kolovos

 

«Πιδί μ’, φτωχοί άνθρωποι’ μεις, με τον φτωχό και τον πονεμένο κολιγιά είμαστε, μην τον αδικήσεις, μην του κλέψεις το ψωμί απ’ το χέρι, μη βάλεις αμανάτι τον εαυτό σου για το καλύτερο που δεν είναι θ’ κό σ’. Ό,τι φκιάνουν τα χέρια σ’, αυτό είναι το καλό. Μην το πάρεις απ’ τα χέρια τ’ αλλουνού που’ ναι αδύναμος και μην ξεχάσεις να κεράσεις τον φίλο που δεν πρόκοψε όπως εσύ…». Τα μάτια του ήταν υγρά, λυπημένα: «Να ‘ σαι καλό παιδί…»

 

Από το συγκινητικό βιβλίο του Βασίλη Κολοβού «Θυμάσαι, πατέρα;» Ο αγώνας των απλών ανθρώπων της μετεμφυλιακής Ελλάδας να ξεφύγουν από την ανέχεια. Ο αγώνας για να κερδίσουν δικαιώματα και αξιοπρέπεια

 

... Aυτή τη χρονιά εγώ τελείωνα το σχολείο. Το μέλλον μου είχε προαποφασιστεί και εξασφαλιστεί. Ο πατέρας θα με ρόγιαζε τσοπάνο σ’ έναν τσέλιγκα που’ χε το κοπάδι πέρα στο λιβάδι. Αυτή ήταν η φυσική κι ευτυχισμένη κατάληξη για το δεύτερο αρσενικό παιδί μιας μεγάλης φαμελιάς. Θα έμενα ρογιασμένο σε ξένο κοπάδι μέχρι τη χρονιά που ο μεγαλύτερος γιος, ο δεύτερος άντρας της οικογένειας μετά τον πατέρα, θα ετοιμαζόταν για το στρατό. Τότε εγώ θα’ ρχόμουν πίσω στο χωριό, στα δικά μας ζωντανά, στα χωράφια, στις άλλες δουλειές μαζί με τον πατέρα, ενώ τη θέση μου στο ρόι θα την έπαιρνε ο μικρότερος. Αυτή ήταν η θεϊκή ροή των πραγμάτων στη μικρή μας κλειστή κοινωνία και τίποτα δεν μπορούσε να την αλλάξει.

Ο μόνος άνθρωπος με δικαίωμα να έχει διαφορετική γνώμη, και μάλιστα ν’ ακούγεται με σεβασμό, ήταν ο δάσκαλος, ο κύριος του χωριού μας, ο άνθρωπος που είχε σχεδόν σιωπηλά εξοριστεί εδώ πάνω από πολλά χρόνια. Δεν ήταν δα και πολύ εθνικόφρονας, μίλαγε πολύ για την κατάντια του Έθνους, την αθλιότητα και τον ταξικό χαρακτήρα της παιδείας, τη ζωώδη κατάσταση που ζούσαμε εμείς στο χωριό. Είχε γίνει σχεδόν ένα με τους ανθρώπους του βουνού και της αγριάδας. Τους πόναγε.

«Γιάννο, είναι καλός μαθητής, φέρνει βόλτες το μυαλό του. Διώξ’ το απ’ το χωριό, δε θα χαθεί αυτό».

Κάθονταν στην αυλή του σπιτιού μας με τον πατέρα αντικριστά στα πεζούλια. Η μάνα τούς είχε κεράσει κιόλας το τρίτο τσίπ’ ρο. Είχε έρθει σπίτι επί τούτου.

«Μα, κυρ δάσκαλε, χαϊβάνι είναι, πού θα πάει αυτού κάτ’ στις πολιτείες, θα χαθεί».

 

 

empros epanakatalipsi

 Ο γκρεμιστής, ποίημα του Κωστή Παλαμά. Μελοποίηση από τα Υπόγεια Ρεύματα

 

Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης,
ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.

Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,
πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.
εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης·
του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης

και με το καριοφίλι μου και με τ’ απελατίκι
την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.
Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκώστε, ποταμοί και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,

και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,
παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ’ αγρίμια
ξανάρχεται. Καλώς να ρθή. Γκρεμίζω την ασκήμια.

