Ο Χριστόφορος Βερναρδάκης είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει διατελέσει αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και υπουργός Επικρατείας στις κυβερνήσεις του ΣΥΡΙΖΑ, συμμετείχε στην Επιστημονική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ για το πολιτικό σύστημα στη χώρα, ενώ ήταν και σύμβουλος του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα
Η άποψή του λοιπόν για το νέο πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αποφασίσαμε λοιπόν να αναδημοσιεύσουμε τρία κείμενα του Χριστόφορου Βερναρδάκη. Το ένα έχει τον τίτλο “Βραχμανική Αριστερά” και αναφέρεται στην κοινωνική σύνθεση των 301 που υπέγραψαν την ιδρυτικής Διακήρυξης της ΕΛΑΣ. Το δεύτερο, με ημερομηνία 2/5/26, αποτελεί μία κριτική πάνω στο “Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας” Το τρίτο, με ημερομηνία 29/5, είναι μια κριτική της «Ιδρυτικής Διακήρυξης» της ΕΛΑΣ και έχει τον τίτλο “Τι είναι και τι θέλει η ΕΛ.Α.Σ.”
Το πρώτο κείμενο προέρχεται από τον προσωπικό λογαριασμό του Χριστόφορου Βερναρδάκη στο fb, ενώ τα άλλα δύο αποτελούν αναδημοσίευση από το kamini.gr
Η Βραχμανική Αριστερά
Δημοσιοποιήθηκαν οι 301 υπογραφές της ιδρυτικής Διακήρυξης της ΕΛΑΣ.
Αν κάποιος ήθελε να κατασκευάσει ένα εμπειρικό παράδειγμα της περίφημης "βραχμανικής Αριστεράς", δύσκολα θα έβρισκε καλύτερο υλικό. Πανεπιστημιακοί, δικηγόροι, γιατροί, καλλιτέχνες, ειδικοί, διανοούμενοι, επαγγελματίες υψηλού μορφωτικού κεφαλαίου. Μια κοινωνική σύνθεση που αποτυπώνει σχεδόν φωτογραφικά τα στρώματα που εδώ και δεκαετίες συγκροτούν τον πυρήνα της προοδευτικής διανόησης και της μορφωμένης μεσαίας τάξης.
Το πρόβλημα είναι ότι η ΕΛΑΣ μοιάζει να το διαφημίζει ως πλεονέκτημα, ενώ στην πραγματικότητα δημοσιοποιεί ένα πειστήριο του βασικού της προβλήματος.
Διότι η πολιτική συζήτηση της τελευταίας δεκαετίας στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ δεν αφορά την έλλειψη πανεπιστημιακών, δικηγόρων ή διανοουμένων στην Αριστερά. Αφορά ακριβώς τη σταδιακή αποσύνδεση της Αριστεράς από τα λαϊκά και εργαζόμενα στρώματα και τη μετατροπή της σε πολιτική έκφραση των μορφωμένων μεσαίων τάξεων.
Κοιτάζοντας τη λίστα των 301, ο υποψιασμένος αναγνώστης αναζητά και δεν βρίσκει τους ντελιβεράδες, τους εργαζόμενους της επισφάλειας, τους υπαλλήλους των call centers, τους συμβασιούχους, τους νέους ερευνητές, τους φοιτητές, τους εργαζόμενους της εστίασης, τους ακτιβιστές του αναπηρικού κινήματος, τις νέες φεμινίστριες, τους νοσηλευτές, τους ανθρώπους που ζουν καθημερινά τις συνέπειες της κοινωνικής ανασφάλειας.
Και τελικά συναντά κυρίως εκείνους που γράφουν γι’ αυτούς.
Το πρόβλημα είναι ότι μια παράταξη που φιλοδοξεί να εκφράσει τη "μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία" εμφανίζει ως ιδρυτικό της κοινωνικό χάρτη μια σύνθεση που παραπέμπει περισσότερο σε συνέδριο προοδευτικών επαγγελματικών ελίτ παρά σε κοινωνική συμμαχία των υποτελών τάξεων.
