" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                               Μπρεχτ
X.Kostoulas

X.Kostoulas

Αρίθμηση

Ιανουαρίου 01, 2026

του Κώστα Καναβούρη

 

Κοίτα να δεις που ο άβακας τελειώνει

στην άκρη του γκρεμού

και πέφτουν οι αριθμοί στην άβυσσο.

Είναι μια πτώση η αρίθμηση

μια μοναξιά που τρώει τον εαυτό της 

κι από το βάθος του σπιτιού

ακούγονται οι φωνές

εκείνων που ξεχάσαμε

μέσα στον εαυτό μας.

Σφαγή κανονική

 

 

του Νίκου Σαραντάκου

 

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε το 1943 στα Αθηναϊκά Νέα, όπως λεγόταν τότε η εφημερίδα που σήμερα λέγεται “Tα Νέα” (και που, για την περίοδο της Κατοχής, διευθυνόταν από ομάδα συντακτών), και ΄έχει θέμα χριστουγεννιάτικο – αν και δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι

Είναι μια δημοσιογραφική ανάμνηση, γραμμένη από τον Σταμ. Σταμ. ή Σταμάτη Σταματίου(1881-1946, δημοσιογράφο από τη Ναύπακτο που δούλεψε γόνιμα επί πολλές δεκαετίες κατά την προπολεμική περίοδο στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο και έγονε κυρίως γνωστός από τις εύθυμες “Ιστορίες του χωριο΄θυ”, γραμμένες σε ρουμελιώτικο ιδίωμα

Η επιφυλλίδα δημοσιεύτηκε με τίτλο “Πώς τον πρωτογνώρισα” και υπέρτιτλο “ Της νύχτας τα φαντάσματα” καθώς και με τον υπότιτλο “ του συνεργάτη μας Σταμ. Σταμ.”

Στο Διαδίκτυο βρήκα αποσπάσματά της, αλλά όχι ολόκληρο το κείμενο, οπότε δεν βλάφτει να την παραθέσω ολόκληρη – εκσυγχρονίζω την ορθογραφία και ζητώ συγγνώμη για τα λαθάκια που ίσως υπάρχουν. Στο τέλος γράφω κάποια σχόλια.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Βρέχει, βρέχει, βρέχει από το απόγευμα. Μια ψιλή αδιάκοπη βροχή, μου φαίνεται σαν διασίδια νερένιου αργαλειού. Εκεί απάνω στο υγρό αυτό στημόνι, υφαίνεται η βαριά ανία μιας επαρχιακής απομονώσεως. Ευτυχώς που έπεσε, γρήγορα, η νύχτα. Το μολυβί θόλωμα τής βροχερής ημέρας, δεν σου ξυπνάει τίποτε μέσα εις την ψυχήν. Απεναντίας, νομίζεις ότι ενεπλάκης και τυλίγεσαι στα υδάτινα τα νήματα, σαν πεταλούδα σε ιστό Αράχνης. Κι όσο προσπαθείς να φύγεις, τόσο περισσότερο μπλέκεσαι και κολλάς, δέρνεσαι και σπαράζεις.

Πώς αλλάζει όμως η κατάστασις, σαν ανάβει η μικρή η λάμπα! Η μοναξιά σε ζώνει, σαν να σε προστατεύει. Όλα ακινητούν, όλα σιωπούν, είσαι περισσότερο στον εαυτόν σου, βέ­βαια, αλλά το φωτεινό εκείνο της λαμπούλας μάτι σού ανοιγει άλλους κόσμους εμπροστά. Κόσμους όπου φύγα­νε, κόσμους πεθαμένους! Και ταξιδεύεις με αυτό, αλλά και δέχεσαι, από τα σκιόφωτα, μορφές, τόπους, εποχές. Και κατεβαίνουνε από παντού τής νύχτας τα φαντάσματα σαν εξυγιασμένα από το αδύνατο, το ωχρό της μικρής λαμπίτσας φως. Να τος, ολοζώντανος μπροστά μου, όπως τον πρωτογνώρισα!  Χρώ­μα προσώπου και κουβέντα σαν μοσχο­βολιά κηριού που λιώνει εμπρός σε ά­γιες εικόνες. Σηκώθηκα απάνω, όπως και όταν τον πρωτάκουσα, να μου λέει το όνομά του.

Ήμουνα τότε μαθητής εις το Γυμνάσιον της Πλάκας, αλλά έγραφα και εις την «Ακρόπολιν». Πλησιάζανε Χριστούγεννα. Ο Γαβριηλίδης, με τις ωραίες του τις φούριες, τις τόσον ποιητικές και παλαβές, όποιον έπαιρνε με καλό μάτι, τον εφόρτωνε όλες της εφημερίδος τις δουλειές. Έτσι εις εμέ είχεν αναθέσει προσέτι και την αρχισυνταξία του «Α.Ο.Δ.Ο.». Ένα λαμπρό και δυσεύρετο σήμερα περιοδικό. Μου ανέθεσε την επιμέλεια του χριστουγεννιάτικου φύλλου, που θα έβγαζε, με εντολήν να ζητήσω και συνεργασίαν από λογογράφους. Και σαν να μην έ­φθαναν αυτά, μου φόρτωσε και την διανομήν κάτι εράνων χρηματικών, που έκανε τότε η «Ακρόπολις» υπέρ των πτωχών, για να περάσουνε καλά τις άγιες ημέρες.