Είμ’ ένα ανήμπορο παιδί που σκλαβωμένο το ‘χει
το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι
δεν του αποκρίνεται κανείς, και πάει κι όλο προσμένει
το λόγο που δεν έρχεται, και μια ντροπή το δένει

Μα το τσεκούρι μοναχά στο χέρι σαν κρατήσω,
και το τσεκούρι μου ψυχή μ’ ένα θυμό περίσσο.
Τάχα ποιός μάγος, ποιό στοιχειό του δούλεψε τ’ ατσάλι
και νιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι,

και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές ν’ ανοίξω,
και μ’ ένα Ναι να τιναχτώ, μ’ ένα Όχι να βροντήξω;
Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε
γρικάω, βγαίνει από μέσα του μια προσταγή: Γκρεμίστε!

 

asteria

Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

«Ο Γιασίν αφηγείται πώς μεγάλωσε γρήγορα και πέθανε ακόμη πιο γρήγορα στο Σιντί Μουμέν, στην άκρη της πόλης της Καζαμπλάνκας, μαζί με τα έξι αδέρφια του, τη μητέρα του, που κάθε μέρα είχε να τα βγάλει πέρα με τη φτώχεια και τα ζωύφια και με έναν πατέρα πρώην εργάτη, χαμένο στη σιωπή και τις προσευχές. Η επίγεια κόλαση του τόπου του αναδίδει οσμές από τις χωματερές που έγιναν γήπεδα για ποδόσφαιρο, από το χασίσι και την κόλλα που σνιφάρεται, εικόνες από τις απαγορευμένες βουτιές στο αποξηραμένο ποτάμι και από τα γκαράζ των ξεχαρβαλωμένων μοτοποδηλάτων. Όταν λοιπόν τους υπόσχονται ότι ο παράδεισος βρίσκεται στην απέναντι πόρτα, τι έχουν να χάσουν ο Γιασίν και οι «φτωχοί» φίλοι του;

Μυθιστόρημα τραγικό, που ρίχνει φως στο συγκλονιστικό παρόν μας, γεμάτο άσχημες φάρσες και σιωπηλά δράματα, περιπλανήσεις και σκόνη, αδελφότητες και προδοσίες.»

Και προσθέτω: Ένα αριστούργημα λιτής, περιεκτικής, δυνατής γραφής που σε στέλνει κατ’ευθείαν στην κόλαση των παραγκουπόλεων του τρίτου κόσμου, στο αδιέξοδο των ανθρώπων που ζουν εκεί, στο βαθύ μίσος των αποκλεισμένων, μίσος που κατακλύζει την ύπαρξη και εκδηλώνεται σαν βία κάθε μορφής, απέναντι στους ομοίους τους αλλά και τους «άλλους», από την αντίπερα όχθη. Σ’ αυτό το υπέδαφος, με φόντο τη χωματερή σκουπιδιών που γι’ αυτούς είναι πηγή ζωής και εισοδήματος, μέσα από την πλήρη απουσία του αύριο, μέσα από την εξαθλίωση της καθημερινής πείνας και ανάγκης για τα βασικά, προβάλλει σαν οπτασία η προοπτική ενός μεταθανάτιου παραδείσου, χειροπιαστού όσο και η σανίδα σωτηρίας σε μια θαλάσσια άβυσσο.

Οι εμίρηδες-δάσκαλοι της τζιχάντ εμφανίζονται σαν από μηχανής θεοί στις κολασμένες ζωές των έφηβων και τους στρατολογούν μέσα από μια πολύμηνη καθημερινή «διδασκαλία» στην ύψιστη αποστολή αυτοκτονίας. Οι έφηβοι, πεισμένοι ότι δεν έχουν τίποτα άλλο να χάσουν από μια ζωή στα σκουπίδια, ζωσμένοι εθελοντικά και πρόθυμα με τα γιλέκα εκρηκτικών, θα ανατιναχτούν μέσα στο σαλόνι ενός ακριβού ξενοδοχείου της πλούσιας συνοικίας της πόλης, παίρνοντας μαζί τους στο θάνατο δεκάδες «άπιστους», ενήλικες, παιδιά, άντρες, γυναίκες, φτωχούς, πλούσιους.