Η ειρωνεία είναι ότι οι υπεύθυνοι της πρωτοβουλίας φαίνεται να θεωρούν τη λίστα απόδειξη κοινωνικής διείσδυσης. Ενώ στην πραγματικότητα είναι απόδειξη του ακριβώς αντίθετου: μια φωτογραφία της βραχμανικής Αριστεράς την ώρα που προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί πολιτικά χωρίς να έχει βρει ακόμη τον δρόμο επιστροφής στις κοινωνικές τάξεις που υποτίθεται ότι θέλει να εκπροσωπήσει.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον πολιτικό εύρημα της υπόθεσης. Η ΕΛΑΣ γεννήθηκε για να καλύψει το κενό μιας κυβερνητικής αντιπολίτευσης. Η λίστα των 301 υπενθυμίζει ότι το δυσκολότερο πρόβλημα δεν είναι αυτό. Είναι το κενό κοινωνικής αντιπροσώπευσης. Και αυτό δεν καλύπτεται με περισσότερους πανεπιστημιακούς, όσο αξιόλογοι κι αν είναι. Καλύπτεται όταν εμφανιστούν οι κοινωνικές δυνάμεις που θα μετατρέψουν ένα πολιτικό σχέδιο σε κοινωνικό ρεύμα. Μέχρι στιγμής, αυτές απουσιάζουν
Διάβασα με προσοχή το «Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας».
Το κείμενο προσφέρεται για μια πολύ εκτεταμένη θεωρητική κριτική, καθώς αποτελεί, έστω και ατελώς, ένα δομημένο πολιτικό κείμενο, σε μια εποχή που εκλείπουν τόσο τα κείμενα όσο και οι αναγνώστες. Επιφυλασσόμενος για μια συνολική αποτίμηση αυτού του κειμένου, θα ήθελα να επισημάνω εν συντομία σήμερα τρία ζητήματα που καταγράφονται κατά τη γνώμη μου στο κείμενο δια γυμνού οφθαλμού.
1. Το κείμενο δεν επιχειρεί μια ιστορική σύνθεση – σύγκλιση των τριών πολιτικών παραδόσεων, όπως διατείνεται, αλλά μια επιλεκτική ανασύνθεσή τους.
– Από τη «σοσιαλδημοκρατία» δεν κρατά την κλασική εργατική-συνδικαλιστική της μήτρα, αλλά διαλέγει την εκδοχή του κοινωνικού κράτους και το πολιτικό discours της θεσμικής ευθύνης και της κυβερνητικής εμπειρίας διαχωρίζοντάς τα από το ιστορικό εργατικό – λαϊκό της έρεισμα.
– Από τη «ριζοσπαστική Αριστερά» απορρίπτει την ιδέα της πολιτικής ρήξης με το καπιταλιστικό κράτος, διαλέγοντας να κρατήσει την γλώσσα της κριτικής στις ανισότητες και της αναφοράς στα «δικαιώματα».
– Από την «πολιτική οικολογία», τέλος, δεν ενσωματώνει την πιο ριζοσπαστική απο-αναπτυξιακή ή αντικαπιταλιστική εκδοχή της, αλλά μια εκδοχή οικολογικού εξορθολογισμού της καπιταλιστικής ανάπτυξης, με έμφαση στη βιωσιμότητα και τη δίκαιη ενεργειακή μετάβαση.
Επομένως, η διακήρυξη συνθέτει τα πολύ μετριοπαθή τμήματα των τριών ιστορικών ρευμάτων, δηλαδή όσα μπορούν θεωρητικά να υπαχθούν σε ένα εγχείρημα «προοδευτικής διακυβέρνησης».
