οποιοδήποτε ερέθισμα, αντιδρώ άμεσα. Κάτι σαν το σκυλάκι του Παβλόφ. Μόνο που εκείνο είχε μια ανταμοιβή…

     - Εσύ δεν έχεις κάποια ανταμοιβή;

     - …Εξουσία.

     - Πώς νιώθεις με αυτήν;

     - Διαφορετικός… Δεν είμαι σαν τους άλλους. Δεν είμαι σαν εσένα. Δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι σαν εσάς…  Δεν είμαι καν σίγουρος ότι μπορώ, σε κάποιον σαν εσένα, να περιγράψω την αίσθηση που προκαλεί η εξουσία. Μπορώ να κάνω σχεδόν τα πάντα. Ένα τηλεφώνημά μου αρκεί για να κινητοποιήσει ένα ολόκληρο σύστημα. Άνθρωποι υπακούν στις εντολές μου. Άλλοι τρέχουν πίσω μου για να με χαιρετίσουν. Μπορώ να τους φορτώσω ψέματα, έπειτα ενοχές, μετά ελπίδα, και πάλι να τρέχουν πίσω μου…

    Στάθηκε για λίγο...

    Ξέρεις… όταν τους χαιρετάω, σχεδόν τους λυπάμαι. Ένα τσούρμο ανθρωπάκια, ανάξια για κάτι περισσότερο. Σφίγγω τα χέρια τους και λέω μέσα μου: «Ανθρωπάκια, δεν είμαι σαν εσάς. Ούτε εσείς θα θέλατε έναν από εσάς. Πείσατε τους εαυτούς σας ότι κανείς από το τσούρμο σας δεν είναι αρκετά καλός. Κι αν κάποιος από εσάς ξεχώριζε, δεν θα χρειαζόταν να κάνω τίποτα. Θα θεωρούσατε, τουλάχιστον, προδότη όποιον τολμούσε να σηκωθεί από την τίμια λάσπη της βιοπάλης σας και την ορθόδοξη αστική ηθική σας, και μόνοι σας θα τον κατασπαράζατε.»

     - Πιστεύουν, όμως, ότι εσύ θα τους δώσεις κάτι περισσότερο. Κι ίσως, αν δώσεις, να γευτείς την ηδύτητα της προσφοράς και της ανιδιοτέλειας.

     - Εγώ… την ηδύτητα της προσφοράς;

    Γέλασε πάλι με σφιγμένο στόμα.

     - Έλα τώρα. Είσαι αρκετά έξυπνος για να κάνεις αυτή την παρατήρηση και σίγουρα δεν ανήκεις σε αυτό το τσούρμο ανθρωπάκια που φωτογραφίζονται δίπλα μου. Ξέρεις πολύ καλά ότι είμαι άλλο ένα επιτυχημένο πείραμα. Είπαμε, ένα σκυλάκι του Παβλόφ. Έχω λάβει όλη την εξαρτημένη μάθηση μέσα σε ένα πολύ καλά οργανωμένο σύστημα, που δεν αναγνωρίζει τη δική σας μικροαστική ηθική και τα ένστικτα της πίστης παρά μόνο ως εργαλεία ελέγχου. Κι όσο κι αν φαντάζει συγκινητικός ο μόχθος και η εργατικότητα του πάτου του κοινωνικού οικοδομήματος, να ξέρεις ότι οι περισσότεροι είναι βολεμένοι στο κέλυφος του ατομικισμού τους. Υπάρχουν, βέβαια, και κάποιοι που φλέγονται από ιδεώδη κοινωνικής δικαιοσύνης και όλα όσα ανυψώνουν το πνεύμα. Μα είναι λίγοι. Όχι λοιπόν, δεν τους βλέπω ισότιμα, αν αυτό με ρωτάς. Δεν ονειρεύομαι ένα οικοδόμημα όπου όλα τα δωμάτια θα έχουν τον ίδιο ήλιο και τον ίδιο αέρα. Κάποιοι θα ζουν σε υπόγειες τρύπες, με σύντροφο τη μούχλα και την υγρασία.

     - Είσαι αδίστακτος.

     - Ναι, είμαι. Και μη σκεφτείς ούτε στιγμή ότι το θεωρώ προσβολή.