Θυμούμαι ότι συγκεκριμένως μού είχε συστήσει να ζητήσω συνεργασίαν από τον Παπαδιαμάντη, τον Ξενόπουλο και τον Γιάννη Βλαχογιάννη. Αγριοκάτσικο, πρωτοφερμένο στην Αθήνα με ανεπούλωτα ακόμα τα τραύματα που είχα στο κεφάλι από τους πετροπολέμους του χωριού μου. Τον κ. Ξενόπουλο τον ευρήκα εύκολα εις την «Διάπλασιν», της οποίας ήμουνα τότε συνδρομητής και σήμερα συνταξιούχος. Ό κ. Ξενόπουλος με οδήγησε, πού θα βρω τον Γιάννη Επαχτίτη (Βλαχογιάννη) και αυτός, πού θα ξετρυπώσω τον Παπαδιαμάντη. Τον Παπαδιαμάντη όμως, όσον και αν τον εζήτησα, δεν κατόρθωσα να τον συναντήσω πουθενά. Του άφηνα όμως σε όλα τα μέρη σημειώσεις.

Πέρασαν ημέρες αρκετές. Ήσαν προπαραμονές των Xριστουγέννων. Ήταν ώρα δειλινού και ενώ καθόμουνα σ’ ένα από τα γραφεία της Ακροπόλεως εις την Στοάν του Πάππου, τότε. Άλλος κανείς μού φαίνεται από την σύνταξη δεν ήτανε εκεί. Ήταν η ώρα της ρετσίνας, του κόρτε και του ρεπορτάζ. Κι εγώ τότε ούτε ρετσίνα έπινα, ούτε με τα ρεπορτάζ απησχολούμην. Κάτι έγρα­φα όμως εκείνη την στιγμή, και ήμουνα απορροφημένος με την εργασία, όταν μέσα στο θαμπόφως της εσπέρας, που γινότανε βαθύτερον εις το γραφείον, άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας άνθρωπος, μάλλον υψηλός, κακοντυμένος, με υποκάμισο ζουλισμένο στο λαιμό, χωρίς γραβάτα, με ρούχα οπωσδήποτε απεριποίητα και μακρύ επανωφόρι τριμμένο. Παρά την φτωχική εμφάνισιν, τα γένεια του και τα απεριποίητα μαλλιά του, το μελαψό του πρόσωπο ήτανε κόκ­κινο στα μάγουλα, κι από τα μάτια του έσταζε μια γλύκα. Εμπήκε συνεσταλμένος και δειλός.

—    Ο κύριος Σίγμα;

Ενόμισα πως ήταν κανένας από τους φτωχούς που συστημένοι εις εμέ από τη διαχείριση, ήρχοντο να πάρουνε ση­μείωμα για να εισπράξουν το χριστουγεννιάτικο βοήθημά τους.

—    Εγώ είμαι, του απήντησα, αλλά καθίστε μια στιγμή, σας παρακαλώ, να τελειώσω κάτι που γράφω εδώ και αμέσως θα σας διευκολύνω.

Εκάθισε σκυφτός με γυρμένο το κεφάλι και κοίταζε διαρκώς το πάτωμα.

—    Ο κακομοίρης, σκέφθηκα, φτώχεια μεγάλη θα ’χει!

Και τον κοίταξα με βλέμμα πονεμένο και μια συμπάθεια μεγάλη που έφτανε μέχρι συγκινήσεως.

– Ορίστε, του είπα, άμα ετελείωσα.

—    Με ζητήσατε;

—    Όχι, εγώ δεν σας ζήτησα, αλλά ξέρω γιατί ήρθατε και θα τελειώσω αμέσως τη δουλειά σας.

Μου φαίνεται ότι δίναμε δέκα δραχμές σε κάθε άτομο οικογενείας. Σημειωτέον ότι η «Ακρόπολις», η οποία έκαμνε τις ημέρες εκείνες τις μεγάλες αυτές φιλανθρωπικές χειρονομίες, κινδύνευε να μη βγει για έλλειψη χαρτιού και οι συντάκται της να μην πάρουν ούτε δέκα δραχμές για να περάσουν τα Χριστούγεννα.

Για να κανονίσω το ποσόν όπου θα έπαιρνε, ηθέλησα να μάθω τα μέλη της οικογενείας του.

—    Είσθε παντρεμένος;

—    Όχι… ακόμη! μου είπε μ’ ένα πικρό μειδίαμα.

—    Έχετε άλλη οικογένεια;

—    Δύο αδελφές, αλλά δεν είναι εδώ.