Αλλά, αυτό δεν συνιστά ούτε (θεωρητική) «σύγκλιση» ούτε (πολιτική) «συμπαράταξη». Περισσότερο μοιάζει με μια εκλογίκευση της προσπάθειας του «νέου κόμματος». Θεμιτή προφανώς, αλλά είναι εντελώς άλλο πράγμα να μιλά κανείς μεγαλεπήβολα για «συμπαράταξη των ιστορικών ρευμάτων του 20ου αιώνα» και εντελώς άλλο πράγμα η εκλογίκευση αναγκών της συγκυρίας.
2. Κομμάτι της εκλογίκευσης είναι και το γεγονός ότι διακηρύσσει ότι θέλει να υπερβεί το ιστορικό δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση». Ωστόσο, η «υπέρβαση» που επιχειρεί δεν είναι συμμετρική. Δεν προκύπτει, δηλαδή, μια προωθητική απάντηση σε αυτό το δίλημμα, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω δεν ήταν απλώς «πολιτικό», ήταν η αντίθεση δύο διαφορετικών απαντήσεων στο τι πρέπει να κάνει το εργατικό κίνημα απέναντι στο καπιταλιστικό Κράτος.
Αυτό που τελικά αναδύεται ως «υπέρβαση» είναι η βούληση για τη δημιουργία μιας «κυβερνώσας Αριστεράς», που θέλει να «μεταρρυθμίσει» επιλεκτικά – και ούτε καν καθολικά – το νεοφιλελεύθερο κράτος.
Αλλά αυτό δεν συνιστά «υπέρβαση του ιστορικού διλήμματος», και θα αποφευγόταν και η απλή αναφορά στο ζήτημα εάν υπήρχε στο κείμενο μια σοβαρή αποτίμηση της αποτυχίας όλων των ιστορικών ρευμάτων του εργατικού κινήματος, κάτι που επεσήμανε σωστά και ο Αντώνης Λιάκος, αλλά και η αποτίμηση σημαντικών θεωρητικών παραδόσεων (πρόχειρα αναφέρω την γκραμσιανή προσέγγιση περί «πολέμου κινήσεων» και «πολέμου θέσεων»).
3. Το κείμενο μιλά πολύ σωστά για δημόσια αγαθά, κοινωνικό κράτος, ψηφιακή συνθήκη, ενεργειακή δημοκρατία, αλλά αποφεύγει συστηματικά να τοποθετηθεί στο κεντρικό ζήτημα της σημερινής εποχής και το οποίο αφορά το ερώτημα της ιδιοκτησίας, της κυριότητας, του ελέγχου και της ανάκτησης δημόσιας εξουσίας πάνω σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας και της παραγωγής.
Στο πεδίο της ψηφιακής συνθήκης, για παράδειγμα, δεν λέει τίποτα ουσιαστικό για το κεντρικό ζήτημα του καιρού μας: ότι τα δεδομένα που συγκεντρώνουν οι μεγάλες πλατφόρμες αποτελούν σήμερα όχι απλώς πληροφορία, αλλά πηγή εξουσίας, επιτήρησης, αλγοριθμικής κυριαρχίας και κερδοφορίας.
Δεν διατυπώνει την ανάγκη να αντιμετωπιστούν κρίσιμα σύνολα δεδομένων ως κοινό ή δημόσιο αγαθό, ούτε ανοίγει ζήτημα κοινωνικού ελέγχου πάνω στις ψηφιακές υποδομές. Έτσι, η «ψηφιακή συνθήκη» μένει περισσότερο μια φιλελεύθερη γλώσσα δικαιωμάτων παρά μια νέα πολιτική οικονομία του ψηφιακού καπιταλισμού.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα δημόσια αγαθά στην πιο κλασική τους μορφή. Το μανιφέστο υπερασπίζεται σωστά τη σημασία τους, αλλά δεν απαντά στο κρισιμότερο διακύβευμα της εποχής: αν αυτή η υπεράσπιση σημαίνει ρύθμιση της αγοράς με μεικτά σχήματα υπό εποπτεία και με την «Κυβέρνηση» σε ρόλο συντονιστή του ανταγωνισμού, ή σαφή δημόσια ανάκτηση στρατηγικών επιχειρήσεων και υποδομών.