     - Ας πάμε λίγο παλαιότερα. Πριν από το «πείραμα»

     - Τι εννοείς; Ωχ… μη μου αρχίσεις τις ψυχολογικές αναλύσεις για την παιδική ηλικία. Τις βαριέμαι αφόρητα.

     - Όχι, βέβαια. Δεν είμαι ο κατάλληλος γι’ αυτό. Αλλά θα ήθελα να ακούσω.

     - Επιμένεις;

     - Ναι.

     - Και τι θέλεις να μάθεις;

     - Τι θυμάσαι πριν μπεις στον «σωλήνα»…πριν αλλάξεις

     - Στον «σωλήνα»… σωστά. Θυμάμαι τη θάλασσα, όταν ήμουν μικρό παιδί. Όταν φυσούσε γλυκιά όστρια, ξάπλωνα πάνω στα κύματα και έκλεινα τα μάτια μου. Ο αέρας ήταν ζεστός και φανταζόμουν πως ήμουν Τουαρέγκ. Είχα δει ένα ντοκιμαντέρ γι’ αυτόν τον νομαδικό λαό και είχα εντυπωσιαστεί. Το ξέρεις ότι «Τουαρέγκ», στη γλώσσα τους, σημαίνει «ελεύθερος άνθρωπος»;

     - Όχι, δεν το γνώριζα.

     - Η όστρια έφερνε τη ζέστη και την κοκκινωπή σκόνη από τα μέρη όπου ζουν. Φανταζόμουν το πρόσωπό μου καλυμμένο με το βαμμένο σε λουλακί τουρμπάνι και άκουγα τους ήχους από το μονόχορδο βιολί των γυναικών, φτιαγμένο από νεροκολοκύθα, δέρμα ζώου και τρίχες αλόγου.

    Ο ψηλόλιγνος άντρας έκλεισε τα μάτια και χαλάρωσε τα χέρια του. Το χαμόγελο λύθηκε από τον σφιχτό του κλοιό και αποκαλύφθηκε λοξό και γοητευτικό.

     Το Λιβυκό πέλαγος με κουβαλούσε απαλά, μέχρι που η  άμμος  άγγιζε την πλάτη μου…  

     - Τουαρέγκ… ελεύθερος. Τι άλλο θυμάσαι;

     - Την πρώτη φορά που πήγα στη Λυρική Σκηνή. Ήμουν παιδί. Θυμάμαι τα σκηνικά, το άρμα του ήλιου και τους χορευτές να ξεπηδούν από μέσα του. Ω… αυτοί οι χορευτές…Το πιο όμορφο θέαμα της ζωής μου.

     - Θα μπορούσες… κι εσύ να είσαι χορευτής; Θα το ήθελες;

    Ο άντρας μισάνοιξε τα μάτια του, ίσα-ίσα για να ακροβατήσει ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, κι έπειτα τα ξανάκλεισε.

     - Ναι… θα το ήθελα. Ξέρεις… χορεύω καλά. Κάποιες φορές πηγαίνω σε κάποιο από τα σπίτια μου. Αφήνω έξω τους σωματοφύλακες. Και χορεύω. Χορεύω στο άδειο σαλόνι, στις σκάλες. Φτιάχνω δικές μου, φανταστικές χορογραφίες και μουρμουρίζω μια δική μου μουσική. Και νιώθω…

     - Ελεύθερος.

    Ο ψηλόλιγνος άντρας έκανε μια σχεδόν επαγγελματική πιρουέτα, ένα ανάλαφρο άλμα, απόλυτα συγχρονισμένο με την κίνηση των χεριών του, και προσγειώθηκε απαλά πάνω στα αψεγάδιαστα παπούτσια του.

     - Σωστά… ελεύθερος. Ίσως ήταν λάθος να σου μιλήσω για όλα αυτά.

     - Σε ποιον άλλον θα μιλούσες;

    Εκείνη την ώρα χτύπησε η πόρτα.

     - Κύριε Πρωθυπουργέ, έχετε αργήσει. Πρέπει να βγείτε στον αέρα.

    Ο ψηλόλιγνος άντρας κούμπωσε το σακάκι του, ίσιωσε το μαλλί που είχε διατηρήσει τη φορά του άλματος και τίναξε τα πόδια του, σαν να ήθελε να διώξει τα τελευταία ίχνη της χορογραφίας.