Για να τον βοηθήσω περισσότερο, εσκέφθηκα να κάμω μία πλαστογραφία. Να συμπεριλάβω ως συγκατοικούσας εις τας Αθήνας με αυτόν και τας αδελφάς του και έκαμα μίαν απόδειξιν για τριάκοντα δραχμές.

—    Λαμβάνεις τον κόπο, του είπα, να περάσεις από το λογιστήριον.

Ευχαρίστησε ψιθυριστά, σαν φοβισμένος και συνεσταλμένος πάντοτε, σηκώθηκε, αλλά σαν να κοντοστεκότανε.

—    Κι αυτά τί να τα κάμω; Δεν τα θέλετε;

Και μου έδειχνε κάτι χαρτιά, Νό­μισα πως ήταν πιστοποιητικά απορίας.

—    Κράτησέ τα, του είπα, εμάς δεν μας χρειάζονται.

Εσείστηκε, λυγίστηκε ολίγο, έκανε, σκυφτός, να φύγει, ξαναγύρισε.

—    Τότε αφού δεν σας χρειάζονται αυτά, εγώ με τι δικαίωμα θα πληρωθώ;

—    Δεν πειράζει, αρκούμεθα εις τον λόγον σας. Χριστούγεννα είναι τώρα.

—    Ναι, αλλά αν δεν πάρετε αυτά, εγώ δεν μπορώ να πάρω χρήματα.

—    Μα δεν τα παίρνετε εσείς τα χρήματα, σας τα δίνουμε ημείς!…

—    Ε, τότε, πάρτε κι εσείς ετούτα που μου τα ζητήσατε. Και τα άφησε σιγά και μαλακά απάνω στο τραπέζι.

Εσκέφθηκα, μήπως του ζήτήσει τίποτα πιστοποιητικά το λογιστήριο.

—    Μα τι είναι, επιτέλους, αυτά, του λέω, που πρέπει απαραιτήτως να τα πάρουμε;

—   Το διήγημα των Χριστουγέννων, που μου εζητήσατε.

—   Το διήγημα των Χριστουγέννων… και ποιος είσθε σεις;

—    Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!

—    Ο ίδιος;

—    Ο ίδιος και ολόκληρος!

Έπεσε το ταβάνι και με πλάκωσε, η πένα έφυγε από τα χέρια μου, όλα εκεί μέσα, καρέκλες, βιβλία, εφημερίδες, σαν να στροβιλίσθηκαν γύρω μου και έκανα ώρες να συνέλθω.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αυτός ο πρίγκηψ των Ελλήνων λογογράφων, που τον φανταζόμουνα ακτινοβολούντα, γελαστόν, ωραίον, καλοντυμένον, ευτυχή, γεμάτον εγωισμόν, αέρα και μεγαλοπρέπεια, αυτός!… Αυτός ο μαλακός, ο καλός, ο δειλός, ο φοβισμένος και τσαλακωμένος άνθρωπος, που στεκότανε με συστολή μαθητού επιμελούς, εκεί ενώπιόν μου!… Αυτός, που μας έδωκε γλύκες πνευματικές και συγκινήσεις ψυχικές, που σνιστόρησε κόσμους θαλασσινούς κι εζωντάνεψε εμπρός μας ανθρώπους μακρινούς κι αγνώστους, που τους έκανε δικούς μας, εντελώς δικούς μας, σαν να περάσαμε μια ζωή μαζί, αυτός σε μια τέτοια κατάσταση, εκεί ενώπιόν μου! Του έσφιξα το χέρι, χωρίς να ημπορώ ούτε μια λέξη να προφέρω. Από την ταραχή μου και τη σαστιμάρα μου ούτε το φως δεν άναψα. Αισθάνθηκα ένα τρεμουλιαστό χέρι να σφίγγει το δικό μου και τον έχασα μέσα εις το σκοτάδι.

Έτσι τον έχασα κι απόψε, μόλις της λάμπας το φιτίλι έπεφτε κι έσβηνε το φως, γιατί δεν είχε πια πετρέλαιο! Έμεινε όμως πίσω μια μοσχοβολιά κηριού που λιώνει εμπρός στις άγιες εικόνες, κάτι από του καντηλιού το σβήσιμο, κάτι από θυμιατού πέρασμα μακρινό, μακρινό πολύ…

ΣΤΑΜ. ΣΤΑΜ.

 

-----------------------------------------------------------------

Η δειλία και η συστολή του Παπαδιαμάντη μας είναι γνωστές και από άλλες μαρτυρίες. Υπάρχουν κάποιες λεπτομέρειες στην ανάμνηση του Σταματίου που δεν ταιριάζουν, αλλά βέβαια γράφει σαράντα πέντε χρόνια μετά το περιστατικό, οπότε δεν περιμένουμε απόλυτη ακρίβεια.

Η ανάμνηση έχει δημοσιευτεί (όπως βρίσκω από τα google books) στα Άπαντα Παπαδιαμάντη του Περάνθη, ενώ σχολιάζεται σε άρθρο στο αφιέρωμα Παπαδιαμάντη του περιοδικού Αντί (τχ. 753, Δεκέμβριος 2001, σελ. 37) -κι αυτό από το google books το βρήκα, οπότε δεν ξέρω ποιος έχει γράψει το άρθρο, που μόνο ένα μικρό απόσπασμά του είναι ορατό.

Ωστόσο, αν πάρουμε τοις μετρητοίς τα όσα γράφει ο Σταματίου, το διήγημα του Παπαδιαμάντη, που βέβαια θα δημοσιεύτηκε όταν λύθηκε η παρεξήγηση, δεν είναι κάποιο από τα γνωστά διηγήματα του παπαδιαμαντικού κόρπους! Τι εννοώ; Το περιστατικό που αφηγείται ο Σταμ Σταμ πρέπει να συνέβη τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα ή τα πρώτα του εικοστού, αφού μας λέει πως ήταν τελειόφοιτος του γυμνασίου. Δεν υπάρχει όμως κανένα διήγημα του Παπαδιαμάντη δημοσιευμένο στο περιοδικό Α.Ο.Δ.Ο. (που θα πει «απ’ όλα δι’ όλους») ενώ και στην Ακρόπολι έχουμε την 1.1.1897 το διήγημα Έρως-Ήρως και την πρωτοχρονιά του 1899 το Γουτού γουπατού, που είναι και η τελευταία του συνεργασία με την εφημερίδα του Γαβριηλίδη.

Οπότε; Ή ο Σταμ Σταμ θυμάται λάθος ή… ή έχουμε ένα διήγημα που μας περιμένει, δημοσιευμένο στο δυσεύρετο αυτό περιοδικό, να το αρπάξουμε από τα «αγγρίφια της λήθης» (που θα έλεγε ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος) και να το ξαναδημοσιεύσουμε, όπως είχα κάνει πριν από μερικά χρόνια με τη «Νοσταλγία του Γιάννη«! Λέτε να είμαστε τόσο τυχεροί;

του Κυκλοθυμικού

 

Υπάρχει μια ατάκα από μια παλιά ελληνική ταινία που έχει κολλήσει στο μυαλό μου. Λογικά Τσιφόρος πρέπει να είναι. «Μα καλά στην Αθήνα έχει τόσες χιλιάδες κορόιδα και δε μπορούν να ταΐσουν δυο έξυπνους;»

Όποιος κατάλαβε την αναφορά, θα του χρωστάω χάρη να την προσθέσει στα σχόλια.

Δε θα τσουβαλιάσω. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι, προφανώς δεν οδηγεί ντετερμινιστικά μια καταγωγή σε μια νοοτροπία, σε μια κουλτούρα. Είναι πολυπαραγοντικά αυτά τα παιχνίδια. Αλλά σίγουρα υπάρχουν διάφορα ρεύματα σε αυτό το παζάρι της κοινής συμβίωσης, άλλα πιο ισχυρά, άλλα πιο αδύναμα.

Με βάση αυτά τα ισχυρά ρεύματα σκέφτομαι ότι αν κάποιος ήθελε να ξεκινήσει καριέρα απατεώνα στην Ελλάδα και με ρωτούσε τι πρέπει να κάνει θα του έδινα 3 βασικές συμβουλές:

  1. Κολάκεψε τον λαό. Γλείψ’ τον πατόκορφα. Χωρίς ντροπή. Μίλα για την ανωτερότητα της φυλής μας, για τους ήρωες που πολεμάνε σαν Έλληνες, για την ευφυΐα, την καπατσοσύνη, για το φιλότιμο που δεν το έχει άλλο λεξιλόγιο, άλλη χώρα.
  1. Πούλα εθνικοφροσύνη. Βάλε παντού σημαίες, πούλα όλα τα εθνικά αφηγήματα όσο παράλογα κι αν μοιάζουν, τράβηξε τα αν μπορείς και παραπάνω, μίλα για θεωρίες συνωμοσίας που να αφορούν τη ζήλια και το μίσος όλου του πλανήτη για την Ελλάδα, μίλα για αλύτρωτα πάθη, για την αμόλυντη ιστορία, για τους άγιους εκπροσώπους της.
  1. Κάνε μεγάλους σταυρούς. Μην αφήσεις παπά, σταυρό, εικόνα, εκκλησία που να μην φωτογραφηθείς. Ξεδιάντροπα, μην έχεις τακτ. Προσευχήσου δημόσια, προσκύνα μπροστά σε κάμερες, φίλα χέρια παπάδων τάχα μου δήθεν αυθόρμητα, όπου ακούς καμπάνα να πηγαίνεις από πίσω.

Αν τα κάνεις αυτά αδερφάκι μου θα φας πολύ χρήμα, θα περάσεις ζωή χαρισάμενη. Μπέης. Και δεν είναι που θα τους ξεβρακώσεις όλους, θα σε έχουν για Θεό. Θα τους τρως τα λεφτά και τα ίδια τα θύματα θα μπαίνουν μπροστά να σε υπερασπιστούν. Δε θα τολμάει να σε ακουμπήσει κανείς. Ό,τι κι αν έχεις κάνει.