Με άλλα λόγια, το κείμενο θέλει να υπερασπιστεί τα δημόσια αγαθά χωρίς να διατυπώνει μια πολιτική οικονομία της δημόσιας κυριότητας. Σταματά λίγο πριν από το σημείο όπου θα έπρεπε να κατονομάσει ευθέως το ζήτημα της εξουσίας πάνω στην ιδιοκτησία.
Θα επανέλθουμε…
Tι είναι και τι θέλει η ΕΛ.Α.Σ.
1. «Μανιφέστο» έναντι «Διακήρυξης»
Δεν έχει περάσει ούτε μήνας από τη δημοσιοποίηση του «μανιφέστου» του νέου κόμματος και εκείνο το κείμενο έχει σχεδόν ξεχαστεί. Λογικό βεβαίως, αφού ήταν μεν ένα δομημένο κείμενο, αλλά ταυτόχρονα άνευρο, τετριμμένο, χωρίς ιστορικό πλαίσιο, χωρίς απεύθυνση σε κοινωνικό υποκείμενο, χωρίς διακριτή οριοθέτηση. Περισσότερο έμοιαζε με επικοινωνιακό «μπαλόνι».
Η «Διακήρυξη» είναι άλλο κείμενο. Είναι σαφώς πιο γειωμένη και αρκετά πιο σαφής ως προς τις διαγνώσεις που κάνει για τη σημερινή κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.
Σε αντιπαραβολή με το προ-ημερών «μανιφέστο» η «Διακήρυξη» επιχειρεί να ορίσει πολιτικό αντίπαλο (ολιγαρχία, καρτέλ, τράπεζες, επιτελικό κράτος) και να περιγράψει έστω και ακροθιγώς το κοινωνικό υποκείμενο στο οποίο αναφέρεται (εργαζόμενοι, νέοι, μικρομεσαίοι, μισθωτοί). Παραμένει ωστόσο περισσότερο σε μια ρυθμιστική και μικρο-μεταρρυθμιστική κατεύθυνση, χωρίς να θέλει να διαταράξει τις κεντρικές ισορροπίες του σημερινού νεοφιλελεύθερου κράτους.
Τα δύο κείμενα είναι σαν να γράφτηκαν από δύο διαφορετικά επιτελεία, με διαφορετικά επίπεδα κατανόησης της σύγχρονης πραγματικότητας. Προφανώς, στο χρονικά δεύτερο κείμενο της «Διακήρυξης» οι συγγραφείς επιχειρούν να «διορθώσουν» ή έστω να καλύψουν ορισμένες χτυπητές ελλείψεις του «μανιφέστου» και να διασκεδάσουν μέρος των κριτικών που ασκήθηκαν σε αυτό και τις οποίες δεν μπορούσαν να παρακάμψουν.
Ωστόσο, από τα δύο κείμενα προκύπτει ένα βασικό συμπέρασμα: το νέο κόμμα (ΕΛ.Α.Σ.) δεν θεμελιώνεται πάνω σε μια συνεκτική πολιτικο-θεωρητική ανάγνωση της σύγχρονης πραγματικότητας, αλλά πάνω σε μια ακατέργαστη λογική «συλλογής ιδεών».
Δεν ανασυνθέτει ούτε παράγει νέες ιδέες, αλλά ανακυκλώνει κλασικές αναφορές, επενδύοντας κατά κύριο λόγο στην επικοινωνιακή χρήση τους. Ο εμπειρισμός που φαίνεται να χαρακτηρίζει το νέο εγχείρημα θα το στρέφει άλλοτε «δεξιότερα» άλλοτε «αριστερότερα», ανάλογα με τη συγκυρία και τους ιδιαίτερους συσχετισμούς που θα διαμορφώνονται στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς.
2. Το πολιτικό-ιδεολογικό στίγμα της «Διακήρυξης»
Το κείμενο της «Διακήρυξης» κινείται στα όρια μιας προοδευτικής σοσιαλδημοκρατίας, έχοντας ταυτόχρονα ένα ισχυρό «πατριωτικό» περίβλημα. Ο κεντρικός ιδεολογικός κόμβος είναι ο «νέος πατριωτισμός», ο οποίος ορίζεται σε αντιπαραβολή με τον εθνικισμό και ως μια σύνδεση πατρίδας, κοινωνικής δικαιοσύνης, δημοκρατίας και προστασίας των πολλών. Αν μπορούσε να συμπυκνωθεί σε μία φράση το διαγραφόμενο ιδεολογικό στίγμα της ΕΛ.Α.Σ. θα οριζόταν ως πατριωτική-κοινωνική δημοκρατική δύναμη, με αριστερή ιστορική μνήμη και κυβερνητική φιλοδοξία.
Βεβαίως, το στίγμα που κατέγραψε η «Διακήρυξη» απέχει έτη φωτός από το ιδεολόγημα της σύγκλισης «σοσιαλδημοκρατίας, ριζοσπαστικής αριστεράς και πολιτικής οικολογίας» που περιέγραψε το «μανιφέστο». Στο μοτίβο της «Διακήρυξης» οι απουσίες τόσο της ριζοσπαστικής (και αντικαπιταλιστικής) αριστεράς όσο και της πολιτικής οικολογίας, αλλά ακόμα και των κινηματικών σοσιαλιστικών ρευμάτων της κλασικής σοσιαλδημοκρατίας είναι πολύ χαρακτηριστικές.
Είναι πολύ σημαντικό, επίσης, το γεγονός ότι, ενώ η «Διακήρυξη» μιλά για «κοινωνική πλειοψηφία», «εργασία», «νέους», «μικρομεσαίους», σχεδόν ποτέ δεν μιλά για κινήματα ως ιστορικά υποκείμενα. Δεν πατά οργανικά ούτε στο κλασικό εργατικό ή αγροτικό κίνημα, ούτε στα νεότερα φεμινιστικά, οικολογικά, εκπαιδευτικά, αντιρατσιστικά, στεγαστικά κινήματα ή ακόμα και στα αντι-ολιγαρχικά κινήματα τύπου Sanders.
Αυτό αποτελεί μια σοβαρή ιδιομορφία του νέου κόμματος και του τύπου που θέλει να συγκροτήσει. Η ΕΛ.Α.Σ. δεν έρχεται να συμπυκνώσει πολιτικά υπαρκτές κοινωνικές κινητοποιήσεις, αλλά να εκφράσει πολιτικά εκ των άνω μια αθροιστική κοινωνική πλειοψηφία. Άρα έχουμε περισσότερο μια διαδικασία παραταξιακής – ηγετικής ανασύνθεσης και όχι τη δημιουργία ενός κόμματος ως διαδικασίας γενίκευσης σε προγραμματικό αφήγημα των σχέσεων με τα κοινωνικά κινήματα.
Στο σημείο αυτό υπάρχει μεγάλη διαφορά με τον ΣΥΡΙΖΑ του 2008 ή πολύ περισσότερο τον ΣΥΡΙΖΑ του 2012, που αποτελούν διαφορετικές «στιγμές» της ανάδυσης του Αλέξη Τσίπρα σε κεντρικό πολιτικό πρόσωπο. Εκείνες οι μορφές του ΣΥΡΙΖΑ έστω και ατελώς ακουμπούσαν σε πλατείες, νεολαιίστικες εξεγέρσεις, αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις, νέου τύπου σωματεία, τοπικές συλλογικότητες, κινήματα αλληλεγγύης. Υπάρχει επίσης διαφορά και με διεθνείς πρόσφατες εμπειρίες όπως αυτή του Sanders, όπου η λέξη «movement» είναι οργανικό στοιχείο: συνδικάτα, νεολαία, debt movement, health care movement, αντι-ολιγαρχική πολιτική.
Εν τέλει, η «Διακήρυξη» της ΕΛ.Α.Σ, έχει μεν γενικές κοινωνιολογικές αναφορές, αλλά όχι κινηματικές ρίζες. Μιλά για την κοινωνία ως δέκτη πολιτικής προστασίας, όχι ως δρών συλλογικό υποκείμενο. Επικαλείται την κοινωνική πλειοψηφία, αλλά δεν κατονομάζει τις συλλογικές μορφές μέσα από τις οποίες αυτή η πλειοψηφία θα γίνει πολιτική δύναμη.
3. Τι είδους πολιτικό κενό καλύπτει η ΕΛ.Α.Σ.
Το νέο κόμμα επιχειρεί, κυρίως, να καλύψει ένα κενό κυβερνητικής αντιπολίτευσης. Δηλαδή το κενό που αφήνει η σταδιακή συρρίκνωση έως κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ 2019-2026 και η δομική αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να καταστεί πειστικός εναλλακτικός πόλος στην ΝΔ.
Δεν καλύπτει όμως (ακόμη τουλάχιστον) το βαθύτερο κενό κοινωνικής αντιπροσώπευσης. Η Διακήρυξη αναφέρεται γενικώς σε «μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία», σε εργασία, μισθωτούς, μικρομεσαίους, νέους, αλλά όλες αυτές οι αναφορές είναι αποσπασματικές, δεν περιγράφονται ούτε ενοποιούνται σε κάποιας μορφής κοινωνικό υποκείμενο. Το έλλειμμα αυτό ήταν πολύ ευδιάκριτο στο «μανιφέστο», αλλά παραμένει ατελές και στο κείμενο της «Διακήρυξης».
Επομένως, το νέο κόμμα επιχειρεί να καλύψει ένα κενό της «πολιτικής σκηνής», αλλά όχι το κενό πολιτικής εκπροσώπησης των λαϊκών και εργαζόμενων τάξεων της χώρας. Με μία φράση: είναι μια απόπειρα απάντησης στην κρίση του προοδευτικού πόλου και στην ανάγκη κυβερνητικής εναλλακτικής λύσης απέναντι στον Μητσοτάκη, αλλά όχι στην κρίση της κοινωνικής εκπροσώπησης που παράγει η νεοφιλελεύθερη μηχανική της διακυβέρνησης Μητσοτάκη. Γι’ αυτόν άλλωστε το λόγο, έχει καλές πιθανότητες να ξεκινήσει με ένα ευδιάκριτο εκλογικό ποσοστό όπως καταγράφεται και σήμερα δημοσκοπικά, αλλά θα αδυνατεί να συγκροτήσει ένα μαζικό λαϊκό ρεύμα αντίστοιχο του ΣΥΡΙΖΑ του 2012-2015-2019.
Η αντίφαση αυτή θα είναι οργανικά παρούσα στο νέο κόμμα. Στην ουσία θα προσδιορίσει αντικειμενικά την εσωτερική σύγκρουση γραμμών που θα εξελιχθεί στην ΕΛ.Α.Σ., ανάμεσα από τη μια στην ανάγκη να «φύγει ο Μητσοτάκης» και από την άλλη «να φύγουν οι πολιτικές που καθοδήγησε και ενέπνευσε η διακυβέρνηση Μητσοτάκη»
Εάν το εγχείρημα καλύπτει μόνον την ανάγκη κυβερνητικής εναλλακτικής και όχι την ανάγκη αντιπροσώπευσης των λαϊκών τάξεων που έχουν αποσυρθεί από το πολιτικό σύστημα, τότε δεν θα μακροημερεύσει. Εάν αντίθετα αρχίσει να σκέφτεται με όρους αποδόμησης της νεοφιλελεύθερης διοίκησης και των «κλειδωμένων» πολιτικών που έχει επιβάλλει, τότε πιθανόν να έχει ένα πιο επιτυχημένο δρόμο.