     - Έρχομαι… ετοιμαζόμουν.

    Κοίταξε για τελευταία φορά τον καθρέφτη.

     - Εις το επανιδείν… ψιθύρισε.

    Και βγήκε, αφήνοντας την κάμαρα άδεια.

    της Μαρίας Νάτση

     

    Η ποίηση είναι υπόθεση προσωπική. Τόσο για αυτόν που γράφει όσο και για αυτόν που διαβάζει.

    Οι λέξεις, δουλεμένες, βασανισμένες, προσεκτικά διαλεγμένες, συμπυκνώνουν σαν απόσταγμα,  σκέψεις, νοήματα, εικόνες, συναισθήματα. Πασχίζουν να χωρέσουν την εφήμερη στιγμή μέσα στο άμετρο κάδρο της αιωνιότητας.

    Όμως κάποιες φορές σκοντάφτεις σε μια ποίηση διαφορετική.

    Ξεπροβάλλει σαν το ματωμένο φεγγάρι που κατάφερε να χωρέσει τον ατελή κύκλο του στις λιγοστές λωρίδες ουρανού που γλίτωσαν από την αχόρταγη πόλη.

    Εμφανίζεται σαν τη βίαιη, ξαφνική ριπή του ανέμου που σβήνει το ίδιο γρήγορα όσο γεννήθηκε.

    Ακούγεται σαν τον λυγμό που κρύβεται στο παιχνιδιάρικο γύρισμα ενός τραγουδιού αιώνων, και σου γεννά  μια ακατανίκητη επιθυμία να τρέξεις κοντά της, να την αγκαλιάσεις και να ψιθυρίσεις «όλα θα πάνε καλά».

    Έτσι είναι η ποίηση της Αλήτις Τσαλαχούρη

     

    «Αν όριζα τι είναι η ποίηση-

    Αν όριζα τι είναι η ποίηση-Θα σταματούσα να τη βλέπω στη ζωή-

    Θα σταματούσα να τη γράφω στο χαρτί-Απ’ τα παιδιά των πολυκατοικιών-Που πετάνε στους τοίχους σαν πουλιά-Μαζί με σύρματα-Κεραίες και περιστέρια-Μέχρι μια γυναίκα μοναχή-Που στον ακάλυπτο χορεύει με υψωμένα χέρια-Και η μορφή της ως τον ουρανό-Με το φουστάνι της να θροΐζει στο κενό-

    Αν όριζα τι είναι η ποίηση-

    Θα σταματούσα να τη βλέπω στη ζωή-Θα σταματούσα να τη γράφω στο χαρτί-

    Από ένα μπαλόνι σκαλωμένο σε έναν κάδο-Σαν πιτσιλιά ζωγραφισμένη από παιδί-Μέχρι με αδέρφι ένα τσιγάρο-Σαν ενός πλοίου το φουγάρο-Σφυρίζει μέσα στο δωμάτιο-Μόλις κοντεύει σε νησί-

    Αν όριζα τι είναι η ποίηση θα σταματούσα να δακρύζω στις ποιητικές ψυχές-Σαν τις διαβάζω και τις ακούω-Και φωνές ξυπνάνε μέσα στην καρδιά μου-Και λυγμοί-Και στις λακκούβες με βροχή-Καθρεφτισμένοι της Μητρόπολης πεζοί-

    Αν όριζα τι είναι η ποίηση-Θα σταματούσα να τη βλέπω στη ζωή-Θα σταματούσα να τη γράφω στο χαρτί»

     

    Πεζοποίηση γραμμένη σαν τηλεγράφημα  "δεν αποσκοπεί σε εντυπωσιασμούς-Δεν θολώνει τα νερά για να φαίνονται βαθιά".  Πλέει απαλλαγμένη από το έρμα, χωρίς σημεία στίξης ,κρατά μονάχα μια άγκυρα  να θυμίζει τη σύνδεσή της με την στεριά και την εκεί ζωή  - την παύλα.

