" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                               Μπρεχτ
X.Kostoulas

X.Kostoulas

Η Κίμπερλυ Γκίλφοϊλ, τον Ιούλιο του 2015, όταν η χώρα βρισκόταν στη δίνη της οικονομικής κρίσης και των εκβιασμών από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μιλώντας σε κεντρικό δελτίο του Fox News, χαρακτήριζε τους Έλληνες τζαμπατζήδες

Τη στιγμή που οι κάτοικοι της χώρας έχαναν τις δουλειές τους και έβλεπαν τους μισθούς και τις συντάξεις να περικόπτονται δραματικά, η Γκιλφόιλ παρομοίαζε τους Έλληνες με ανεκπαίδευτα χαζά σκυλάκια που κατουράνε το χαλί και ζητούσε την τιμωρία τους

Τη στιγμή που το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών είχε πέσει κατά 35% και οι αυτοκτονίες είχαν αντίθετα εκτοξευθεί κατά 35% σε λίγα χρόνια, την ίδια στιγμή που η ανεργία μέσα σε λίγα μόλις χρόνια είχε διπλασιαστεί, η Γκίλφοιλ αποκαλούσε τους Έλληνες τεμπέληδες και τους καλούσε να πάνε να δουλέψουν

Σήμερα η Γκίλφοιλ είναι πρέσβειρα των ΗΠΑ στη χώρα μας. Σε αυτή τη χώρα που δυσφημούσε, που ειρωνευόταν, που διαπόμπευε σε παναμερικανικό δίκτυο. Στις κοινωνικές της εκδηλώσεις περιβάλλεται από τα γνωστά πρόσωπα του επιχειρηματικού κόσμου που λυμαίνονται τον πλούτο της χώρας και διασκεδάζει στο ιλουστρασιόν σκυλάδικο του Αργυρού

Σήμερα η Γκίλφοιλ δηλώνει πως αγαπάει την Ελλάδα και τους κατοίκους της. Και πιο πολύ απ’ όλους, αγαπάει τον πρωθυπουργό της, τον Κυριάκο Μητσοτάκη που είναι ο πρώτος Έλληνας που κατάφερε να εκπαιδεύσει και να τον κάνει προσωπικό της σκυλάκι

Τόσο πολύ τον αγαπάει τον Κυριάκο η Γκιλφόιλ, ώστε ανέθεσε στην πρεσβεία της να βγάζει αυτή τις ανακοινώσεις του Κυριάκου που έχουν να κάνουν με την εξωτερική πολιτική της χώρας. Για να μην κουράζεται ο Κυριάκος

Και αυτός, αιώνια ευγνώμων, θα της κουνάει την ουρά, ελπίζοντας σε ένα καλό μεζεδάκι

Ας δούμε όμως το βίντεο.

Και ας το έχουμε υπόψη μας όταν τη βλέπουμε να χαριεντίζεται ανάμεσα στους Αγγελόπουλους, στους Γιαννακόπουλους, στους Λάτσηδες και στους Βαρδινογιάννηδες. Ας το έχουμε υπόψη μας όταν τη βλέπουμε να συνομιλεί ως ανώτερη προς κατώτερο με την πολιτική ηγεσία του τόπου. Ας το έχουμε υπόψη μας, όταν βλέπουμε να της αποδίδει τιμές άγημα φουστανελοφόρων

Και ας φροντίσουμε να διαδοθεί παντού. Και να παίζεται συνέχεια. Αφού δεν το κάνουν τα κανάλια, ας το κάνουμε εμείς

 

Ιστορίες για αγρίους

Ιανουαρίου 05, 2026

Ο Άδωνις Γεωργιάδης έχει πράγματι πτυχίο ιστορικού, οπότε έχει το δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιος. Ο τρόπος όμως που αντιλαμβάνεται και εισπράττει την Ιστορία είναι εξόχως προβληματικός – για την ακρίβεια είναι ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβάνονται οι απανταχού ακροδεξιοί, οι τραμπικοί, οι νεοφασίστες ή οι νεοναζί

Ο Άδωνις Γεωργιάδης θαυμάζει τη δύναμη, την ισχύ, την επιβολή. Ηδονίζεται με τη συντριβή του αδυνάτου. Για τον Αδωνι Γεωργιάδη, δεν υπάρχει Ηθική, δεν υπάρχει Δίκαιο. Το μόνο Δίκαιο γι αυτόν είναι ο νόμος της ζούγκλας. Το έχει πει άλλωστε πολλές φορές. Δεν αναγνωρίζει τη Διεθνή Αμνηστία, δεν αναγνωρίζει το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, αμφισβητεί την αξιοπιστία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. 

Σχετικά με την αμερικανική επίθεση εναντίον της Βενεζουέλας, ο – και υπουργός Υγείας τρομάρα του - χρησιμοποίησε το παρακάτω απόσπασμα από το διάλογο Αθηναίων – Μηλίων : «Το δίκαιο ισχύει μόνο μεταξύ ίσων. Οι δυνατοί κάνουν ό,τι μπορούν – οι αδύναμοι υποχωρούν σε ό,τι πρέπει»

Ο διάλογος αυτός έγινε το 416 πΧ . Τρία χρόνια μετά, οι αλαζόνες Αθηναίο συνετρίβησαν στη Σικελική εκστρατεία. Το λησμόνησε αυτό ο πολυπράγμων υπουργός; Ή το απέκρυψε σκοπίμως; 

 

adonis milos

 

Μια εκτενή απάντηση στη στρεβλή ανάγνωση του Θουκυδίδη από τον Άδωνι Γεωργιάδη έδωσε ο John Antono

«Ο Άδωνις Γεωργιάδης αποδεικνύει για άλλη μια φορά την ημιμάθεια του, παρουσιάζοντας τον διάλογο Αθηναίων-Μηλίων - τον οποίο παραθέτει ο Θουκυδίδης στο 5ο βιβλίο του - ως δήθεν "άποψη" (!!!) του συγγραφέα του.

Ισχυρίζεται, δηλαδή, ότι ο μεγάλος Αθηναίος ιστορικός ενστερνίζεται το δίκαιο του ισχυρού και την ωμή επιβολή της εξουσίας στους αδύναμους ως πολιτικό ρεαλισμό, υποτιμώντας την επίκληση του διεθνούς δικαίου και των πανανθρώπινων αξιών ως αφέλειες. Με λίγα λόγια, ωσάν ο Θουκυδίδης να ήταν ένας μακιαβελικός αμοραλιστής της αρχαιότητας, όπως σήμερα είναι ο Τραμπ, ο Πούτιν, ο Άδωνις και οι όμοιοι τους.

Η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Γράφοντας με όρους ρητορικών αγώνων και αρχαίας δραματουργίας αυτόν τον αριστοτεχνικά δομημένο διάλογο, ο Θουκυδίδης αφενός εκθέτει ανεπανόρθωτα τους αλαζόνες Αθηναίους, αφετέρου προοικονομεί τις μετέπειτα συνέπειες της ύβρεως τους: όταν ξεκίνησε να διαβάζεται το έργο του Θουκυδίδη, ήταν ήδη γνωστή η πανωλεθρία των Αθηναίων στη Σικελία (414 π.Χ.), η οποία έπεται της σφαγής της Μήλου και περιγράφεται στο 7ο βιβλίο του. Ήταν επίσης γνωστή η καταστροφή του αθηναϊκού στόλου στους Αιγός ποταμούς (405 π.Χ.) και η ταπεινωτική παράδοση των Αθηναίων στους Σπαρτιάτες πολιορκητές τον Απρίλιο του 404 π.Χ., με την οποία έληξε ο Πελοποννησιακός πόλεμος (αυτά αναφέρονται στο 2ο βιβλίο των "Ελληνικών" του Ξενοφώντα, ο οποίος συνέχισε την αφήγηση του Θουκυδίδη).

Με λίγα λόγια, όχι μόνον δεν διαφαίνεται πουθενά στον διάλογο Αθηναίων-Μηλίων η "άποψη" του Θουκυδίδη υπέρ της δύναμης της ισχύος και της ιμπεριαλιστικής ωμότητας, αλλά, ως καλλιεργημένος Αθηναίος της εποχής του, που έχει γαλουχηθεί με τα διδάγματα της τραγωδίας, χρησιμοποιεί λογοτεχνικά τους τραμπ(ουκ)ισμους των Αθηναίων ως προοικονομία και ως τραγική ειρωνεία για αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει σε βάρος τους, και το οποίο ήταν ήδη γνωστό στους αρχαίους αναγνώστες. Δηλαδή η σκληρή, ανηλεής και αμείλικτη εφαρμογή του "φυσικού νόμου" στους ίδιους τους Αθηναίους, του ίδιου που και εκείνοι νωρίτερα είχαν επιβάλει στους Μηλίους.