4. Τα τρία μεγάλα επίδικα
Τα κρίσιμα πολιτικά διακυβεύματα της σημερινής εποχής, τα οποία και συνοψίζουν την ουσία της πολιτικής σύγκρουσης νεοφιλελευθερισμού και λαϊκών τάξεων σε ολόκληρο τον κόσμο είναι:
α) η Αναδιανομή,
β) η σχέση Κράτους και Αγοράς με κυριότερο επίδικο την Ανάκτηση δημοσίων Αγαθών υπό κοινωνικό έλεγχο και,
γ) το Κράτος ως «μηχανή» ελέγχου και συντονισμού των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.
Στο «μανιφέστο» αγνοήθηκαν και τα τρία αυτά πεδία ως πεδία σύγκρουσης της σύγχρονης πολιτικής.
Τι γίνεται με την «Διακήρυξη» όμως:
Η Αναδιανομή εμφανίζεται στην «Διακήρυξη», αλλά κυρίως ως επιδίωξη δικαιότερης φορολογικής και εισοδηματικής πολιτικής. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία νύξη για το αν πρέπει να θιγεί και πώς ο σημερινός μηχανισμός παραγωγής υπερ-πλούτου. Για το λόγο αυτόν αποφεύγεται η όποια αναφορά στη φορολογία πλούτου, μερισμάτων, ή μεγάλης ακίνητης ιδιοκτησίας.
Περισσότερο ακόμα, σήμερα με τον όρο Αναδιανομή εννοούνται, ταυτόχρονα, η Αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου, η Αναδιανομή πρόσβασης στα δημόσια αγαθά, η Αναδιανομή εξουσίας, η Αναδιανομή ελέγχου πάνω στις υποδομές, η Αναδιανομή δεδομένων και ψηφιακής ισχύος, η Αναδιανομή χρόνου, η Αναδιανομή Γνώσης. Για μερικά από αυτά η «Διακήρυξη» περιλαμβάνει αποσπασματικές και «ειρήσθω εν παρόδω» φράσεις ή ιδέες. Αλλά συνολικό πολιτικό σχέδιο για Αναδιανομή, κάτι που θα αποτελούσε ένα ανατρεπτικό του νεοφιλελευθερισμού κυβερνητικό σχέδιο, δεν υπάρχει.
Η Ανάκτηση δημοσίων αγαθών. Εδώ η «Διακήρυξη» κάνει βήματα σε σχέση με το «μανιφέστο». Υγεία, παιδεία, στέγη, νερό, τροφή, ενέργεια, πολιτισμός και ψηφιακές υποδομές ονομάζονται δικαιώματα ή δημόσια βασικά αγαθά. Υπάρχει και ενδιαφέρουσα αναφορά στην επιστροφή στην κοινωνία της υπεραξίας από γνώση, δεδομένα, εργασία και δημόσιες υποδομές.
Αλλά παρά την πρόοδο σε σχέση με το «μανιφέστο», αδυνατεί να διατυπώσει το σημαντικότερο, τη θέση περί δημόσιας – κοινωνικής ιδιοκτησίας ή ανάκτησης στρατηγικών τομέων της παραγωγής και της οικονομίας υπό δημόσιο έλεγχο. Θα υπάρξει, π.χ. ένας ενιαίος δημόσιος φορέας Σιδηροδρόμου στην Ελλάδα; Θα υπάρξει ακύρωση της αντισυνταγματικής ούτως ή άλλως νομοθεσίας περί των ιδιωτικών πανεπιστημίων; Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του νεοφιλελευθερισμού που είναι και πυρήνας της σύγχρονης διακυβέρνησης.
Εκδημοκρατισμός του κράτους. Στο σημείο αυτό η «Διακήρυξη» επαναλαμβάνει λίγο ως πολύ τα γνωστά αιτήματα για λογοδοσία, διαφάνεια, τέλος της ατιμωρησίας, αντικατάσταση επιτελικού κράτους από κράτος εγγύησης δικαιωμάτων και βασικών αγαθών.