    "Αυτή μεταφέρει τη σιωπή -Τις παύσεις- Τους κραδασμούς-Και την ένταση της ποίησής μου-Υπάρχει δηλαδή-Μια εσωτερική στίξη-Που στον σύντομο-Κοφτό-τηλεγραφικό λόγο-Και με έναν κανόνα σχεδόν μουσικό-Μεταφέρει τις ιστορίες της ποίησής μου και τις κραυγές τους-"

    λέει η ποιήτρια στην όμορφη συνέντευξη που έδωσε  στον Μιχάλη Κατσιγιάννη (https://ologramma.art/synenteyxi-tis-alitis-tsalachoyri-ston-michali-katsigiann)

     

    "Δεν νιώθω τίποτα.

    Μετά από χρόνια ερώτων τραγικών

    Που οι χοροί τους στο χείλος πολυκατοικιών

    Και τα ταξίδια τους σε πάρκα σκουπιδιών

    Και πάντα η πτώση τους σαν πέταγμα πουλιών

    Κι απέναντί τους κοινωνία χριστιανών

     

    Δεν νιώθω τίποτα

    Μετά από χρόνια ερώτων τραγικών

    Όπου στη μάχη των μεγάλων εγωισμών

    Φιλιά και σφαίρες στην πάλη των κορμιών

    Σειρήνες πλάκωναν περιπολικών

    Κι ύστερα η Σήμανση με συνοδεία αυτοπτών

     

    Δεν νιώθω τίποτε

    Μετά από χρόνια ερώτων τραγικών

    Με αίμα χυμένο στις ώρες των αποχαιρετισμών-

    Των αγγιγμάτων-

    Των βλεμμάτων-

    Των σιωπών-

     

    Δεν νιώθω τίποτα

    Ενός πολέμου είμαι στρατιώτης επιζών

    Κατεστραμμένος στο έλεος των γιατρών

    Σε νοσοκομείο βετεράνων των Στρατών

    Που νοσηλεύονται για το βάθος των πληγών

    Ότι δεν νιώθουν τίποτε

    Ότι δεν νιώθουν τίποτε

    Μετά από χρόνια ερώτων τραγικών."

     

    "Τη λογοτεχνία- Την ποίηση- Τις θεωρώ στον κόσμο της ανθρωπότητας-

    Όπου καλλιεργείται η απάθεια ως αρετή-Επαναστατική πράξη-

    Είναι ένας τρόπος να διεκδικηθεί η ελευθερία του λόγου και της σκέψης-Να ειπωθούν όσα δεν ειπώνονται σε δικό τους χωροχρόνο και στο υποσυνείδητο-Να αμφισβητηθούν κάθε μορφής εξουσία και φασισμός-Να εκφραστεί η ομορφιά-Που δυστυχώς- όπως είπε ο Ντοστογιέφσκι- δεν θα σώσει τον κόσμο-Αλλά μπορεί να σώσει μια ανθρώπινη ψυχή-Που μπορεί να βλέπει την Ομορφιά-στον κόσμο των ανθρώπων-"

     

    Πηγές: https://ologramma.art/synenteyxi-tis-alitis-tsalachoyri-ston-michali-katsigianni/

    της Μαρίας Νάτση

     

    Predator σημαίνει αρπακτικό ή θηρευτής. Ίσως η πρώτη σας σκέψη , και όχι άδικα, να πήγε στο λογισμικό παρακολούθησης κινητών, όμως ο όρος αυτός, δυστυχώς, αποτελεί πλέον μέρος  της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας και γεννήθηκε για να περιγράψει ένα κράτος "αρπακτικό".

    “The predator state is not a weak state. It is a state that is strong for the wrong people” -Οικονομολόγος James K. Galbraith-

    «Το αρπακτικό κράτος δεν είναι ένα αδύναμο κράτος. Είναι ένα κράτος που είναι ισχυρό, για τους λάθος ανθρώπους. Χρησιμοποιεί την εξουσία του για να αναδιανέμει το εισόδημα προς τα πάνω, συγκεντρώνοντας πλούτο και επιρροή στα χέρια λίγων.

    Οι μηχανισμοί του κράτους απομακρύνονται από το δημόσιο συμφέρον και κατευθύνονται προς ιδιωτικό όφελος ενώ η ρύθμιση γίνεται εργαλείο όχι για τον έλεγχο των αγορών, αλλά για την προστασία αυτών που τις κυριαρχούν»

    Το κύριο γρανάζι αυτής της καλολαδωμένης πολιτικής μηχανής είναι ο crony capitalism, δηλαδή ο καπιταλισμός των «ημετέρων» ή αν θέλουμε να είμαστε πιο ακριβείς στην μετάφραση, των «παλιόφιλων». Το κράτος κατανέμει πόρους, προνόμια και ευκαιρίες όχι με βάση το δημόσιο συμφέρον, αλλά προς όφελος συγκεκριμένων ομάδων.

    Για να δώσουμε λίγα μόνο σχετικά παραδείγματα το  2024, 3 στις 4 συμβάσεις ήταν απευθείας αναθέσεις. Συνολικά  από το  2020 έως το 2025 έγιναν απευθείας  αναθέσεις αξίας 12,7 δισ. ευρώ. Με άλλα λόγια μια πρακτική που θα έπρεπε να είναι εξαίρεση, έχει πλέον  γίνει κανόνας. Το αποτέλεσμα είναι το 1% των εταιρειών να απορροφά περίπου το 50% των χρημάτων ενώ, παράλληλα,  μέσα σε λίγα χρόνια οι δαπάνες για συμβουλευτικές υπηρεσίες παρουσίασαν εκρηκτική αύξηση  έως και 80 φορές.

    Το “αρπακτικό” κράτος δεν διαθέτει συγκεκριμένη ιδεολογική ταυτότητα. Πρόκειται για μια μορφή οργανωμένης εκμετάλλευσης της εξουσίας, όπου αλληλοεξαρτώμενα δίκτυα προσώπων σε ανώτατες θέσεις αξιοποιούν το κράτος προς ίδιον όφελος. Δεν θα προκαλούσε έκπληξη εάν στο προσεχές μέλλον η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία επέλεγε να περιγράψει αυτή την άνευ  προηγουμένου σε έκταση και βάθος  διασπάθιση δημοσίου χρήματος, όχι απλά ως μεμονωμένο φαινόμενο διαφθοράς, αλλά λόγω της δομής και της διάρκειάς της,  ως  οργανωμένο έγκλημα.

    Υπό αυτό το πρίσμα, υποθέσεις όπως αυτές που αφορούν τον ΟΠΕΚΕΠΕ ( και πιθανόν στο άμεσο μέλλον τελωνεία και ταμείο ανάκαμψης) δεν μπορούν να ιδωθούν ως μεμονωμένες παρεκκλίσεις, αλλά ενδεχομένως ως ενδείξεις ενός βαθύτερου τρόπου λειτουργίας που έχει τεράστιες οικονομικές επιπτώσεις στο παρόν και το μέλλον της χώρας. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, οι ευρωπαϊκές έρευνες για ελληνικές υποθέσεις έχουν τριπλασιαστεί, αυξανόμενες από 53 ανοιχτές υποθέσεις το 2023 σε 175 μέχρι το τέλος του 2025.  Η εκτιμώμενη ζημία έχει εκτοξευθεί από τα 700 εκατομμύρια ευρώ  το 2023, στο  τρομακτικό ποσό των 2,68 δισεκατομμυρίων ευρώ  σήμερα  Κι αν θέλουμε να αναφερθούμε στα έως τώρα πρόστιμα που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ένα  ήταν ύψους  300 εκατ. ευρώ και το άλλο 415 εκατ. ευρώ και έπεται συνέχεια.  Ίσως το τραγικότερο στοιχείο της υπόθεσης με άμεσο και δυνητικά ανυπολόγιστο κόστος για την πρωτογενή παραγωγή και συνολικά για την κοινωνία, είναι ότι  εάν έως το τέλος Μαΐου δεν διασφαλιστεί αξιόπιστη καταγραφή του ζωικού κεφαλαίου,  η Ελλάδα θα εξαιρεθεί από τις επιδοτήσεις.

    Το «αρπακτικό κράτος», όπως το περιγράφει ο James K. Galbraith, είναι το τέλειο εργαλείο δικτύων εξουσίας εντός και εκτός εθνικών συνόρων. Η δράση του δεν αφορά μόνο το εσωτερικό της χώρας αλλά και την εξωτερική πολιτική η οποία παύει να είναι πραγματικά "εθνική". Λειτουργεί ως ενδιάμεσος διαχειριστής ισχύος, εξυπηρετώντας υπερεθνικά συμφέροντα και θέτοντας σε κίνδυνο ακόμα και την ασφάλεια της χώρας και των πολιτών της.

    Η αποστολή 130 στρατιωτών  στη Σαουδική Αραβία, της οποίας το καθεστώς είναι πιο βάναυσο από αυτό του Ιράν, όχι για να διαφυλάξουν την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας , αλλά για να προστατεύσουν πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, η αποστολή του 1/4 των πυραύλων patriot σε αεροπορική βάση στο Κατάρ στενού συμμάχου της Τουρκίας (- συμφωνία Turkey-Qatar Combined Joint Force Command- τις εγκαταστάσεις  επισκέφθηκε το 2026, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, δηλώνοντας ότι η βάση αυτή “υπογραμμίζει το βάθος της διμερούς στρατιωτικής σχέσης ") γεννούν τεράστια ερωτήματα. Όπως  αν δημιουργούνται ελλείμματα στην στρατιωτική ασφάλεια της χώρας μας, ποιό είναι το οικονομικό κόστος της στρατιωτικής αποστολής και εάν υπάρχει κάποιο πραγματικό όφελος για την χώρα και τους πολίτες.

     Ο δελφίνος Νίκος Δένδιας, που έχει συμπεριληφθεί στη λίστα των παρακολουθούμενων προσώπων, έχει προβεί σε δηλώσεις σχεδόν σοκαριστικές,  καθώς από τη μία θριαμβολογεί για την επιτυχή κατάρριψη ιρανικών πυραύλων δηλώνοντας κραυγαλέα την άμεση εμπλοκή της χώρας στον πόλεμο -κάτι που καμία άλλη χώρα πλην των χωρών του Κόλπου δεν έχει κάνει- ενώ παράλληλα δηλώνει  ότι η Ευρώπη πρέπει να αρχίσει να συνηθίσει να βλέπει φέρετρα με σημαία.

    Είναι σαφές ότι όσοι επιλέγουν έναν αχρείαστο για τη χώρα τους πόλεμο είναι επικίνδυνοι, και όσοι μιλούν με ευκολία για τον θάνατο άλλων είναι, τουλάχιστον, δειλοί και ανάξιοι να κατέχουν οποιοδήποτε αξίωμα.

    Οι ανούσιες και άστοχες στρατιωτικές εμπλοκές  μεταφράζονται σε οικονομικές απώλειες, ενίοτε σε απώλεια εδαφικής ακεραιότητας και φυσικά σε ανθρώπινο πόνο κάτι που δεν ενδιαφέρει στο ελάχιστο ένα predator state.

    Ο νομπελίστας οικονομολόγος Paul Krugman, προειδοποίησε για την πιθανότητα  "oil shock", μιας βίαιης οικονομικής  πραγματικότητας που ενδέχεται σύντομα να μας χτυπήσει σαν τσουνάμι. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, οι επιπτώσεις αυτές συνήθως εμφανίζονται με χρονική υστέρηση στην Ευρώπη, καθώς η αγορά συνεχίζει για ένα διάστημα να λειτουργεί με αποθέματα και συμφωνίες που είχαν ήδη δρομολογηθεί πριν την κρίση. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ο πόλεμος λήγει αύριο, εκτιμάται ότι θα χρειαστούν  3 έως 5 χρόνια για να αποκατασταθούν πλήρως οι ζημιές στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.

    Η Ελλάδα φαίνεται να αντιμετωπίζει ένα διπλό πρόβλημα. Αν θέλουμε να του δώσουμε ένα όνομα που να το αποτυπώνει με σχετική ακρίβεια, θα μπορούσαμε να δανειστούμε  τον ιατρικό όρο «σύνδρομο διπλής σύνθλιψης», παραφράζοντάς το σε φαινόμενο διπλής σύνθλιψης. Να εξηγήσω ότι δεν πρόκειται για επίσημο όρο της πολιτικής επιστήμης αλλά για δική μας επινόηση προκειμένου να περιγράψουμε  μια διπλή πολιτικοοικονομική μέγγενη  με επιλογές που αφορούν την εσωτερική και την  εξωτερική πολιτική   από την οποία είναι σχεδόν αδύνατον η χώρα να βγει "ζωντανή".