Ο Θουκυδίδης, παρότι θαυμαστής της Αθηναϊκής δόξας και ηγεμονίας, μας παρέδωσε ένα αιώνιο έργο για τα αίτια της πτώσης μιας αυτοκρατορίας, τα ίδια αιτία που έχουν ισχύσει για την πτώση κάθε αυτοκρατορίας από την εποχή του μέχρι σήμερα, εδώ και 2.400 χρόνια

Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τον ημιμαθέστατο (αλλά λαλίστατο σε θέματα επί παντός του επιστητού) Άδωνι Γεωργιάδη»

 

Ο Άδωνις Γεωργιάδης όμως δεν περιορίστηκε στο Θουκυδίδη. Επικαλέστηκε και μία φράση του Πομπήιου: «Σταματάτε να μας μιλάτε για νόμους. Κουβαλάμε σπαθιά»

Ο Πομπήιος βέβαια, μετά την ήττα του από τον Ιούλιο Καίσαρα κατέφυγε στην Αίγυπτο, όπου δολοφονήθηκε από τους Πτολεμαίους που ήθελαν να κερδίσουν την εύνοια του Καίσαρα. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Ιούλιος Καίσαρας δολοφονείται από το Βρούτο και τον Κάσσιο. Δύο χρόνια αργότερα, ο Βρούτος και ο Κάσσιος αυτοκτονούν για να μην πέσουν στα χέρια του Μάρκου Αντώνιου και του Οκταβιανού Αύγουστου. Δώδεκα χρόνια αργότερα, ο Μάρκος Αντώνιος αυτοκτονεί για να μην πέσει στα χέρια του Οκταβιανού Αύγουστου, ο οποίος είναι ο μόνος από τους παραπάνω εμπλεκόμενους που πεθαίνει από φυσικά αίτια. Αυτός είναι ο κόσμος των σπαθιών που επικαλείται και μάλλον θαυμάζει ο Αδωνις Γεωργιάδης – ας μην ξεχνάμε ότι είναι υπέρμαχος και της οπλοκατοχής

adonis pompeius

 

Μια απάντηση στην ανάρτηση του Άδωνι Γεωργιάδη για τον Πομπήιο, έδωσε με το γνωστό περιπαικτικό της ύφος η Ευγενία Λουπάκη

« … έπεσε μπροστά μου η ανάρτηση του Ρωμαίου Αδωνη, του κακομοίρη που προφανώς δεν διάβασε ποτέ του Αστερίξ και μας "πουλάει" μια ρήση του Πομπήιου περί σπαθιού και νόμου.

Βρε κακομοίρη, βρε αγράμματο στουρνάρι ξέρεις βρε έρμε πού κατήντησε ο Πομπήιος; Χαλβάς Φαρσάλων έγινε βρε κακομοίρη, που μελετάς και την ρωμαϊκή ιστορία, νούμερο!

Τον τσάκισε ο Καίσαρας βρε έρμε και ούτε σπαθί του 'μεινε  ούτε θρόνος ούτε τίποτα, τον δολοφόνησε ο Πτολεμαίος στην Αίγυπτο.

Αυτά παθαίνουν όσοι προτιμάνε το σπαθί από το νόμο, γελοίο ανθρωπάριο»

 

Κλείνουμε με μια φράση που θα μπορούσε να την είχε πει ο υπουργός Υγείας: «Πολλοί προσπάθησαν να με ξεπεράσουν σε Kακία και Bλακεία. Όλοι τους όμως  ηττήθηκαν» – Σπυρίδων Άδωνις Γεωργιάδης

της Μαρίας Νάτση

 

Πώς οι πολιτικές επιβολής στο εξωτερικό συνδέονται με το δημοκρατικό έλλειμμα στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών.

«Έχουμε περίπου το 50% του παγκόσμιου πλούτου, αλλά μόνο το 6,3% του παγκόσμιου πληθυσμού. Το αληθινό μας καθήκον στο εγγύς μέλλον θα είναι να επινοήσουμε ένα μοντέλο σχέσεων το οποίο θα μας επιτρέπει να διατηρήσουμε αυτή την πλεονεκτική θέση χωρίς να πληγεί η εθνική μας ασφάλεια. Για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει να απαλλαγούμε από κάθε συναισθηματισμό και ονειροπόληση. Δεν πρέπει να αυταπατώμεθα ότι μπορούμε να διαθέτουμε την πολυτέλεια του αλτρουισμού και της ευεργεσίας προς τον κόσμο. Πρέπει να πάψουμε να μιλάμε για αφηρημένους και εξωπραγματικούς στόχους όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου και ο εκδημοκρατισμός. Δεν είναι μακριά η μέρα που θα ενεργούμε βάσει καθαρών όρων εξουσίας. Όσο λιγότερο μας εμποδίζουν τα ιδεαλιστικά συνθήματα, τόσο καλύτερα» — Τζωρτζ Κέναν, Σχεδιασμός Πολιτικής, Στέιτ Ντιπάρτμεντ ΗΠΑ, 1948

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν εξαναγκασμό και βία για να διασφαλίσουν την πρόσβασή τους σε πρώτες ύλες.

Ούτε ότι οι αυτόχθονες πληθυσμοί στερούνται το δικαίωμα να αξιοποιήσουν αυτούς τους πόρους προς όφελος της δικής τους κοινωνικής ευημερίας. Όταν μάλιστα επιχειρούν να το κάνουν —ιδίως όταν το εγχείρημα αποδεικνύεται επιτυχές— το τίμημα είναι βαρύ: το «κακό παράδειγμα» πρέπει να διορθωθεί.

Όσο μικρότερη η χώρα, τόσο πιο επικίνδυνο το παράδειγμα που δίνει στις μεγαλύτερες και τόσο πιο βίαιες οι παρεμβάσεις που κρίνονται αναγκαίες.

Πώς αλλιώς να εξηγηθεί η εισβολή στο μικρό νησιωτικό κράτος της Γρενάδας με μόλις 100.000 κατοίκους ή οι μαζικοί βομβαρδισμοί των απομονωμένων χωριών του Λάος, που δέχθηκαν πάνω από δύο εκατομμύρια τόνους βομβών;

Και φυσικά, η λίστα των παρεμβάσεων σε «νεοαποικίες» που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι είναι μακρά: Παναμάς, Χιλή, Νικαράγουα και πολλές ακόμη.

Αυτές οι πρακτικές δεν είναι τυχαίες ούτε αποσπασματικές. Πρόκειται για πολιτικές δοκιμασμένες επί δεκαετίες και σχεδόν τελειοποιημένες.

Το πρώτο στάδιο είναι συνήθως το εμπάργκο: ένας οικονομικός πόλεμος που στοχεύει στην εσωτερική αποδυνάμωση, στην κοινωνική αναταραχή και στην πολιτική αποσταθεροποίηση. Συχνά, το αποτέλεσμα είναι η αναζήτηση - από πλευράς της χώρας που δέχεται τον οικονομικό πόλεμο -  εναλλακτικών συμμαχιών (Ρωσία, Κίνα ή άλλες δυνάμεις)— γεγονός που λειτουργεί ως πρόσχημα από πλευράς ΗΠΑ για περαιτέρω κλιμάκωση  

Εναλλακτικά, ενεργοποιούνται εσωτερικοί μηχανισμοί αποσταθεροποίησης. Αδιάφορο αν πρόκειται για εγκληματικές οργανώσεις, εξτρεμιστικά δίκτυα ή ένοπλες ομάδες: ο στόχος παραμένει ο ίδιος — ο έλεγχος, η ανατροπή ή ακόμη και η φυσική εξόντωση της ανυπάκουης, άρα και ανεπιθύμητης κυβέρνησης.

Όταν ούτε αυτό αποδίδει, η άμεση στρατιωτική επέμβαση παραμένει η τελική λύση, πάντοτε συνοδευόμενη από ένα προσεκτικά κατασκευασμένο αφήγημα «εχθρού».

Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά αυτό το μοντέλο, απαιτείται η πειθάρχηση των κοινωνιών που επιτυγχάνεται μέσω της "κατήχησης" από τα μέσα ενημέρωσης αλλά και του ελέγχου του δημόσιου λόγου.

Αν θεωρούμε ότι αυτές οι πρακτικές περιορίζονται αποκλειστικά στις μεγάλες υπερδυνάμεις, αρκεί να αλλάξουμε την κλίμακα του χάρτη. Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται αναλλοίωτο κοντά μας, δίπλα μας, μέσα στις ίδιες μας τις κοινωνίες.

Γιατί να μας απασχολεί, λοιπόν, η Βενεζουέλα; Όχι επειδή αποτελεί εξαίρεση, αλλά επειδή τείνει να καθιερωθεί ως κανόνας. Πρόκειται για ένα ακόμη βήμα μακριά από την ειρήνη, τη διεθνή νομιμότητα και την αυτοδιάθεση των λαών. Ένα βήμα προς έναν κόσμο όπου η ισχύς δεν χρειάζεται πλέον προσχήματα και οι «όροι εξουσίας» διατυπώνονται ανοιχτά.

Η ουσιαστική απειλή για αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης δεν προέρχεται από κάποια εξωτερική δύναμη, αλλά από την πολιτική αφύπνιση και την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής.

Αν θέλουμε να κατανοήσουμε γιατί οι ισχυροί μπορούν να δρουν χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς, οφείλουμε να αναρωτηθούμε πόσο δημοκρατικές είναι στην πράξη οι ίδιες οι δημοκρατίες μας. Με υψηλά ποσοστά αποχής, αντιπολιτεύσεις ανίκανες να ανατρέψουν κρίσιμες κυβερνητικές επιλογές, τοπικές κοινωνίες αποκομμένες από τα κέντρα λήψης αποφάσεων, και κυβερνήσεις που συγκεντρώνουν στα χέρια τους νομοθετική και εκτελεστική ισχύ, μηχανισμούς ασφαλείας, μέσα ενημέρωσης και συχνά τη δικαστική εξουσία, η δημοκρατική συμμετοχή καταντά τυπική διαδικασία και όχι ουσιαστικό δικαίωμα.

Σε τέτοιες συνθήκες, τα οικονομικά συμφέροντα δεν χρειάζεται να επιβάλουν την ισχύ τους με πραξικοπήματα· αρκεί να λειτουργούν μέσα σε ένα σύστημα ήδη απονευρωμένο πολιτικά. Έτσι, η νεοαποικιοκρατία δεν ασκείται μόνο προς τα έξω, αλλά αναπαράγεται και στο εσωτερικό των ίδιων των δυτικών κοινωνιών.