Όλα τούτα μας τα εξιστορεί το φάντασμα του 18χρονου Γιασίν, όχι βέβαια από τον παράδεισο με τα ουρί που του υποσχέθηκαν, αλλά από έναν πληκτικό χωμάτινο τάφο στην άκρη της πόλης.

Πρόκειται για ένα βιβλίο-καταγγελία, τόσο των συνθηκών ακραίας φτώχειας και κοινωνικού αδιεξόδου, όσο και του θρησκευτικού φονταμενταλισμού και πού αυτός μπορεί να οδηγήσει.

 

 

despotes02

 

Οι Σαδδουκαίοι, για τους οποίους μιλάει ο Μιχάλης Κατσαρός στο ομώνυμο ποίημά του, ήταν η αριστοκρατία του Ναού, του οποιουδήποτε Ναού. Αυτή η διαχρονική αριστοκρατία που έχει μια εκπληκτική μαεστρία να μιλάει στο όνομα μιας διδασκαλίας, που η ίδια την καταπατά συστηματικά. Μια εκπληκτική μαεστρία, επίσης, να δημιουργεί ένα τυπικό, το οποίο να καταφέρνει να εξουδετερώνει την ουσία της διδασκαλίας αυτής. Και φυσικά, να αποκομίζει κέρδη από όλο αυτό

 

Πλήθος Σαδδουκαίων
Ρωμαίων υπαλλήλων
μάντεις και αστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου)
περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα.

Κραυγές απʼ τον προνάρθηκα του Ναού.
Απʼ τη φατρία των Εβιονιτών κραυγές:
Ο ψευδο-Μάρκελος να παριστάνει το Χριστό.
Διδάσκετε την επανάστασιν κατά του πρίγκηπος
Οι Χριστιανοί να ʽχουνε δούλους Χριστιανούς.

Η αριστοκρατία του Ναού να εκλείψει.
Εγώ απέναντι σας ένας μάρτυρας
η θέληση μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους ύπατους εγώ ανάδειξα στις συνελεύσεις
κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα
φορέσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα
σανδάλια μεταξωτά ή πανοπλία
εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου –
η θέληση μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους άλλους απʼ την πέτρα και το τείχος μου
καθώς νερό πηγής τους είχα φέρει
η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τʼ άλογα τους απʼ τον κάμπο μου

δε μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα
τους υπάτους δεν άφηναν να πλησιάσω
σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα
τη θέληση μου την καταπατήσανε
τόσους αιώνες.

Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι
όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή
όλους τους λόγους και προπόσεις
αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκηπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία
νύκτα θα ρεύσει πολύ αίμα
νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες με νέους στέφανους
οι πονηροί ρωμαίοι υπάλληλοι
του Αυτοκράτορος

ʽτοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν
να παραδώσουν τα κλειδιά και την
υπόκλιση τους.

Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέληση μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούργια μακρινή μου ανάσταση
μαζεύω.

Exofyllo1

 

γράφει και παρουσιάζει ο Θ.Βρανάς – Καθηγητής Β’βάθμιας εκπαίδευσης

 

Μία επανάσταση έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στο χώρο της ιατρικής, αλλά έχει μάλλον περάσει απαρατήρητη εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Το όνομα αυτής: ΜΕΤΑΒΟΛΟΜΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ.


Το βιβλίο του Δρ. Δημ.Τσουκαλά, ιατρού,  περιγράφει με απλό, κατανοητό κ γλαφυρό τρόπο τα κύρια προβλήματα υγείας του καιρού μας, αλλά και τα συνδέει (και αυτό είναι που κάνει το βιβλίο ιδιαίτερο) με την υποβάθμιση της διατροφής μας κ του φυσικού περιβάλλοντος.