    Πρόκειται για μια εκτεταμένη, σχεδόν ανεξέλεγκτη  οικονομική αιμορραγία δημόσιων πόρων. Τα επόμενα χρόνια αυτό το αναιμικό, αδύναμο  κράτος  δεν  θα έχει τη δυνατότητα να στηρίξει κρίσιμους κοινωνικούς τομείς (υγεία, παιδεία,  πρωτογενή παραγωγή, υποδομές). Όμως ένα κράτος που χάνει την κοινωνική του ταυτότητα, δημιουργεί ανισότητες, έλλειμμα εμπιστοσύνης στους θεσμούς, αποδυναμώνεται το αίσθημα συλλογικότητας και κοινής μοίρας και οδηγείται σε διάσπαση και κοινωνική οργή. Η κατάρρευση  είναι οικονομική, θεσμική ,κοινωνική με πιθανές απώλειες εθνικής κυριαρχίας. Λίγο πριν την κατάρρευση, όλοι όσοι μετέχουν σε αυτό το "αρπακτικό" κράτος δίνουν ευχαρίστως τη σκυτάλη στους επόμενους διαχειριστές του ιδίου ή διαφορετικού πολιτικού χρώματος που θα προβούν σε μια  ρομαντική , απέλπιδα, πολιτική προσπάθεια να σώσουν τη χώρα.

    Φυσικά  η ημιθανής  Ελλάς θα χρεωθεί σε αυτούς που την κρατούν στα χέρια τους τη δεδομένη στιγμή. Παράλυτη, υπνωτισμένη μέσα στον συστημικό εφιάλτη της, θυμίζει τον πίνακα του Henry Fuseli "the nightmate" (ο εφιάλτης). Μια γυναικεία φιγούρα σε κατάσταση υπνικής παράλυσης ή εφιάλτη με έναν δαίμονα στο στήθος της και λίγο πιο πέρα ένα άλογο με άδεια μάτια και ανέκφραστο βλέμμα που θυμίζει σε κάποιο βαθμό τον "πολιτισμό της απάθειας" της κοινωνίας.

    Τα θεσμικά βήματα μετάβασης από ένα θηρευτικό κράτος σε ένα υγιές κράτος δεν αποτελούν μυστικό, είναι απολύτως γνωστά και για αυτό είναι τόσο δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημα αν αυτή η χώρα είναι θύμα ή μήπως τελικά είναι  θύτης του εαυτού της.

     

    πηγές

    https://www.jameskgalbraith.com/books/the-predator-state/

    https://press.princeton.edu/books/paperback/9780691136814/the-predator-state

    https://www.britannica.com/topic/crony-capitalism

    https://www.imf.org/external/pubs/ft/fandd/2017/09/what-is-crony-capitalism-basics.htm

    https://www.worldbank.org/en/topic/competitiveness/brief/competition-policy

    https://www.transparency.org/en/cpi

    https://www.naftemporiki.gr/finance/economy/1759193/vrochi-epesan-oi-apeytheias-anatheseis-sto-examino/

    https://www.tanea.gr/print/2026/03/27/greece/to-vouno-crton-apeytheias-anatheseon/

    https://www.naftemporiki.gr/finance/economy/2059614/i-aktinografia-ton-dimosion-symvaseon-13-dis-eyro-ta-erga-oi-ypiresies-kai-oi-promitheies/

    https://www.ekriti.gr/oikonomia/apeytheias-anatheseis-rekor-stin-exypiretisi-syggenon-kai-filon-me-dimosio-hrima

    https://www.datajournalists.co.uk/2026/03/27/to-top-3-ypoyrgon-sto-mega-parti-ton-apeytheias-anatheseon/

    Σελίδα 1 από 3

    Youtube Playlists

    youtube logo new

    atticavoicepodcasts

    atticavoiceyoutube

    rafnews

    rafdoumentaries

    Χρήσιμα

    farmakia

    HOSPITAL

    youtube logo new

    © 2022 Atticavoice All Rights Reserved.