Μήπως, λοιπόν, έχει έρθει η ώρα να μιλήσουμε σοβαρά για τον εκδημοκρατισμό των ίδιων των δημοκρατιών μας; Όχι ως αφηρημένο ιδανικό, αλλά ως πρακτική ανάγκη: με ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών, πραγματική αποκέντρωση της εξουσίας και θεσμούς που να μπορούν να ανατρέπουν αποφάσεις όταν η κοινωνική πλειοψηφία το απαιτεί.

Γιατί χωρίς ενεργούς πολίτες, χωρίς τοπική ισχύ και μηχανισμούς λαϊκής παρέμβασης, η "δημοκρατία" δεν αποτελεί ανάχωμα στην αυθαιρεσία· αποτελεί απλώς το πιο αποτελεσματικό της άλλοθι

Αρίθμηση

Ιανουαρίου 01, 2026

του Κώστα Καναβούρη

 

Κοίτα να δεις που ο άβακας τελειώνει

στην άκρη του γκρεμού

και πέφτουν οι αριθμοί στην άβυσσο.

Είναι μια πτώση η αρίθμηση

μια μοναξιά που τρώει τον εαυτό της 

κι από το βάθος του σπιτιού

ακούγονται οι φωνές

εκείνων που ξεχάσαμε

μέσα στον εαυτό μας.

Σφαγή κανονική

 

 

του Νίκου Σαραντάκου

 

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε το 1943 στα Αθηναϊκά Νέα, όπως λεγόταν τότε η εφημερίδα που σήμερα λέγεται “Tα Νέα” (και που, για την περίοδο της Κατοχής, διευθυνόταν από ομάδα συντακτών), και ΄έχει θέμα χριστουγεννιάτικο – αν και δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι

Είναι μια δημοσιογραφική ανάμνηση, γραμμένη από τον Σταμ. Σταμ. ή Σταμάτη Σταματίου(1881-1946, δημοσιογράφο από τη Ναύπακτο που δούλεψε γόνιμα επί πολλές δεκαετίες κατά την προπολεμική περίοδο στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο και έγονε κυρίως γνωστός από τις εύθυμες “Ιστορίες του χωριο΄θυ”, γραμμένες σε ρουμελιώτικο ιδίωμα

Η επιφυλλίδα δημοσιεύτηκε με τίτλο “Πώς τον πρωτογνώρισα” και υπέρτιτλο “ Της νύχτας τα φαντάσματα” καθώς και με τον υπότιτλο “ του συνεργάτη μας Σταμ. Σταμ.”

Στο Διαδίκτυο βρήκα αποσπάσματά της, αλλά όχι ολόκληρο το κείμενο, οπότε δεν βλάφτει να την παραθέσω ολόκληρη – εκσυγχρονίζω την ορθογραφία και ζητώ συγγνώμη για τα λαθάκια που ίσως υπάρχουν. Στο τέλος γράφω κάποια σχόλια.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Βρέχει, βρέχει, βρέχει από το απόγευμα. Μια ψιλή αδιάκοπη βροχή, μου φαίνεται σαν διασίδια νερένιου αργαλειού. Εκεί απάνω στο υγρό αυτό στημόνι, υφαίνεται η βαριά ανία μιας επαρχιακής απομονώσεως. Ευτυχώς που έπεσε, γρήγορα, η νύχτα. Το μολυβί θόλωμα τής βροχερής ημέρας, δεν σου ξυπνάει τίποτε μέσα εις την ψυχήν. Απεναντίας, νομίζεις ότι ενεπλάκης και τυλίγεσαι στα υδάτινα τα νήματα, σαν πεταλούδα σε ιστό Αράχνης. Κι όσο προσπαθείς να φύγεις, τόσο περισσότερο μπλέκεσαι και κολλάς, δέρνεσαι και σπαράζεις.

Πώς αλλάζει όμως η κατάστασις, σαν ανάβει η μικρή η λάμπα! Η μοναξιά σε ζώνει, σαν να σε προστατεύει. Όλα ακινητούν, όλα σιωπούν, είσαι περισσότερο στον εαυτόν σου, βέ­βαια, αλλά το φωτεινό εκείνο της λαμπούλας μάτι σού ανοιγει άλλους κόσμους εμπροστά. Κόσμους όπου φύγα­νε, κόσμους πεθαμένους! Και ταξιδεύεις με αυτό, αλλά και δέχεσαι, από τα σκιόφωτα, μορφές, τόπους, εποχές. Και κατεβαίνουνε από παντού τής νύχτας τα φαντάσματα σαν εξυγιασμένα από το αδύνατο, το ωχρό της μικρής λαμπίτσας φως. Να τος, ολοζώντανος μπροστά μου, όπως τον πρωτογνώρισα!  Χρώ­μα προσώπου και κουβέντα σαν μοσχο­βολιά κηριού που λιώνει εμπρός σε ά­γιες εικόνες. Σηκώθηκα απάνω, όπως και όταν τον πρωτάκουσα, να μου λέει το όνομά του.

Ήμουνα τότε μαθητής εις το Γυμνάσιον της Πλάκας, αλλά έγραφα και εις την «Ακρόπολιν». Πλησιάζανε Χριστούγεννα. Ο Γαβριηλίδης, με τις ωραίες του τις φούριες, τις τόσον ποιητικές και παλαβές, όποιον έπαιρνε με καλό μάτι, τον εφόρτωνε όλες της εφημερίδος τις δουλειές. Έτσι εις εμέ είχεν αναθέσει προσέτι και την αρχισυνταξία του «Α.Ο.Δ.Ο.». Ένα λαμπρό και δυσεύρετο σήμερα περιοδικό. Μου ανέθεσε την επιμέλεια του χριστουγεννιάτικου φύλλου, που θα έβγαζε, με εντολήν να ζητήσω και συνεργασίαν από λογογράφους. Και σαν να μην έ­φθαναν αυτά, μου φόρτωσε και την διανομήν κάτι εράνων χρηματικών, που έκανε τότε η «Ακρόπολις» υπέρ των πτωχών, για να περάσουνε καλά τις άγιες ημέρες.

Θυμούμαι ότι συγκεκριμένως μού είχε συστήσει να ζητήσω συνεργασίαν από τον Παπαδιαμάντη, τον Ξενόπουλο και τον Γιάννη Βλαχογιάννη. Αγριοκάτσικο, πρωτοφερμένο στην Αθήνα με ανεπούλωτα ακόμα τα τραύματα που είχα στο κεφάλι από τους πετροπολέμους του χωριού μου. Τον κ. Ξενόπουλο τον ευρήκα εύκολα εις την «Διάπλασιν», της οποίας ήμουνα τότε συνδρομητής και σήμερα συνταξιούχος. Ό κ. Ξενόπουλος με οδήγησε, πού θα βρω τον Γιάννη Επαχτίτη (Βλαχογιάννη) και αυτός, πού θα ξετρυπώσω τον Παπαδιαμάντη. Τον Παπαδιαμάντη όμως, όσον και αν τον εζήτησα, δεν κατόρθωσα να τον συναντήσω πουθενά. Του άφηνα όμως σε όλα τα μέρη σημειώσεις.

Πέρασαν ημέρες αρκετές. Ήσαν προπαραμονές των Xριστουγέννων. Ήταν ώρα δειλινού και ενώ καθόμουνα σ’ ένα από τα γραφεία της Ακροπόλεως εις την Στοάν του Πάππου, τότε. Άλλος κανείς μού φαίνεται από την σύνταξη δεν ήτανε εκεί. Ήταν η ώρα της ρετσίνας, του κόρτε και του ρεπορτάζ. Κι εγώ τότε ούτε ρετσίνα έπινα, ούτε με τα ρεπορτάζ απησχολούμην. Κάτι έγρα­φα όμως εκείνη την στιγμή, και ήμουνα απορροφημένος με την εργασία, όταν μέσα στο θαμπόφως της εσπέρας, που γινότανε βαθύτερον εις το γραφείον, άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας άνθρωπος, μάλλον υψηλός, κακοντυμένος, με υποκάμισο ζουλισμένο στο λαιμό, χωρίς γραβάτα, με ρούχα οπωσδήποτε απεριποίητα και μακρύ επανωφόρι τριμμένο. Παρά την φτωχική εμφάνισιν, τα γένεια του και τα απεριποίητα μαλλιά του, το μελαψό του πρόσωπο ήτανε κόκ­κινο στα μάγουλα, κι από τα μάτια του έσταζε μια γλύκα. Εμπήκε συνεσταλμένος και δειλός.

—    Ο κύριος Σίγμα;

Ενόμισα πως ήταν κανένας από τους φτωχούς που συστημένοι εις εμέ από τη διαχείριση, ήρχοντο να πάρουνε ση­μείωμα για να εισπράξουν το χριστουγεννιάτικο βοήθημά τους.

—    Εγώ είμαι, του απήντησα, αλλά καθίστε μια στιγμή, σας παρακαλώ, να τελειώσω κάτι που γράφω εδώ και αμέσως θα σας διευκολύνω.

Εκάθισε σκυφτός με γυρμένο το κεφάλι και κοίταζε διαρκώς το πάτωμα.

—    Ο κακομοίρης, σκέφθηκα, φτώχεια μεγάλη θα ’χει!

Και τον κοίταξα με βλέμμα πονεμένο και μια συμπάθεια μεγάλη που έφτανε μέχρι συγκινήσεως.

– Ορίστε, του είπα, άμα ετελείωσα.

—    Με ζητήσατε;

—    Όχι, εγώ δεν σας ζήτησα, αλλά ξέρω γιατί ήρθατε και θα τελειώσω αμέσως τη δουλειά σας.

Μου φαίνεται ότι δίναμε δέκα δραχμές σε κάθε άτομο οικογενείας. Σημειωτέον ότι η «Ακρόπολις», η οποία έκαμνε τις ημέρες εκείνες τις μεγάλες αυτές φιλανθρωπικές χειρονομίες, κινδύνευε να μη βγει για έλλειψη χαρτιού και οι συντάκται της να μην πάρουν ούτε δέκα δραχμές για να περάσουν τα Χριστούγεννα.

Για να κανονίσω το ποσόν όπου θα έπαιρνε, ηθέλησα να μάθω τα μέλη της οικογενείας του.

—    Είσθε παντρεμένος;

—    Όχι… ακόμη! μου είπε μ’ ένα πικρό μειδίαμα.

—    Έχετε άλλη οικογένεια;

—    Δύο αδελφές, αλλά δεν είναι εδώ.

Για να τον βοηθήσω περισσότερο, εσκέφθηκα να κάμω μία πλαστογραφία. Να συμπεριλάβω ως συγκατοικούσας εις τας Αθήνας με αυτόν και τας αδελφάς του και έκαμα μίαν απόδειξιν για τριάκοντα δραχμές.

—    Λαμβάνεις τον κόπο, του είπα, να περάσεις από το λογιστήριον.

Ευχαρίστησε ψιθυριστά, σαν φοβισμένος και συνεσταλμένος πάντοτε, σηκώθηκε, αλλά σαν να κοντοστεκότανε.

—    Κι αυτά τί να τα κάμω; Δεν τα θέλετε;

Και μου έδειχνε κάτι χαρτιά, Νό­μισα πως ήταν πιστοποιητικά απορίας.

—    Κράτησέ τα, του είπα, εμάς δεν μας χρειάζονται.

Εσείστηκε, λυγίστηκε ολίγο, έκανε, σκυφτός, να φύγει, ξαναγύρισε.

—    Τότε αφού δεν σας χρειάζονται αυτά, εγώ με τι δικαίωμα θα πληρωθώ;

—    Δεν πειράζει, αρκούμεθα εις τον λόγον σας. Χριστούγεννα είναι τώρα.

—    Ναι, αλλά αν δεν πάρετε αυτά, εγώ δεν μπορώ να πάρω χρήματα.

—    Μα δεν τα παίρνετε εσείς τα χρήματα, σας τα δίνουμε ημείς!…

—    Ε, τότε, πάρτε κι εσείς ετούτα που μου τα ζητήσατε. Και τα άφησε σιγά και μαλακά απάνω στο τραπέζι.

Εσκέφθηκα, μήπως του ζήτήσει τίποτα πιστοποιητικά το λογιστήριο.

—    Μα τι είναι, επιτέλους, αυτά, του λέω, που πρέπει απαραιτήτως να τα πάρουμε;

—   Το διήγημα των Χριστουγέννων, που μου εζητήσατε.

—   Το διήγημα των Χριστουγέννων… και ποιος είσθε σεις;

—    Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!

—    Ο ίδιος;

—    Ο ίδιος και ολόκληρος!

Έπεσε το ταβάνι και με πλάκωσε, η πένα έφυγε από τα χέρια μου, όλα εκεί μέσα, καρέκλες, βιβλία, εφημερίδες, σαν να στροβιλίσθηκαν γύρω μου και έκανα ώρες να συνέλθω.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αυτός ο πρίγκηψ των Ελλήνων λογογράφων, που τον φανταζόμουνα ακτινοβολούντα, γελαστόν, ωραίον, καλοντυμένον, ευτυχή, γεμάτον εγωισμόν, αέρα και μεγαλοπρέπεια, αυτός!… Αυτός ο μαλακός, ο καλός, ο δειλός, ο φοβισμένος και τσαλακωμένος άνθρωπος, που στεκότανε με συστολή μαθητού επιμελούς, εκεί ενώπιόν μου!… Αυτός, που μας έδωκε γλύκες πνευματικές και συγκινήσεις ψυχικές, που σνιστόρησε κόσμους θαλασσινούς κι εζωντάνεψε εμπρός μας ανθρώπους μακρινούς κι αγνώστους, που τους έκανε δικούς μας, εντελώς δικούς μας, σαν να περάσαμε μια ζωή μαζί, αυτός σε μια τέτοια κατάσταση, εκεί ενώπιόν μου! Του έσφιξα το χέρι, χωρίς να ημπορώ ούτε μια λέξη να προφέρω. Από την ταραχή μου και τη σαστιμάρα μου ούτε το φως δεν άναψα. Αισθάνθηκα ένα τρεμουλιαστό χέρι να σφίγγει το δικό μου και τον έχασα μέσα εις το σκοτάδι.

Έτσι τον έχασα κι απόψε, μόλις της λάμπας το φιτίλι έπεφτε κι έσβηνε το φως, γιατί δεν είχε πια πετρέλαιο! Έμεινε όμως πίσω μια μοσχοβολιά κηριού που λιώνει εμπρός στις άγιες εικόνες, κάτι από του καντηλιού το σβήσιμο, κάτι από θυμιατού πέρασμα μακρινό, μακρινό πολύ…

ΣΤΑΜ. ΣΤΑΜ.

 

-----------------------------------------------------------------

Η δειλία και η συστολή του Παπαδιαμάντη μας είναι γνωστές και από άλλες μαρτυρίες. Υπάρχουν κάποιες λεπτομέρειες στην ανάμνηση του Σταματίου που δεν ταιριάζουν, αλλά βέβαια γράφει σαράντα πέντε χρόνια μετά το περιστατικό, οπότε δεν περιμένουμε απόλυτη ακρίβεια.

Η ανάμνηση έχει δημοσιευτεί (όπως βρίσκω από τα google books) στα Άπαντα Παπαδιαμάντη του Περάνθη, ενώ σχολιάζεται σε άρθρο στο αφιέρωμα Παπαδιαμάντη του περιοδικού Αντί (τχ. 753, Δεκέμβριος 2001, σελ. 37) -κι αυτό από το google books το βρήκα, οπότε δεν ξέρω ποιος έχει γράψει το άρθρο, που μόνο ένα μικρό απόσπασμά του είναι ορατό.

Ωστόσο, αν πάρουμε τοις μετρητοίς τα όσα γράφει ο Σταματίου, το διήγημα του Παπαδιαμάντη, που βέβαια θα δημοσιεύτηκε όταν λύθηκε η παρεξήγηση, δεν είναι κάποιο από τα γνωστά διηγήματα του παπαδιαμαντικού κόρπους! Τι εννοώ; Το περιστατικό που αφηγείται ο Σταμ Σταμ πρέπει να συνέβη τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα ή τα πρώτα του εικοστού, αφού μας λέει πως ήταν τελειόφοιτος του γυμνασίου. Δεν υπάρχει όμως κανένα διήγημα του Παπαδιαμάντη δημοσιευμένο στο περιοδικό Α.Ο.Δ.Ο. (που θα πει «απ’ όλα δι’ όλους») ενώ και στην Ακρόπολι έχουμε την 1.1.1897 το διήγημα Έρως-Ήρως και την πρωτοχρονιά του 1899 το Γουτού γουπατού, που είναι και η τελευταία του συνεργασία με την εφημερίδα του Γαβριηλίδη.

Οπότε; Ή ο Σταμ Σταμ θυμάται λάθος ή… ή έχουμε ένα διήγημα που μας περιμένει, δημοσιευμένο στο δυσεύρετο αυτό περιοδικό, να το αρπάξουμε από τα «αγγρίφια της λήθης» (που θα έλεγε ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος) και να το ξαναδημοσιεύσουμε, όπως είχα κάνει πριν από μερικά χρόνια με τη «Νοσταλγία του Γιάννη«! Λέτε να είμαστε τόσο τυχεροί;

του Κυκλοθυμικού

 

Υπάρχει μια ατάκα από μια παλιά ελληνική ταινία που έχει κολλήσει στο μυαλό μου. Λογικά Τσιφόρος πρέπει να είναι. «Μα καλά στην Αθήνα έχει τόσες χιλιάδες κορόιδα και δε μπορούν να ταΐσουν δυο έξυπνους;»

Όποιος κατάλαβε την αναφορά, θα του χρωστάω χάρη να την προσθέσει στα σχόλια.

Δε θα τσουβαλιάσω. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι, προφανώς δεν οδηγεί ντετερμινιστικά μια καταγωγή σε μια νοοτροπία, σε μια κουλτούρα. Είναι πολυπαραγοντικά αυτά τα παιχνίδια. Αλλά σίγουρα υπάρχουν διάφορα ρεύματα σε αυτό το παζάρι της κοινής συμβίωσης, άλλα πιο ισχυρά, άλλα πιο αδύναμα.

Με βάση αυτά τα ισχυρά ρεύματα σκέφτομαι ότι αν κάποιος ήθελε να ξεκινήσει καριέρα απατεώνα στην Ελλάδα και με ρωτούσε τι πρέπει να κάνει θα του έδινα 3 βασικές συμβουλές:

  1. Κολάκεψε τον λαό. Γλείψ’ τον πατόκορφα. Χωρίς ντροπή. Μίλα για την ανωτερότητα της φυλής μας, για τους ήρωες που πολεμάνε σαν Έλληνες, για την ευφυΐα, την καπατσοσύνη, για το φιλότιμο που δεν το έχει άλλο λεξιλόγιο, άλλη χώρα.
  1. Πούλα εθνικοφροσύνη. Βάλε παντού σημαίες, πούλα όλα τα εθνικά αφηγήματα όσο παράλογα κι αν μοιάζουν, τράβηξε τα αν μπορείς και παραπάνω, μίλα για θεωρίες συνωμοσίας που να αφορούν τη ζήλια και το μίσος όλου του πλανήτη για την Ελλάδα, μίλα για αλύτρωτα πάθη, για την αμόλυντη ιστορία, για τους άγιους εκπροσώπους της.
  1. Κάνε μεγάλους σταυρούς. Μην αφήσεις παπά, σταυρό, εικόνα, εκκλησία που να μην φωτογραφηθείς. Ξεδιάντροπα, μην έχεις τακτ. Προσευχήσου δημόσια, προσκύνα μπροστά σε κάμερες, φίλα χέρια παπάδων τάχα μου δήθεν αυθόρμητα, όπου ακούς καμπάνα να πηγαίνεις από πίσω.

Αν τα κάνεις αυτά αδερφάκι μου θα φας πολύ χρήμα, θα περάσεις ζωή χαρισάμενη. Μπέης. Και δεν είναι που θα τους ξεβρακώσεις όλους, θα σε έχουν για Θεό. Θα τους τρως τα λεφτά και τα ίδια τα θύματα θα μπαίνουν μπροστά να σε υπερασπιστούν. Δε θα τολμάει να σε ακουμπήσει κανείς. Ό,τι κι αν έχεις κάνει.

Κάποιος σατανάς -ανωμαλάρα κατά τα άλλα- αν θυμάστε είχε ντυθεί καλόγερος και πήγαινε στα λεωφορεία στην Θεσσαλονίκη και τον έπαιζε. Τα κορίτσια είχαν τρομάξει, είχαν σιχαθεί. Τι φωτογραφίες έβγαζαν, τι βίντεο. Ανένδοτος ο κόσμος. Εσείς οι ξετσίπωτες φταίτε που πάτε και κολάζετε άγιο άνθρωπο. Μέχρι που αποδείχτηκε ότι πουλούσε… παπά. Τέτοια ψυχεδέλεια.

Και δεν υπάρχει μόνο ένας χώρος. Μπορείς να πετύχεις παντού. Από μικρομάγαζο κι ελεύθερος επαγγελματίας μέχρι βλαχοδήμαρχος και τοπικός βουλευτής, από τηλεπλασιέ βιβλίων και θαυματουργών αλοιφών μέχρι σκηνοθέτης, ηθοποιός, τραγουδιστής, από γιατρός μέχρι αρχηγός πολιτικού φορέα, από αστρολόγος και χαρτορίχτρα μέχρι καθηγητής πανεπιστημίου, από παρουσιαστής κι ινφλουένσερ μέχρι πρωθυπουργός, αρχιεπίσκοπος ανώτατος δικαστικός, φραπές και χασάπης.

Είναι το χάπι που κάνει για όλα. Είναι το πυρηνικό όπλο του μάρκετινγκ στην Ελλάδα. Είναι η απόλυτη εγγύηση επιτυχίας. Κάτσε σπούδασε εσύ και βγάλε τα μάτια σου μετά.

Κι ισχύει κι από την άλλη. Δείτε πχ τι έπαθε ο Μάνος Χατζιδάκις που έκανε ακριβώς τα αντίθετα από τα προαναφερθέντα, που έβαζε τσιφτετέλια την 25η Μαρτίου, που χλεύαζε τον αυριανισμό, που μιλούσε για το μυαλό της κότας κι έβαζε τα παιδιά κάτω στον κάμπο να κυνηγάνε τον παπά. Πόσες φορές εκτελέστηκε ζωντανός αυτός ο άνθρωπος, πόσο μίσος εισέπραξε, πόση χλεύη, πόση χυδαιότητα πετάχτηκε στο παραθύρι του, πόσο πικραμένος έφυγε και πόσο απομακρυσμένος ήθελε να ζήσει από όλους κι από όλα. Μα κι αυτός. Εντόπισε την παθογένεια κι είπε να πάει κόντρα της, αντί να χώσει το δάκτυλο στο μέλι να τον είχαν κάνει βασιλιά, δικτάτορα, Θεό και παντοκράτορα κι ας μην καταλάβαιναν λέξη από τα τραγούδια του.

Στο άλλο άκρο είναι ο Σμαραγδής. Δεν είχα καταλάβει τι έχει συμβεί μέχρι το χτεσινό ποστ. Πλέον έχει ταυτιστεί με τον Καποδίστρια, την Παναγία, τον Κολοκοτρώνη, τα ιερά και τα όσια. Δεν υπάρχει καν η λογική γραμμή διάκρισης έργου από τον καλλιτέχνη. Όχι. Αν τον ακουμπήσεις, αν κάνεις κριτική, αν κάνεις πλάκα είναι σα να βλαστήμησες τη χειρότερη βλαστήμια. Όχι μάνες, αδερφές, παναγίες και τον Σμαραγδή. Και μασουλάει τις κρατικές επιχορηγήσεις για να σας λέει τι τρομερός λαός που είστε και τι άγιοι οι πρόγονοί μας και πως η Παναγία όρισε τα ιστορικά γεγονότα σα να ήταν ο Βαρουφάκης στο Eurogroup –εκεί πάλι δεν υπάρχει καμία βλασφημία. 

Μια συμβουλή –περισσότερο παρατήρηση- για το τέλος. Όποιος θέλει την κρατά, όποιος θέλει την πετά. Κανείς άνθρωπος που είναι καλός σε κάτι, που έχει αυτοπεποίθηση, που αντικειμενικά τα καταφέρνει, δεν ανέχεται την κολακεία. Του φαίνεται ανούσια φλυαρία. Feedback, θετικό ή αρνητικό, ναι. Γλείψιμο, ποτέ. Το γλείψιμο είναι για τους ανασφαλείς, για όσους ξέρουν κατά βάθος πως υπολείπονται. Κι αν δεις κάποιον να σε κολακεύει συνέχεια, κράτησε τον μακριά, δεν υπάρχει μια πιθανότητα στο εκατομμύριο να μη θέλει να σε εκμεταλλευτεί, να μη θέλει να σου αρπάξει κάτι. Κανείς δεν γλείφει από θαυμασμό, από συμφέρον γλείφουν όλοι.

 

 

Αναδημοσίευση από το News247. Οι φωτογραφίες του κειμένου έχουν αλιευθεί από αναρτήσεις του facebook

 

Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή τη λογοκρισία που δέχτηκε η Banda Entopica από τον δήμαρχο Φλώρινας κατά τη διάρκεια εμφάνισής τους στην περιοχή στις 22/12 επειδή τραγούδησαν τραγούδια στα μακεδονικά, έχει ξεκινήσει μία μεγάλη συζήτηση περί ντόπιων, ιδιωμάτων, και σλαβικής γλώσσας ή διαλέκτου.

Το NEWS 24/7 επικοινώνησε με τον καθηγητή Πολιτειολογίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και Κοσμήτορα της Σχολής Πολιτικών Επιστημών, Δημήτρη Χριστόπουλο, για να γίνει μία προσπάθεια να αποσαφηνιστεί γιατί υπάρχει αυτή η… δυσανεξία όσον αφορά τη μακεδονική γλώσσα.

Όπως λέει ο κ. Χριστόπουλος, οι λέξεις έχουν βαρύ ιστορικό φορτίο και όταν αυτό το φορτίο είναι πόλεμος, αίμα, προσφυγιά και εθνοκάθαρση τότε οι λέξεις θέλουν να κρύβονται από όλους, ακόμα και από τους ανθρώπους που είναι οι ίδιοι οι φορείς αυτών των πολιτισμών.

Η μακεδονική γλώσσα απαγορεύτηκε στην Ελλάδα από τα χρόνια του Μεταξά και μετά τον Εμφύλιο ρητά έως και τη δεκαετία του ΄80. Είναι η μόνη μειονοτική γλώσσα που έχει πραγματικά απαγορευτεί. Όλες οι άλλες ήταν σε καθεστώς καταφρόνιας ή απαξίωσης αλλά δεν είχαν απαγορευτεί. Όπως γράφουν στο δοκίμιό τους με τίτλο “10+1 Ερωτήσεις & απαντήσεις για το Μακεδονικό” οι Κωστής Καρπόζηλος και Δημήτρης Χριστόπουλος, «η εξαφάνιση της γλώσσας θεωρήθηκε στην Ελλάδα πως ήταν ο κατεξοχήν τρόπος για την εξαφάνιση της εθνοτικής ετερότητας, του “μιάσματος”, όπως την αποκαλούσαν ως την πρώιμη Μεταπολίτευση»

 

makedonski 02

 

«Μετά τη δεκαετία του ’80 υπάρχει ένας εκδημοκρατισμός: έχουμε την επιστροφή των πολιτικών προσφύγων, όχι όμως των Σλαβομακεδόνων πολιτικών προσφύγων (άρα ακόμα και η καθεαυτή πράξη του εκδημοκρατισμού που αφορά την αναγνώριση ότι και οι ηττημένοι του Εμφυλίου ήταν Έλληνες, αυτό δεν αφορούσε τους Σλαβομακεδόνες) και η γλώσσα δεν επανήλθε, μεν, αλλά άρχισε να ψιθυρίζεται λίγο πιο δυνατά από όσο πριν»

Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το 1943, στη Φλώρινα και στην Καστοριά, ιδρύθηκε μια μειονοτική αντιστασιακή οργάνωση, το ΣΝΟΦ (Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Η οργάνωση αυτή συνδέθηκε με το ΕΑΜ και οι μαχητές της συνεργάστηκαν με τα ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ. Στα χρόνια του Εμφυλίου οι μαχητές του ΝΟΦ (διάδοχου σχήματος του ΣΝΟΦ) πολέμησαν στο πλευρό του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και μοιράστηκαν την κοινή τύχη της στρατιωτικής του ήττας.

Η εμπειρία του Εμφυλίου υπήρξε πολλαπλά τραυματική για την περιοχή και, ειδικότερα, για τη σχέση του ελληνικού κράτους με τους μειονοτικούς πληθυσμούς. Η συνεργασία της μειονότητας με το ΚΚΕ εμπέδωσε την πεποίθηση του κρατικού μηχανισμού ότι η παρουσία της αποτελούσε έναν διαρκή κίνδυνο για την ελληνική εδαφική κυριαρχία. Απέναντι στην απειλή αυτή το ελληνικό κράτος-νικητής έχει έτοιμη τη λύση: στέρηση της ελληνικής ιθαγένειας από τους αλλογενείς, δηλαδή τους μειονοτικούς Έλληνες.

Μετά, περνάμε στη δεκαετία του ‘90, που ήταν μία αρκετά κρίσιμη δεκαετία καθώς η κατάσταση πολώθηκε γύρω από τη διένεξη σχετικά με το όνομα της Βόρειας Μακεδονίας και αυτό είχε ως αποτέλεσμα το Μακεδονικό να αποκτήσει μία νέα υπόσταση η οποία πλέον δεν αφορούσε τη χρήση της γλώσσας στην Ελλάδα αλλά το όνομα της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας.

Η ουσία, κατά τον κ. Χριστόπουλο, είναι πως πίσω από την ελληνική δυσανεξία σχετικά με τη χρήση του ονόματος Μακεδονία δεν είναι η χρήση από ένα ξένο κράτος αλλά γύρω από την αναμόχλευση ενός μειονοτικού ζητήματος, το οποίο η Ελλάδα κατάφερε με πάρα πολλή βία να το κλείσει.

«Η Ελλάδα άσκησε πολλή πίεση για να σταματήσουν οι άνθρωποι αυτοί να μιλάνε τη γλώσσα τους. Ο πρώτος νομός της Ελλάδας που φτιάχτηκαν παιδικοί σταθμοί και νηπιαγωγεία ήταν η Φλώρινα, για να μην ομιλείται η τοπική γλώσσα. Άρα, ο λόγος για τον οποίο η Ελλάδα έχει αυτή τη μανία με τη χρήση των μακεδόνικων είναι ότι αυτή η γλώσσα θεωρήθηκε ιστορικά στην Ελλάδα ότι ήταν το όχημα του μακεδονισμού, της εθνικής ιδεολογίας μίας μακεδονικής εθνικής μειονότητας», συμπληρώνει.

Ισχύει, όμως, ολικά; Η απάντηση, σύμφωνα με τον κ. Χριστόπουλο, είναι αρνητική καθώς δεν υπάρχει μία ενιαία ομογενής μειονότητα αλλά υπάρχουν:

  • εθνοτικά Μακεδόνες που μιλάνε μακεδονικά,
  • ένα κομμάτι ανθρώπων που νιώθουν Έλληνες αλλά θέλουν να μιλάνε τη γλώσσα τους, και “αυτό με βάση τη δική μου έρευνα και εμπειρία είναι με απόσταση το μεγαλύτερο”, λέει ο καθηγητής
  • και ένα ακόμα κομμάτι που είναι Μακεδόνες εθνικιστές και δεν μιλάνε τη γλώσσα αλλά τους έχει ενοχλήσει τόσο πολύ η καταστολή που έχουν δεχτεί

 

Τα πανηγύρια ως φορέας του πολιτισμού

Από το 2000 και ύστερα αρχίζουν τα πανηγύρια στην περιοχή να είναι ο φορέας του πολιτισμού, ο χώρος μέσα στον οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά με μαζικό τρόπο η γλώσσα. «Όταν αναφερόμαστε στα χάλκινα εννοούμε τη μουσική χωρίς λόγια γιατί η γλώσσα ήταν απαγορευμένη. Άρα πήγαινες στα πανηγύρια της Φλώρινας και των χωριών και έβλεπες τον κόσμο να χορεύει και να μην έχουν λόγια τα τραγούδια», μας λέει ο καθηγητής.

Τα δημοτικά, άλλωστε, είναι τραγούδια στίχων πρωτίστως και δευτερευόντως μουσικής.

Αυτό που γινόταν εκεί ήταν πως οι ντόπιοι ρυθμοί έγιναν τελικά το ίδιον μίας διαφορετικής ταυτότητας. Εδώ και μία δεκαετία τουλάχιστον τα πανηγύρια έχουν ανέβει ξανά. Εκεί πηγαίνουν οι νέοι, τραγουδούν και χορεύουν και έτσι έχουν γίνει ο χώρος στον οποίο ασκείται ελεύθερα η αυτοδιάθεση του ανήκειν, χωρίς να έχει εθνικά χαρακτηριστικά.

«Υπάρχουν και κάποια τραγούδια τα οποία έχουν αλυτρωτικό περιεχόμενο αλλά είναι λίγα. Ακόμα και αυτά τραγουδιούνται, όπου τραγουδιούνται, και χορεύονται, ως απάντηση όλων αυτών των απαγορεύσεων και της καταστολής που βίωσαν», σημειώνει ο ίδιος.

Στα τραγούδια περισσότερο σημασία έχει η γλώσσα παρά το αν είναι αλυτρωτικό ή όχι το περιεχόμενο.

 

“Ντόπια”, “εντόπικα” και αυτολογοκρισία – Πού ομιλούνται

Κατά τον κ. Χριστόπουλο, ακόμα και ο όρος ντόπια ή εντόπικα είναι προϊόν μίας αυτολογοκρισίας. «Η αυτολογοκρισία είναι ίδιον των ανθρώπων που έχουν λογοκριθεί. Οι γιαγιάδες και παππούδες, όταν βλέπουν τα εγγόνια να βγαίνουν και να χορεύουν, νιώθουν ανασφάλεια τις περισσότερες φορές. Οι καινούργιες γενιές έχουν ζήσει σε μία δημοκρατική χώρα και τους φαίνεται αδιανόητο να μην τους αφήνουν να τραγουδάνε στη γλώσσα τους», σχολιάζει ο κ. Χριστόπουλος.

Τα μακεδόνικα είναι μία γλώσσα που κανονικοποιήθηκε το 1944 και είναι μία νοτιοσλαβική γλώσσα. Στην Ελλάδα ομιλούνταν και ομιλούνται από τα όρια των χωριών του Γράμμου, στον νομό Καστοριάς, κυρίως στους νομούς Φλώρινας και Πέλλας, αρκετά στα Γιαννιτσά και φτάνουν μέχρι και την περιοχή της Γουμένισσας, πάνω από το Κιλκίς.

Το τραγούδι “Σόφκα”, που τραγουδήθηκε και από τους Banda Entopica είναι τραγούδι της περιοχής της Γουμέννισας.

Πάντως, όπως λέει και ίδιος, το να λέμε “σλαβική γλώσσα” είναι σαν να λέμε αντί για γαλλικά ή ισπανικά ή πορτογαλέζικα “λατινική γλώσσα” διότι στη λατινική οικογένεια ανήκουν αυτές οι γλώσσες. Ακόμη περισσότερο: το να κάνουμε λόγο για “σλαβική διάλεκτο” και όχι γλώσσα είναι διπλά προβληματικό διότι απαξιώνει σε τέτοιο βαθμό την γλώσσα μη θεωρώντας την καν τέτοια αλλά “διάλεκτο”. «Αλήθεια, “διάλεκτο” ποιας γλώσσας; Με τον ίδιο τρόπο παλιότερα στην περιοχή κάνανε λόγο για “ιδίωμα” υποβαθμίζοντας ακόμη περισσότερο την γλώσσα των ανθρώπων αυτών», προσθέτει.

«Με τους Βούλγαρους δεν υπάρχει ζήτημα μειονότητας διότι η Ελλάδα είχε ανταλλάξει με τη Βουλγαρία τους μειονοτικούς της πληθυσμούς το 1919 και υπάρχει μία εκατέρωθεν αναγνώριση ότι δεν υπάρχουν μειονότητες. Αυτό, όμως, δεν συνέβη με το μακεδονικό. Είναι ένα μειονοτικό ζήτημα που η Ελλάδα προσπάθησε να το περιορίσει και το κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να το περιορίσει με την καταστολή της γλώσσας και αυτό που έχει μείνει ενοχλεί πολύ», σχολιάζει.

Ο κ. Χριστόπουλος επισημαίνει πως πρόκειται για ένα σύνθετο πολιτικό ζήτημα με βαθιές αλλά και ζωντανές μαζί ρίζες. Η επίγνωση – και όχι η συσκότιση αυτής της ιστορικότητας είναι απαραίτητη για την διαύγαση του αλλά και την υπέρβαση του κρατικού αυταρχισμού.

 

 

Δεν μπορεί κανείς να μην έχει αντιληφθεί την τάση που τείνει τα μετατρέψει τα κόμματα από συλλογικά όργανα λήψης αποφάσεων σε προσωποπαγείς σχηματισμούς που ποντάρουν πάνω από όλα στην «ικανότητα» του ηγέτη και τη «χαρισματικότητά» του

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό και πάνω από όλα δείχνει αδυναμία παραγωγής  - αλλά και πρόσληψης - πολιτικής σκέψης

Αυτή τη στιγμή υπάρχει στην ελληνική πολιτική σκηνή μία πλειάδα κομμάτων που προσδιορίζονται κυρίως από τον ηγέτη τους.

Είναι το κόμμα του Βελόπουλου και της Λατινοπούλου που αντικειμενικά τοποθετούνται στην λαϊκιστική δεξιά και στην ακροδεξιά

Είναι το κόμμα της Κωνσταντοπούλου που – σύμφωνα με δική της δήλωση – δεν τοποθετείται ούτε αριστερά ούτε δεξιά

Είναι το κόμμα του Κασσελάκη που δεν τοποθετείται πουθενά – είναι το πιο θολό μόρφωμα και γι αυτό το λόγο ίσως και το πιο πιθανό να διαλυθεί μέσα στο προσεχές διάστημα

Είναι το κόμμα του Βαρουφάκη που τοποθετείται στη ριζοσπαστική Αριστερά – αν και φαίνεται να αδικείται κάπως από το τσουβάλιασμά του με τα παραπάνω προσωποπαγή κόμματα, καθώς βρίσκεται σε συνεχή ιδεολογικό διάλογο και εκλογική-κινηματική συνεργασία με διάφορα τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Όπως και να έχει πάντως, η προσωπικότητα Βαρουφάκη είναιο αυτή που δίνει το βασικό στίγμα – αυτή τη στιγμή τουλάχιστον

Είναι το υπό διαμόρφωση κόμμα Τσίπρα, που προσπαθεί με μασημένα λόγια να κινηθεί στον λεγόμενο κεντροαριστερό χώρο του «πολιτικού ρεαλισμού» αποφεύγοντας να χρησιμοποιεί πολύ τη λέξη «Αριστερά»– κινούμενο πιο πολύ με ένα πρόταγμα ενάντια στη «διαφθορά του καθεστώτος Μητσοτάκη»

Είναι το πιθανό κόμμα της Καρυστιανού – που δεν τοποθετείται πουθενά πολιτικά και κινείται κυρίως με ένα πρόταγμα για απόδοση «δικαιοσύνης»

Διαβάσαμε ένα άρθρο πάνω σε αυτό το φαινόμενο, από την ενδιαφέρουσα εφημερίδα της Αριστεράς «Εποχή». Βέβαια το άρθρο αυτό επικεντρώνεται μόνο στα προσωποπαγή κόμματα της Αριστεράς – που είτε προήλθαν από την Αριστερά είτε αναφέρονται σε αυτήν

Το βρίσκουμε ενδιαφέρον και το αναδημοσιεύουμε – χωρίς αναγκαία να συμφωνούμε σε όλες τις διαπιστώσεις του. Θεωρούμε ότι τέτοια άρθρα είναι απαραίτητα, ιδίως αυτή την εποχή της γενικότερης πολιτικής αφασίας και της αδράνειας της Αριστεράς. Μιας Αριστεράς που από τη μια αδυνατεί να παράγει σύγχρονο αριστερό πολιτικό λόγο και από την άλλη εμφανίζεται αδύναμη να τον υπερασπιστεί όποτε χρειαστεί. Κάτι που είδαμε με το δημοψήφισμα του ’15 -  με δραματικό κόστος για την Αριστερά

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Πώς γεννιούνται τα προσωποπαγή κόμματα σήμερα;

του Βασίλη Γλέζου, εφημερίδα  Εποχή

 

Ο Ούλριχ Μπεκ, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, περιέγραψε μια ιστορική μετάβαση που ακόμη δεν έχουμε πλήρως συνειδητοποιήσει. Οι σύγχρονες κοινωνίες, υποστήριζε, παύουν να οργανώνονται γύρω από την παραγωγή και την αναδιανομή του πλούτου και συγκροτούνται πλέον γύρω από την παραγωγή και τη διαχείριση κινδύνων. Κινδύνων που δεν προέρχονται κυρίως από τη φύση, αλλά παράγονται από τον ίδιο τον άνθρωπο: τεχνολογικών, περιβαλλοντικών, υγειονομικών, γεωπολιτικών. Σε αυτή τη συνθήκη, η πολιτική μετατοπίζεται από τη σύγκρουση συμφερόντων στη διαχείριση φόβων.

Αν σκεφτούμε το πολιτικό σύστημα ως ένα κάστρο, στο εσωτερικό του οποίου βρίσκονται οι πολιτικοί παίχτες, στην εσωτερική πλευρά των τειχών όσοι προσπαθούν να το υπερασπιστούν, στην εξωτερική πλευρά όσοι επιχειρούν να εισέλθουν και, πιο μακριά, όσοι παραμένουν αδιάφοροι, τότε μπορούμε ίσως να κατανοήσουμε καλύτερα τη σημερινή πολιτική κατάσταση. Το σχήμα αυτό δεν λειτουργεί απλώς ως μέτρηση πολιτικής συμμετοχής, αλλά ως χαρτογράφηση πολιτικής αυτοαντίληψης. Πού αισθάνεται ο πολίτης ότι βρίσκεται; Μέσα στο κάστρο και αποφασίζει; Στα τείχη και αμύνεται; Έξω και προσπαθεί να μπει; Ή εκτός, παντελώς αδιάφορος;

Αν συνδυάσουμε αυτή την εικόνα με την ιδέα ότι η πολιτική μοιάζει με θεατρική σκηνή, όπου το φως ανάβει επιλεκτικά και φωτίζει τους παίχτες ανάλογα με τη δυναμική της στιγμής, τότε γίνεται σαφές ότι η σημερινή πολιτική κρίση δεν αφορά μόνο τις ιδέες ή τα προγράμματα, αλλά πρωτίστως τη σκηνοθεσία του πολιτικού.

Στην κοινωνία της διακινδύνευσης, το φως της σκηνής δεν πέφτει πια σε συλλογικά υποκείμενα, κόμματα ή κοινωνικές τάξεις. Πέφτει σε πρόσωπα. Ο λόγος είναι απλός: ο κίνδυνος βιώνεται ατομικά, ακόμη κι όταν είναι αντικειμενικά συλλογικός. Ο φόβος δεν οργανώνεται εύκολα σε πρόγραμμα· αναζητά φορέα, φωνή, πρόσωπο. Έναν ηθοποιό που να υπόσχεται έλεγχο, νόημα και κατεύθυνση – έστω και προσωρινά.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το δομικό πρόβλημα της σύγχρονης Αριστεράς. Η Αριστερά ηττάται όχι μόνο εκλογικά αλλά, κυρίως, ερμηνευτικά, καθώς αδυνατεί να αναγνωρίσει και να αρθρώσει τον φόβο όσων βρίσκονται εκτός των τειχών. Η σχέση της με την εργατική τάξη έχει πάψει προ πολλού να είναι οργανική· δεν συγκροτείται μέσα από κοινές εμπειρίες, πρακτικές και συγκρούσεις, αλλά αντιμετωπίζεται συχνά ως αφηρημένη κατηγορία, ως υπόθεση εργασίας ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος. Αυτή η αποσύνδεση παράγει πολιτική αδράνεια, εσωτερίκευση της ήττας και μια διαρκή, σχεδόν μελαγχολική, προσπάθεια «να σωθεί ό,τι σώζεται», με την ελπίδα ότι κάποια μελλοντική συγκυρία θα επιτρέψει την ανασυγκρότηση. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι αυτή η διαδικασία απαιτεί χρόνο, που δεν υπάρχει σε μια κοινωνία φοβισμένη, επισφαλή και βαθιά απογοητευμένη από τους θεσμούς και το κράτος.

Σε αυτό το κενό αναδύονται τα προσωποπαγή πολιτικά μορφώματα. Όχι ως ανωμαλία, αλλά ως κανονικότητα της νέας συνθήκης. Ο Τσίπρας, ο Βαρουφάκης, η Κωνσταντοπούλου, ο Κασσελάκης –και ενδεχομένως μορφές που ακόμη διαμορφώνονται όπως η Καρυστιανού– λειτουργούν ως διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο υπαρξιακό πολιτικό ερώτημα: ποιος μπορεί να μιλήσει εκ μέρους εκείνων που νιώθουν ότι βρίσκονται έξω από το κάστρο;

Ο Τσίπρας ενσάρκωσε την υπόσχεση της εισόδου: την αίσθηση ότι οι «εκτός» μπορούν να μπουν μέσα και να κυβερνήσουν. Ο Βαρουφάκης εμφανίζεται ως ο παίχτης των τειχών: τεχνοκρατικός και συγκρουσιακός, σε διαρκή ρήξη με τη λογική του κάστρου, αλλά πάντοτε σε διάλογο μαζί της. Η Κωνσταντοπούλου εκφράζει τη μόνιμη πολιορκία, την άρνηση της νομιμοποίησης του ίδιου του κάστρου. Ο Κασσελάκης, τέλος, προβάλλεται ως ο «εσωτερικός ξένος»: κάποιος που υπόσχεται ότι μπορεί να κινηθεί εντός χωρίς να ανήκει πραγματικά στους παλιούς ενοίκους.

Το κοινό τους στοιχείο δεν είναι η ιδεολογία, αλλά η θεατρική τους λειτουργία. Σε μια κοινωνία όπου ο φόβος έχει αντικαταστήσει την ελπίδα ως κινητήρια δύναμη, το φως της πολιτικής σκηνής πέφτει αναπόφευκτα σε πρόσωπα που υπόσχονται άμεσο νόημα και έναν στοιχειώδη έλεγχο του κινδύνου.

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν αυτά τα μορφώματα θα συνεχίσουν να εμφανίζονται – αυτό είναι σχεδόν βέβαιο. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν κάποια στιγμή θα αλλάξει η σκηνοθεσία: αν ο φόβος θα μπορέσει ξανά να μετατραπεί σε συλλογικό πολιτικό λόγο και όχι σε ατομική προσδοκία σωτηρίας. Μέχρι τότε, το κάστρο θα παραμένει φωτισμένο επιλεκτικά – και οι θεατές ανήσυχοι, έξω από τα τείχη.

Και ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι οι άνθρωποι αισθάνονται έξω από το κάστρο, αλλά ότι αρχίζουν να αμφιβάλλουν αν αξίζει καν να μπουν. Όπως θα έλεγε ο Ούλριχ Μπεκ, σε μια κοινωνία της διακινδύνευσης ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η ίδια η απειλή, αλλά η απώλεια της ικανότητας των κοινωνιών να τη νοηματοδοτούν συλλογικά. Όταν η πολιτική παύει να υπόσχεται κοινό έλεγχο του κινδύνου και περιορίζεται στη διαχείριση φόβου μέσω προσώπων, η δημοκρατία μετατρέπεται σε θέαμα επιβίωσης. Σε αυτή τη σκηνή, οι προσωποπαγείς μορφές δεν είναι οι πρωταγωνιστές του προβλήματος, αλλά το σύμπτωμά του. Το ερώτημα που απομένει δεν είναι ποιος θα είναι ο επόμενος που θα φωτιστεί από τους προβολείς, αλλά αν η κοινωνία θα βρει ξανά τον τρόπο να ανάψει το φως μόνη της – πριν το κάστρο μείνει όρθιο, άδειο και αδιάφορο για όσους στέκονται απ’ έξω.