Κάποιος σατανάς -ανωμαλάρα κατά τα άλλα- αν θυμάστε είχε ντυθεί καλόγερος και πήγαινε στα λεωφορεία στην Θεσσαλονίκη και τον έπαιζε. Τα κορίτσια είχαν τρομάξει, είχαν σιχαθεί. Τι φωτογραφίες έβγαζαν, τι βίντεο. Ανένδοτος ο κόσμος. Εσείς οι ξετσίπωτες φταίτε που πάτε και κολάζετε άγιο άνθρωπο. Μέχρι που αποδείχτηκε ότι πουλούσε… παπά. Τέτοια ψυχεδέλεια.

Και δεν υπάρχει μόνο ένας χώρος. Μπορείς να πετύχεις παντού. Από μικρομάγαζο κι ελεύθερος επαγγελματίας μέχρι βλαχοδήμαρχος και τοπικός βουλευτής, από τηλεπλασιέ βιβλίων και θαυματουργών αλοιφών μέχρι σκηνοθέτης, ηθοποιός, τραγουδιστής, από γιατρός μέχρι αρχηγός πολιτικού φορέα, από αστρολόγος και χαρτορίχτρα μέχρι καθηγητής πανεπιστημίου, από παρουσιαστής κι ινφλουένσερ μέχρι πρωθυπουργός, αρχιεπίσκοπος ανώτατος δικαστικός, φραπές και χασάπης.

Είναι το χάπι που κάνει για όλα. Είναι το πυρηνικό όπλο του μάρκετινγκ στην Ελλάδα. Είναι η απόλυτη εγγύηση επιτυχίας. Κάτσε σπούδασε εσύ και βγάλε τα μάτια σου μετά.

Κι ισχύει κι από την άλλη. Δείτε πχ τι έπαθε ο Μάνος Χατζιδάκις που έκανε ακριβώς τα αντίθετα από τα προαναφερθέντα, που έβαζε τσιφτετέλια την 25η Μαρτίου, που χλεύαζε τον αυριανισμό, που μιλούσε για το μυαλό της κότας κι έβαζε τα παιδιά κάτω στον κάμπο να κυνηγάνε τον παπά. Πόσες φορές εκτελέστηκε ζωντανός αυτός ο άνθρωπος, πόσο μίσος εισέπραξε, πόση χλεύη, πόση χυδαιότητα πετάχτηκε στο παραθύρι του, πόσο πικραμένος έφυγε και πόσο απομακρυσμένος ήθελε να ζήσει από όλους κι από όλα. Μα κι αυτός. Εντόπισε την παθογένεια κι είπε να πάει κόντρα της, αντί να χώσει το δάκτυλο στο μέλι να τον είχαν κάνει βασιλιά, δικτάτορα, Θεό και παντοκράτορα κι ας μην καταλάβαιναν λέξη από τα τραγούδια του.

Στο άλλο άκρο είναι ο Σμαραγδής. Δεν είχα καταλάβει τι έχει συμβεί μέχρι το χτεσινό ποστ. Πλέον έχει ταυτιστεί με τον Καποδίστρια, την Παναγία, τον Κολοκοτρώνη, τα ιερά και τα όσια. Δεν υπάρχει καν η λογική γραμμή διάκρισης έργου από τον καλλιτέχνη. Όχι. Αν τον ακουμπήσεις, αν κάνεις κριτική, αν κάνεις πλάκα είναι σα να βλαστήμησες τη χειρότερη βλαστήμια. Όχι μάνες, αδερφές, παναγίες και τον Σμαραγδή. Και μασουλάει τις κρατικές επιχορηγήσεις για να σας λέει τι τρομερός λαός που είστε και τι άγιοι οι πρόγονοί μας και πως η Παναγία όρισε τα ιστορικά γεγονότα σα να ήταν ο Βαρουφάκης στο Eurogroup –εκεί πάλι δεν υπάρχει καμία βλασφημία. 

Μια συμβουλή –περισσότερο παρατήρηση- για το τέλος. Όποιος θέλει την κρατά, όποιος θέλει την πετά. Κανείς άνθρωπος που είναι καλός σε κάτι, που έχει αυτοπεποίθηση, που αντικειμενικά τα καταφέρνει, δεν ανέχεται την κολακεία. Του φαίνεται ανούσια φλυαρία. Feedback, θετικό ή αρνητικό, ναι. Γλείψιμο, ποτέ. Το γλείψιμο είναι για τους ανασφαλείς, για όσους ξέρουν κατά βάθος πως υπολείπονται. Κι αν δεις κάποιον να σε κολακεύει συνέχεια, κράτησε τον μακριά, δεν υπάρχει μια πιθανότητα στο εκατομμύριο να μη θέλει να σε εκμεταλλευτεί, να μη θέλει να σου αρπάξει κάτι. Κανείς δεν γλείφει από θαυμασμό, από συμφέρον γλείφουν όλοι.

 

 

Αναδημοσίευση από το News247. Οι φωτογραφίες του κειμένου έχουν αλιευθεί από αναρτήσεις του facebook

 

Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή τη λογοκρισία που δέχτηκε η Banda Entopica από τον δήμαρχο Φλώρινας κατά τη διάρκεια εμφάνισής τους στην περιοχή στις 22/12 επειδή τραγούδησαν τραγούδια στα μακεδονικά, έχει ξεκινήσει μία μεγάλη συζήτηση περί ντόπιων, ιδιωμάτων, και σλαβικής γλώσσας ή διαλέκτου.

Το NEWS 24/7 επικοινώνησε με τον καθηγητή Πολιτειολογίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και Κοσμήτορα της Σχολής Πολιτικών Επιστημών, Δημήτρη Χριστόπουλο, για να γίνει μία προσπάθεια να αποσαφηνιστεί γιατί υπάρχει αυτή η… δυσανεξία όσον αφορά τη μακεδονική γλώσσα.

Όπως λέει ο κ. Χριστόπουλος, οι λέξεις έχουν βαρύ ιστορικό φορτίο και όταν αυτό το φορτίο είναι πόλεμος, αίμα, προσφυγιά και εθνοκάθαρση τότε οι λέξεις θέλουν να κρύβονται από όλους, ακόμα και από τους ανθρώπους που είναι οι ίδιοι οι φορείς αυτών των πολιτισμών.

Η μακεδονική γλώσσα απαγορεύτηκε στην Ελλάδα από τα χρόνια του Μεταξά και μετά τον Εμφύλιο ρητά έως και τη δεκαετία του ΄80. Είναι η μόνη μειονοτική γλώσσα που έχει πραγματικά απαγορευτεί. Όλες οι άλλες ήταν σε καθεστώς καταφρόνιας ή απαξίωσης αλλά δεν είχαν απαγορευτεί. Όπως γράφουν στο δοκίμιό τους με τίτλο “10+1 Ερωτήσεις & απαντήσεις για το Μακεδονικό” οι Κωστής Καρπόζηλος και Δημήτρης Χριστόπουλος, «η εξαφάνιση της γλώσσας θεωρήθηκε στην Ελλάδα πως ήταν ο κατεξοχήν τρόπος για την εξαφάνιση της εθνοτικής ετερότητας, του “μιάσματος”, όπως την αποκαλούσαν ως την πρώιμη Μεταπολίτευση»

 

makedonski 02

 

«Μετά τη δεκαετία του ’80 υπάρχει ένας εκδημοκρατισμός: έχουμε την επιστροφή των πολιτικών προσφύγων, όχι όμως των Σλαβομακεδόνων πολιτικών προσφύγων (άρα ακόμα και η καθεαυτή πράξη του εκδημοκρατισμού που αφορά την αναγνώριση ότι και οι ηττημένοι του Εμφυλίου ήταν Έλληνες, αυτό δεν αφορούσε τους Σλαβομακεδόνες) και η γλώσσα δεν επανήλθε, μεν, αλλά άρχισε να ψιθυρίζεται λίγο πιο δυνατά από όσο πριν»

Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το 1943, στη Φλώρινα και στην Καστοριά, ιδρύθηκε μια μειονοτική αντιστασιακή οργάνωση, το ΣΝΟΦ (Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Η οργάνωση αυτή συνδέθηκε με το ΕΑΜ και οι μαχητές της συνεργάστηκαν με τα ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ. Στα χρόνια του Εμφυλίου οι μαχητές του ΝΟΦ (διάδοχου σχήματος του ΣΝΟΦ) πολέμησαν στο πλευρό του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και μοιράστηκαν την κοινή τύχη της στρατιωτικής του ήττας.

Η εμπειρία του Εμφυλίου υπήρξε πολλαπλά τραυματική για την περιοχή και, ειδικότερα, για τη σχέση του ελληνικού κράτους με τους μειονοτικούς πληθυσμούς. Η συνεργασία της μειονότητας με το ΚΚΕ εμπέδωσε την πεποίθηση του κρατικού μηχανισμού ότι η παρουσία της αποτελούσε έναν διαρκή κίνδυνο για την ελληνική εδαφική κυριαρχία. Απέναντι στην απειλή αυτή το ελληνικό κράτος-νικητής έχει έτοιμη τη λύση: στέρηση της ελληνικής ιθαγένειας από τους αλλογενείς, δηλαδή τους μειονοτικούς Έλληνες.

Μετά, περνάμε στη δεκαετία του ‘90, που ήταν μία αρκετά κρίσιμη δεκαετία καθώς η κατάσταση πολώθηκε γύρω από τη διένεξη σχετικά με το όνομα της Βόρειας Μακεδονίας και αυτό είχε ως αποτέλεσμα το Μακεδονικό να αποκτήσει μία νέα υπόσταση η οποία πλέον δεν αφορούσε τη χρήση της γλώσσας στην Ελλάδα αλλά το όνομα της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας.

Η ουσία, κατά τον κ. Χριστόπουλο, είναι πως πίσω από την ελληνική δυσανεξία σχετικά με τη χρήση του ονόματος Μακεδονία δεν είναι η χρήση από ένα ξένο κράτος αλλά γύρω από την αναμόχλευση ενός μειονοτικού ζητήματος, το οποίο η Ελλάδα κατάφερε με πάρα πολλή βία να το κλείσει.

«Η Ελλάδα άσκησε πολλή πίεση για να σταματήσουν οι άνθρωποι αυτοί να μιλάνε τη γλώσσα τους. Ο πρώτος νομός της Ελλάδας που φτιάχτηκαν παιδικοί σταθμοί και νηπιαγωγεία ήταν η Φλώρινα, για να μην ομιλείται η τοπική γλώσσα. Άρα, ο λόγος για τον οποίο η Ελλάδα έχει αυτή τη μανία με τη χρήση των μακεδόνικων είναι ότι αυτή η γλώσσα θεωρήθηκε ιστορικά στην Ελλάδα ότι ήταν το όχημα του μακεδονισμού, της εθνικής ιδεολογίας μίας μακεδονικής εθνικής μειονότητας», συμπληρώνει.

Ισχύει, όμως, ολικά; Η απάντηση, σύμφωνα με τον κ. Χριστόπουλο, είναι αρνητική καθώς δεν υπάρχει μία ενιαία ομογενής μειονότητα αλλά υπάρχουν:

  • εθνοτικά Μακεδόνες που μιλάνε μακεδονικά,
  • ένα κομμάτι ανθρώπων που νιώθουν Έλληνες αλλά θέλουν να μιλάνε τη γλώσσα τους, και “αυτό με βάση τη δική μου έρευνα και εμπειρία είναι με απόσταση το μεγαλύτερο”, λέει ο καθηγητής
  • και ένα ακόμα κομμάτι που είναι Μακεδόνες εθνικιστές και δεν μιλάνε τη γλώσσα αλλά τους έχει ενοχλήσει τόσο πολύ η καταστολή που έχουν δεχτεί

 

Τα πανηγύρια ως φορέας του πολιτισμού

Από το 2000 και ύστερα αρχίζουν τα πανηγύρια στην περιοχή να είναι ο φορέας του πολιτισμού, ο χώρος μέσα στον οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά με μαζικό τρόπο η γλώσσα. «Όταν αναφερόμαστε στα χάλκινα εννοούμε τη μουσική χωρίς λόγια γιατί η γλώσσα ήταν απαγορευμένη. Άρα πήγαινες στα πανηγύρια της Φλώρινας και των χωριών και έβλεπες τον κόσμο να χορεύει και να μην έχουν λόγια τα τραγούδια», μας λέει ο καθηγητής.

Τα δημοτικά, άλλωστε, είναι τραγούδια στίχων πρωτίστως και δευτερευόντως μουσικής.

Αυτό που γινόταν εκεί ήταν πως οι ντόπιοι ρυθμοί έγιναν τελικά το ίδιον μίας διαφορετικής ταυτότητας. Εδώ και μία δεκαετία τουλάχιστον τα πανηγύρια έχουν ανέβει ξανά. Εκεί πηγαίνουν οι νέοι, τραγουδούν και χορεύουν και έτσι έχουν γίνει ο χώρος στον οποίο ασκείται ελεύθερα η αυτοδιάθεση του ανήκειν, χωρίς να έχει εθνικά χαρακτηριστικά.

«Υπάρχουν και κάποια τραγούδια τα οποία έχουν αλυτρωτικό περιεχόμενο αλλά είναι λίγα. Ακόμα και αυτά τραγουδιούνται, όπου τραγουδιούνται, και χορεύονται, ως απάντηση όλων αυτών των απαγορεύσεων και της καταστολής που βίωσαν», σημειώνει ο ίδιος.

Στα τραγούδια περισσότερο σημασία έχει η γλώσσα παρά το αν είναι αλυτρωτικό ή όχι το περιεχόμενο.

 

“Ντόπια”, “εντόπικα” και αυτολογοκρισία – Πού ομιλούνται

Κατά τον κ. Χριστόπουλο, ακόμα και ο όρος ντόπια ή εντόπικα είναι προϊόν μίας αυτολογοκρισίας. «Η αυτολογοκρισία είναι ίδιον των ανθρώπων που έχουν λογοκριθεί. Οι γιαγιάδες και παππούδες, όταν βλέπουν τα εγγόνια να βγαίνουν και να χορεύουν, νιώθουν ανασφάλεια τις περισσότερες φορές. Οι καινούργιες γενιές έχουν ζήσει σε μία δημοκρατική χώρα και τους φαίνεται αδιανόητο να μην τους αφήνουν να τραγουδάνε στη γλώσσα τους», σχολιάζει ο κ. Χριστόπουλος.