Αλλά παραμένει άθικτος ο βασικός πυρήνας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Θα αναστραφεί η πορεία «ιδιωτικοποίησης» των δημοσίων υπηρεσιών; Θα καταργηθεί η «συμβουλοκρατία»; Θα γίνουν βαθιές θεσμικές αλλαγές στη Δικαστική Εξουσία; Θα υπάρξει φραγμός στις απευθείας αναθέσεις; Θα ξαναγυρίσει στον πυρήνα της Δημόσιας Διοίκησης το σύνολο των αρμοδιοτήτων σχεδιασμού – εφαρμογής και ελέγχου των δημόσιων πολιτικών; Θα σταματήσει και θα αναστραφεί η βιομηχανία έμμεσης ιδιωτικοποίησης του δημόσιου τομέα μέσω της δημιουργίας ανεξάρτητων διοικητικών αρχών;
Η «Διακήρυξη» δεν φαίνεται να εμφανίζει κάποιο συνεκτικό μεταρρυθμιστικό σχέδιο για το Κράτος. Παραμένει στο μοτίβο «καλύτερο κράτος», αλλά αδυνατεί να προβληματιστεί για ένα δημοκρατικά σχεδιασμένο δημόσιο κράτος που ανακτά στρατηγικές αρμοδιότητες από την αγορά.
Ενώ θέτει ζητήματα «ανισοτήτων» και «κοινωνικού κράτους», δεν φαίνεται να έχει σχέδιο αναδιανομής πόρων και εξουσίας. Οι απαντήσεις της στα μεγάλα κεντρικά επίδικα είναι κυρίως ρυθμιστικές. Δεν περνά καθαρά στο κρίσιμο πεδίο: ποιος κατέχει, ποιος ελέγχει, ποιος αποφασίζει.
5. Ευρωπαϊκή – διεθνής πολιτική οικογένεια
Η ΕΛ.Α.Σ. μοιάζει ως προς το πολιτικό, ιδεολογικό και προγραμματικό της στίγμα με το Δημοκρατικό Κόμμα της Ιταλίας (PD). Διεκδικεί τη φυσιογνωμία μιας προοδευτικής -κεντροαριστερής παράταξης κυβερνητικής ροπής. Ενσωματώνει, επίσης, αρκετά στοιχεία από το PSOE του Σάντσεθ και βεβαίως εξελίσσει την πολιτική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2019, μια γραμμή «κυβερνώσας κεντροαριστερής» λογικής.
Παρά τις φιλολογικές αναφορές που έγιναν στο «μανιφέστο», δεν παρατηρείται συγγένεια με το ρεύμα Sanders και τις κινηματικές διεργασίες των ΗΠΑ. Ο Sanders είναι πιο «ταξικός», πιο «φιλεργατικός», πιο ευθύς απέναντι στον πλούτο, στις μεγάλες εταιρείες, στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Η ΕΛΑΣ ενσωματώνει τη ρητορική της αξιοπρέπειας και της κοινότητας, αλλά όχι στο βάθος της ταξικής σύγκρουσης.
Ένα γενικό συμπέρασμα:
Η ΕΛ.Α.Σ. δεν αποτελεί έκφραση κάποιας σύγκλισης σοσιαλδημοκρατίας – ριζοσπαστικής αριστεράς και πολιτικής οικολογίας. Δεν είναι ριζοσπαστική Αριστερά τύπου 2012, ούτε ένα είδους sandersist αριστερό κινηματικό ρεύμα. Είναι μια προσπάθεια συγκρότησης κυβερνώσας, πατριωτικής, κοινωνικο-δημοκρατικής Αριστεράς, με μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα χαμηλής έντασης.
Το δυνατό της σημείο: το κενό ισχυρής αντιπολιτευτικής πολιτικής δύναμης απέναντι στον Μητσοτάκη και τη σημερινή ΝΔ.
Το όριό της: δεν διατυπώνει (ακόμη) με ποια υλικά συμφέροντα θα συγκρουστεί για να αλλάξει τη δομή διακυβέρνησης. Επομένως, δεν μπορεί να ελπίζει στην πράξη σε μια σοβαρή κοινωνική ενεργοποίηση των λαϊκών τάξεων στο πλευρό της.