Μέσα σ' αυτό το βιβλίο βρήκα συμπυκνωμένα όλα όσα ψάχνω κ πιστεύω όλα αυτά τα χρόνια ως σύμβουλος υγείας. Τα γράφει ένας βαθύς γνώστης-ερευνητής, ένας μάχιμος γιατρός που κατηγορεί, χωρίς να απαξιώνει, τους γιατρούς για την απομάκρυνσή τους από τις ιπποκράτειες αρχές της πρόληψης υγείας.. 

Σταχυολογώ κάποια θέματα από τα περιεχόμενα του βιβλίου: 

  • Το γήρας είναι αναστρέψιμο
  • Πώς ο σύγχρονος άνθρωπος λιμοκτονεί τρώγοντας περισσότερο
  • Διατροφικές ελλείψεις κ χρόνιες παθήσεις
  • Χοληστερίνη: Ο μύθος του αιώνα
  • Ο καρκίνος είναι μάλλον το σύμπτωμα παρά η νόσος

vrettakos

 

Nικηφόρου Βρεττάκου, «Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο»

 

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος πολέμησε στο Αλβανικό Μέτωπο και έγραψε γι ‘ αυτό. Έγραψε για τη σκληρότητα του πολέμου και για την αγωνία του πολεμιστή. Αυτός, ο κατεξοχήν ανθρωπιστής ποιητής, που δεν ήτανε φτιαγμένος για πόλεμο, πολέμησε. «Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου, δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο» γράφει στο ποίημά του «Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο». Πολέμησε για τη γη του, για τους ανθρώπους του, για την Ελευθερία. Κι αν αυτός ο αγώνας των απλών ανθρώπων προδόθηκε από τους εξουσιαστές και τους ξένους προστάτες τους, αυτό δεν αναιρεί την αξία του. Κι αν η πραγματική ελευθερία έχει έρθει ποτέ σ’ αυτό τον τόπο, αυτό είναι θέμα μιας άλλης συζήτησης.

 

Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατηφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντηλιού: ένας κόσμος χαμένος.

Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

 

kazantzakis

 

Αποκαλόκαιρο. Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό τέλος κάθε χρονιάς και η αρχή της επόμενης. Η εποχή της μεγαλύτερης εσωτερικής αναζήτησης και των μεγάλων σχεδίων - σχέδια που τα πιο πολλά βέβαια θα μείνουν για μια ακόμη φορά στο συρτάρι.

Ίσως η ιδανικότερη εποχή για να διαβάσει κανείς την «Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη, αυτή τη συνταρακτική κραυγή αγωνίας του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα για το πώς πρέπει να πορευτεί ο άνθρωπος ανάμεσα στα δύο τίποτα. Ανάμεσα στο τίποτα που προηγείται της γέννησής του και στο τίποτα που ακολουθεί το θάνατό του. Για το πώς πρέπει να πορευτεί προκειμένου να κάνει αυτό το ταξίδι με το σίγουρο τέλος, όσο το δυνατό πιο όμορφο, δίνοντας με τον τρόπο αυτό νόημα σε κάτι που εκ πρώτης όψεως στερείται νοήματος

[ … ] Σε άξαφνες φοβερές στιγμές αστράφτει μέσα μου : “ όλα τούτα είναι παιχνίδι σκληρό και μάταιο, δίχως αρχή, δίχως τέλος, δίχως νόημα”. Μα ξαναζεύουμαι, πάλι, στον τροχό της ανάγκης, κι όλο το Σύμπαν ξαναρχινάει γύρα τρογύρα μου την περιστροφή του.

Πειθαρχία, να η ανώτατη αρετή. Έτσι μονάχα σοζυγιάζεται η δύναμη με την επιθυμία και καρπίζει η προσπάθεια του ανθρώπου.

Να πώς με σαφήνεια και με σκληρότητα να καθορίζεις την παντοδυναμία του νου μέσα στα φαινόμενα και την ανικανότητα του νου πέρα από τα φαινόμενα – πρι να κινήσεις για τη λύτρωση. Αλλιώς δεν μπορείς να λυτρωθείς.

[ … ] Γλίτωσε από την απλοϊκή άνεση του νου που βάνει τάξη κι ελπίζει να υποτάξει τα φαινόμενα. Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδιάς που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία.

Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα