" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν Τίποτα παραπάνω από το ότι Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό Και από τους θεατές περιμένουμε Τουλάχιστον να ντρέπονται"
Σε αυτό το επεισόδιο μιλάμε για την ποινικοποίηση των ναρκωτικών, ποιοι τιμωρούνται πραγματικά και γιατί ο “πόλεμος κατά των ναρκωτικών” μοιάζει πολλές φορές με πόλεμο κατά ...των φτωχών
Ο νόμος υποτίθεται ότι τιμωρεί με βάση την επικινδυνότητα των ουσιών. Στην πράξη, όμως, συχνά τιμωρεί με βάση το ποιος τις χρησιμοποιεί
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για δεκαετίες, ίσχυε ένας νόμος που έμεινε γνωστός ως αναλογία 1 προς 100.
Τι σήμαινε αυτό; Ότι μόλις 1 γραμμάριο κρακ αντιμετωπιζόταν ποινικά σαν να ήταν 100 γραμμάρια κοκαΐνης σε σκόνη.
Το κρακ είχε ήδη ταυτιστεί με φτωχές, κυρίως μαύρες κοινότητες, ενώ η κοκαΐνη με πιο εύπορα, λευκά κοινωνικά στρώματα.
Το αποτέλεσμα; Οι ποινές δεν ακολουθούσαν πλέον τη χημεία. Ακολουθούσαν την κοινωνική τάξη και το χρώμα του δέρματος.
Χρειάστηκαν πάνω από είκοσι χρόνια για να παραδεχτεί το ίδιο το κράτος ότι αυτός ο νόμος ήταν άδικος.
Μόλις το 2010, με τον λεγόμενο Fair Sentencing Act, η αναλογία άλλαξε. Όχι καταργήθηκε — απλώς μειώθηκε: από 1 προς 100, έγινε 1 προς 18.
Δηλαδή ακόμη και σήμερα, το κρακ τιμωρείται πιο αυστηρά από την κοκαΐνη, απλώς όχι τόσο εξωφρενικά όσο πριν.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι μαύροι Αμερικανοί δεν χρησιμοποιούν ναρκωτικά περισσότερο από τους λευκούς. Τα ποσοστά χρήσης είναι περίπου ίδια. Κι όμως, όταν κοιτάξει κανείς τις φυλακές, η εικόνα αλλάζει δραματικά.
Με απλά λόγια: ένας μαύρος Αμερικανός είχε —και σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να έχει— 3 έως 6 φορές περισσότερες πιθανότητες να καταλήξει στη φυλακή για ναρκωτικά σε σύγκριση με έναν λευκό, για την ίδια χρήση, την ίδια ποσότητα, την ίδια ουσία.
Αυτό δεν είναι στατιστικό ατύχημα. Είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων νόμων και συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.
Ο όρος «War on Drugs» είχε ξεκινήσει επί Νίξον. Αλλά ήταν ο Ρήγκαν που τον μετέτρεψε σε κεντρικό κρατικό δόγμα.
Σε ομιλία του από τον Λευκό Οίκο, δήλωνε περίπου τα εξής: «Τα ναρκωτικά απειλούν τα θεμέλια της αμερικανικής κοινωνίας. Η καταπολέμησή τους δεν είναι απλώς ζήτημα νόμου, είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας»
Και συνέχιζε λέγοντας ότι η μάχη αυτή είναι εθνική προτεραιότητα, ένας πόλεμος που πρέπει να δοθεί «χωρίς ανοχή».
Η ρητορική ήταν πολεμική. Οι νόμοι που ακολούθησαν, επίσης. Και ο πόλεμος αυτός είχε πολύ συγκεκριμένους «στόχους».
Την ώρα που από τον Λευκό Οίκο ο Ρόναλντ Ρήγκαν μιλούσε για «εθνική απειλή» και «πόλεμο χωρίς ανοχή», στις γειτονιές που πλήρωναν ήδη αυτόν τον πόλεμο, ακουγόταν μια τελείως διαφορετική φωνή.
Οι Public Enemy, το 1989, έλεγαν ξεκάθαρα:“Fight the power that be.” Δεν μιλούσαν για ουσίες. Μιλούσαν για εξουσία.
Και λίγο παρακάτω, έβαζαν το δάχτυλο στην πληγή της αμερικανικής μυθολογίας: “Elvis was a hero to most…”. Γιατί το πρόβλημα, έλεγαν, δεν είναι μόνο ο νόμος. Είναι ποιος γράφει την ιστορία, ποιος ορίζεται ως «ήρωας» και ποιος βαφτίζεται ως «απειλή».
Εκεί που ο Ρήγκαν έβλεπε έναν εχθρό που έπρεπε να συντριβεί, οι Public Enemy έβλεπαν ένα σύστημα που έπρεπε να αμφισβητηθεί.
Και αυτή η σύγκρουση — ανάμεσα στον επίσημο λόγο και στη μουσική της εποχής —λέει τελικά περισσότερα για τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών» από οποιονδήποτε νόμο ή στατιστική.
Έτσι, την ώρα που η εξουσία μιλά για εθνική ασφάλεια, η μουσική της ίδιας εποχής μιλά για αστυνόμευση, αποκλεισμό, φυλακές. Δύο αφηγήσεις που τρέχουν παράλληλα.
Ο ίδιος χρόνος. Η ίδια χώρα. Αλλά μια τελείως διαφορετική εμπειρία της πραγματικότητας.
Και ίσως, αν θέλουμε πραγματικά να καταλάβουμε τι ήταν ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών», πρέπει να ακούσουμε και τις δύο. Όχι μόνο αυτή που εκφωνήθηκε από τον Λευκό Οίκο, αλλά και εκείνη που γεννήθηκε στους δρόμους.
Και κάπου εδώ αξίζει να δούμε τι άφησε πίσω του αυτός ο πόλεμος. Καθώς οι πόλεμοι δεν κρίνονται από ομιλίες, κρίνονται από τους αριθμούς.
Μετά τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών», ο πληθυσμός των φυλακών στις ΗΠΑ εκτοξεύτηκε. Όχι επειδή αυξήθηκε η χρήση, αλλά επειδή αυξήθηκαν δραματικά οι ποινές.
Οι μαύροι Αμερικανοί αντιπροσωπεύουν δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό όσων συλλαμβάνονται και φυλακίζονται για ναρκωτικά. Τα στοιχεία δείχνουν ότι, ενώ η χρήση είναι παρόμοια με αυτή των λευκών, οι μαύροι είχαν πολλαπλάσιες πιθανότητες να καταλήξουν στη φυλακή.
Όχι επειδή έκαναν κάτι διαφορετικό, αλλά επειδή βρέθηκαν πιο συχνά στο στόχαστρο. Οι έλεγχοι ήταν εντονότεροι στις φτωχότερες γειτονιές. Οι ποινές πιο βαριές για τα ναρκωτικά των φτωχών.
Φυσικά οι ουσίες δεν εξαφανίστηκαν. Τα κυκλώματα προσαρμόστηκαν και κοινότητες ολόκληρες διαλύθηκαν.
Και ίσως το πιο σκληρό συμπέρασμα είναι ότι ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» δεν απέτυχε επειδή εφαρμόστηκε λάθος, αλλά επειδή σχεδιάστηκε με λάθος στόχο.
Ο πόλεμος αυτός δεν έμεινε ποτέ εντός συνόρων. Λειτούργησε –και συνεχίζει να λειτουργεί– ως εργαλείο παρέμβασης, πίεσης και αποσταθεροποίησης.
Στη Νικαράγουα, τη δεκαετία του ’80, στον πόλεμο εναντίον των Σαντινίστας, υπήρξαν σοβαρές καταγγελίες ότι οι Κόντρας χρηματοδοτήθηκαν μέσω διακίνησης ναρκωτικών, με την ανοχή κρατικών μηχανισμών και μυστικών υπηρεσιών.
Ο Κυβερνήτης του Παναμά Νοριέγκα κατηγορήθηκε ως ναρκέμπορος.
Δεκαετίες αργότερα επανέρχεται η ρητορική για «narco-state» με στόχο αυτή τη φορά τη Βενεζουέλα.
Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα καρτέλ δεν είναι απλώς εγκληματικές οργανώσεις. Σε πολλές χώρες συνδέθηκαν με παραστρατιωτικές ομάδες, διεφθαρμένους αξιωματούχους, τρομοκρατικά δίκτυα και μηχανισμούς εξουσίας που άλλοτε τα πολεμούν κι άλλοτε τα χρησιμοποιούν.
Έτσι, ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» αποκαλύπτεται για αυτό που είναι: όχι μια πολιτική δημόσιας υγείας, αλλά ένα εργαλείο ελέγχου .
Ο καθηγητής γλωσσολογίας και φιλοσοφίας Νόαμ Τσόμσκι λέει τα εξής: συχνά το οργανωμένο έγκλημα βοηθάει στον έλεγχο των περιθωριοποιημένων ομάδων όπως στα γκέτο. Τη δεκαετία του '60 , η Εθνική πολιτική αστυνομία, δηλαδή το FBI δεν προσπαθούσε να διαλύσει τις συμμορίες στα γκέτο. Αντιθέτως προσπάθησε να διαλύσει τους μαύρους οργανωτές. Συνεργάστηκε με τις συμμορίες προκειμένου να τις αναγκάσει ή να τις υποκινήσει να δολοφονήσουν τους μαύρους ηγέτες. Καθώς οι εγκληματικές συμμορίες δεν αποτελούν απειλή, όμως οι μαύροι ηγέτες όπως ο αρχηγός των Μαύρων Πανθήρων αποτελούν κίνδυνο, διότι απλά δεν μπορούν να … ελεγχθούν.
Και συνεχίζει ο Τσόμσκι: στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς ο αμερικανικός στρατός προήλαυνε στην Ιταλία, χρειαζόταν κάποιον να διευθύνει τη χώρα και αυτός ο κάποιος, δεν θα έπρεπε να είναι η αντίσταση. Έτσι ώθησε τη χώρα στα χέρια παλαιάς ελίτ και δομών εξουσίας που είχαν συνεργαστεί με τον φασισμό και συγχρόνως αναζωογόνησε τη Μαφία που ο Μουσολίνι είχε σχεδόν εξαλείψει.
Κάτι ανάλογο έγινε στα τέλη της δεκαετίας του '40 προκειμένου να καταστραφεί το εργατικό κίνημα. Χρησιμοποιήθηκε η Μαφία η οποία έπαιξε το ρόλο των χαφιέδων και των απεργοσπαστών. Έπρεπε όμως με κάποιο τρόπο, να πληρωθούν. Έτσι αναδιοργανώθηκε η διακίνηση της ηρωίνης.
Ίσως τελικά το πιο ειλικρινές ερώτημα να μην είναι πώς θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος, αλλά γιατί εδώ και δεκαετίες μοιάζει να εξυπηρετεί ακριβώς αυτούς που τον κηρύσσουν.
Και ίσως ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών να μην απέτυχε αλλά... να πέτυχε ακριβώς αυτό για το οποίο σχεδιάστηκε.