Κυκλοφορεί σήμερα το φύλλο #124 της RAF WEST Journal, της Νο2 εφημερίδας της ανατολικής Αττικής – με μία έμφαση στα πανελλαδικά θέματα αυτή τη φορά, καθώς η RAF TOWN έχει περιέλθει σε βαθιά ύπνωση αυτό τον καιρό, περιμένοντας τον Άι Βασίλη

ΙΣΤΟΡΙΑ: Κατά τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον καταζητούμενο για εγκλήματα πολέμου Μπένιαμιν (Μπίμπι για τους φίλους) Νετανιάχου, ο Έλληνας πρωθυπουργός θύμισε στον Ισραηλινό ομόλογό του τη βαθιά σχέση της οικογένειάς του με το Ισραήλ. Μια σχέση που πηγαίνει 2000 χρόνια πίσω, όταν ένας μακρινός πρόγονος του Κυριάκου (του αρχαιοκαπηλικού Οίκου των Μητσοταρχίδηδων) είχε επισκεφθεί τον βασιλιά της Ιουδαίας, Ηρώδη τον Μέγα, για να τον συγχαρεί για τη σφαγή των νηπίων και την πάταξη της παιδικής τρομοκρατίας. Είχε μείνει δε μέχρι το βράδυ στο παλάτι του Ηρώδη, προκειμένου να παρακολουθήσει τον αποκεφαλισμό ενός τρομοκράτη που παρίστανε τον προφήτη. (Δεν είχε ακόμη εφευρεθεί το Champions League)

ΣΤΟΥΣ ΜΠΑΓΛΑΜΑΔΕΣ ΤΗΣ ΡΑΦΗΝΑΣ: Η μόνιμη στήλη της RAF WEST δημοσιεύει το τετράστιχο της εβδομάδας. Διαβάστε το και τραγουδήστε το

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ: Σουβλάκια χοιρινά θα ψήνει κατά τη διάρκεια των εορτών η Αφροδίτη Λατινοπούλου στην πλατεία Συντάγματος. Τη φιλεύσπλαχνη Χριστιανή Ελληνίδα θα πλαισιώνει διμοιρία των ΜΑΤ, ώστε όποιος δεν τρώει σουβλάκια, να τρώει ξύλο

ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: O  Άδωνις Γεωργιάδης στο ρόλο του γερο-Σκρουτζ αναρωτιέται γιατί τον μισούν όλοι

ΚΑΛΑΝΤΑ: Τα παραδοσιακά κάλαντα είπαν σήμερα δύο διμοιρίες των ΜΑΤ σττον υπουργό της Υγείας τους,  Άδωνι Γεωργιάδη. Ιδού ένα μικρό δείγμα, ενδεικτικό του ταλέντου αυτών των παιδιών που στον κενό τους χρόνο, ανάμεσα από δύο ξυλοδαρμούς, δείχνουν την τρυφερότητα και την ευαισθησία τους, τιμώντας την παράδοση: Καρατζαφέρη ορφανό / μα και του Παττακού τεκνό / ήηηταν – ήταν κι αντισημίτης / μα κυρί – μα κυρίως είναι γλείφτης”. Τα υπόλοιπα στιχάκια θα τα βρείτε στις εσωτερικές σελίδες της εφημερίδας (μην τα θέλετε όλα στο πιάτο)

TA COMICS ΤΗΣ RAF TOWN: Ο Βαγγέλης ξυλοκόπος

Διαβάστε σήμερα, 27/12/2025, τη RAF WEST Journal

 

της Μαρίας Νάτση

 

Στο ιστορικό χωριό Κοσμάς Αρκαδίας, όπου τα επτά υπεραιωνόβια πλατάνια στέκουν ακοίμητα από το 1883, ανάμεσα στο φαράγγι του Δαφνώνα - τόπος Natura 2000- με σπάνια χλωρίδα και τέσσερα ενδημικά είδη που δεν βρίσκονται πουθενά αλλού, και το εκτεταμένο δάσος καστανιάς, -από τα μεγαλύτερα της Ελλάδας- οι κάτοικοι αντιδρούν στην εγκατάσταση ανεμογεννητριών.

Στον Πάρνωνα έχουν ήδη αδειοδοτηθεί ή βρίσκονται σε διαδικασία αδειοδότησης δεκάδες ανεμογεννήτριες - 66 μόνο στη Βόρεια πλευρά του— ένας αριθμός ψυχρός για έναν τόπο τόσο ζωντανό.

Οι κάτοικοι αφήνουν τα σπίτια τους τα Χριστούγεννα και στήνουν μπλόκα εμποδίζοντας τις μπουλντόζες να διέλθουν.

Στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2024 λειτουργούσαν ήδη 3.008 ανεμογεννήτριες στη χώρα. Τι γίνεται όμως με το πλεονάζον ρεύμα της πράσινης ενέργειας; Φυσικά δεν μπορεί να αποθηκευτεί λόγω έλλειψης υποδομών και έτσι εξάγεται στο εξωτερικό και αποφέρει κέρδος.

Και εδώ έχουμε άλλο ένα colpo grosso :  δεν προσμετρούν το πλεονάζον πράσινο ρεύμα στο ποσό της συνολικής παραγόμενης ενέργειας. Έτσι φτιάχνουν ένα πλασματικό ισοζύγιο προσφοράς και ζήτησης, όπου η προσφορά φαίνεται μειωμένη. Για αυτό οι καταναλωτές βλέπουν τις ανεμογεννήτριες να αυξάνονται - και τον λογαριασμό τους επίσης

Ολοένα και περισσότερες κινήσεις πολιτών για προστασία των βουνών γεννιούνται. Κάνουν πορείες, διαμαρτύρονται, κινούνται νομικά. Γιατί άραγε βάζουν τον εαυτό τους σε τόση ταλαιπωρία αυτοί οι πολίτες;

Αρχικά, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα μιας ανεμογεννήτριας δεν είναι και τόσο...πράσινο. Η πλατεία εγκατάστασης μιας ανεμογεννήτριας έχει έκταση περί τα 4 στρέμματα. Έτσι αν φανταστούμε ένα μικρό πάρκο με 5 ανεμογεννήτριες, καταλαμβάνει 4Χ5 στρέμματα = 20 στρέμματα για τις πλατείες. Και αν υπολογίσουμε και τον δρόμο που τις συνδέει, και ότι η απόσταση μεταξύ των ανεμογεννητριών είναι περίπου 300μ., τότε μιλάμε συνολικά για 26 στρέμματα. Φυσικά δεν έχουμε υπολογίσει το δρόμο πρόσβασης προς το πάρκο, με πλάτος όπως προβλέπεται 5 μέτρων και μήκος που εξαρτάται από την θέση του αιολικού πάρκου.

Υπάρχει όμως και ένα πλήθος αυθαιρεσιών που προκαλούν καχυποψία, οργή και αντιδράσεις:

  • H έλλειψη επαρκούς σχεδιασμού και ολοκληρωμένου χωροταξικού
  • Το παιχνίδι της " χρηματιστηριακής" ενέργειας
  • Το αναπτυξιακό μοντέλο που τρέφει το δόγμα " ας κάνει ο καθένας ό,τι θέλει όπου θέλει "
  • Η αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου που επιτρέπει την εγκατάσταση σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με αιολική ενέργεια σε δάση ή αναδασωτέες εκτάσεις (ν. 2941/2001, ν. 3377/2005)
  • Τα υπερκέρδη ενέργειας που αποτελούν λεία των ολιγοπωλίων
  • Η ισχνή συμμετοχή πολιτών και τοπικών ενεργειακών κοινοτήτων στις επιχειρήσεις της πράσινης μετάβασης
  • Η έλλειψη δημόσιας διαβούλευσης με τις τοπικές κοινωνίες

Θέλουμε κι άλλα για να πειστούμε πως κάτι δεν πάει καλά στο πολυδιαφημιζόμενο “πρόγραμμα μετάβασης στην πράσινη ενέργεια”;

Αν τα συνοψίσουμε θα λέγαμε ότι ο πολίτης δεν έχει πια εμπιστοσύνη στο κράτος. Στα πρόσωπα των εκλεκτών της εξουσίας βλέπει  αδίστακτους μεταπράτες, εκποιητές της δημόσιας γης, υβριστές της φύσης, οργανωτές μηχανισμών λεηλασίας και αρχιτέκτονες μιας σιωπηλής βίας πάνω στο τοπίο, στις τοπικές κοινωνίες και το μέλλον τους.

Ο τόπος γεμίζει ταχύτατα χιλιάδες ανεμογεννήτριες χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό και δρόμοι ανοίγονται μέσα σε απάτητες ελατοσκέπαστες περιοχές, για να φτάσουν σε κορυφές που ήταν ανέκαθεν ιερές κι ανέγγιχτες.

Με τον τρόπο που πραγματοποιείται δεν πρόκειται για ανάπτυξη. Πρόκειται για απώλεια.

Και το ερώτημα μένει ανοιχτό: ποιος τελικά κερδίζει όταν ένας τόπος χάνει τον εαυτό του;

 

Σελίδα 1 από 127

Youtube Playlists

youtube logo new

atticavoicepodcasts

atticavoiceyoutube

rafnews

rafdoumentaries

youtube logo new

© 2022 Atticavoice All Rights Reserved.