Τα μακεδόνικα είναι μία γλώσσα που κανονικοποιήθηκε το 1944 και είναι μία νοτιοσλαβική γλώσσα. Στην Ελλάδα ομιλούνταν και ομιλούνται από τα όρια των χωριών του Γράμμου, στον νομό Καστοριάς, κυρίως στους νομούς Φλώρινας και Πέλλας, αρκετά στα Γιαννιτσά και φτάνουν μέχρι και την περιοχή της Γουμένισσας, πάνω από το Κιλκίς.

Το τραγούδι “Σόφκα”, που τραγουδήθηκε και από τους Banda Entopica είναι τραγούδι της περιοχής της Γουμέννισας.

Πάντως, όπως λέει και ίδιος, το να λέμε “σλαβική γλώσσα” είναι σαν να λέμε αντί για γαλλικά ή ισπανικά ή πορτογαλέζικα “λατινική γλώσσα” διότι στη λατινική οικογένεια ανήκουν αυτές οι γλώσσες. Ακόμη περισσότερο: το να κάνουμε λόγο για “σλαβική διάλεκτο” και όχι γλώσσα είναι διπλά προβληματικό διότι απαξιώνει σε τέτοιο βαθμό την γλώσσα μη θεωρώντας την καν τέτοια αλλά “διάλεκτο”. «Αλήθεια, “διάλεκτο” ποιας γλώσσας; Με τον ίδιο τρόπο παλιότερα στην περιοχή κάνανε λόγο για “ιδίωμα” υποβαθμίζοντας ακόμη περισσότερο την γλώσσα των ανθρώπων αυτών», προσθέτει.

«Με τους Βούλγαρους δεν υπάρχει ζήτημα μειονότητας διότι η Ελλάδα είχε ανταλλάξει με τη Βουλγαρία τους μειονοτικούς της πληθυσμούς το 1919 και υπάρχει μία εκατέρωθεν αναγνώριση ότι δεν υπάρχουν μειονότητες. Αυτό, όμως, δεν συνέβη με το μακεδονικό. Είναι ένα μειονοτικό ζήτημα που η Ελλάδα προσπάθησε να το περιορίσει και το κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να το περιορίσει με την καταστολή της γλώσσας και αυτό που έχει μείνει ενοχλεί πολύ», σχολιάζει.

Ο κ. Χριστόπουλος επισημαίνει πως πρόκειται για ένα σύνθετο πολιτικό ζήτημα με βαθιές αλλά και ζωντανές μαζί ρίζες. Η επίγνωση – και όχι η συσκότιση αυτής της ιστορικότητας είναι απαραίτητη για την διαύγαση του αλλά και την υπέρβαση του κρατικού αυταρχισμού.

 

 

Δεν μπορεί κανείς να μην έχει αντιληφθεί την τάση που τείνει τα μετατρέψει τα κόμματα από συλλογικά όργανα λήψης αποφάσεων σε προσωποπαγείς σχηματισμούς που ποντάρουν πάνω από όλα στην «ικανότητα» του ηγέτη και τη «χαρισματικότητά» του

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό και πάνω από όλα δείχνει αδυναμία παραγωγής  - αλλά και πρόσληψης - πολιτικής σκέψης

Αυτή τη στιγμή υπάρχει στην ελληνική πολιτική σκηνή μία πλειάδα κομμάτων που προσδιορίζονται κυρίως από τον ηγέτη τους.

Είναι το κόμμα του Βελόπουλου και της Λατινοπούλου που αντικειμενικά τοποθετούνται στην λαϊκιστική δεξιά και στην ακροδεξιά

Είναι το κόμμα της Κωνσταντοπούλου που – σύμφωνα με δική της δήλωση – δεν τοποθετείται ούτε αριστερά ούτε δεξιά

Είναι το κόμμα του Κασσελάκη που δεν τοποθετείται πουθενά – είναι το πιο θολό μόρφωμα και γι αυτό το λόγο ίσως και το πιο πιθανό να διαλυθεί μέσα στο προσεχές διάστημα

Είναι το κόμμα του Βαρουφάκη που τοποθετείται στη ριζοσπαστική Αριστερά – αν και φαίνεται να αδικείται κάπως από το τσουβάλιασμά του με τα παραπάνω προσωποπαγή κόμματα, καθώς βρίσκεται σε συνεχή ιδεολογικό διάλογο και εκλογική-κινηματική συνεργασία με διάφορα τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Όπως και να έχει πάντως, η προσωπικότητα Βαρουφάκη είναιο αυτή που δίνει το βασικό στίγμα – αυτή τη στιγμή τουλάχιστον

Είναι το υπό διαμόρφωση κόμμα Τσίπρα, που προσπαθεί με μασημένα λόγια να κινηθεί στον λεγόμενο κεντροαριστερό χώρο του «πολιτικού ρεαλισμού» αποφεύγοντας να χρησιμοποιεί πολύ τη λέξη «Αριστερά»– κινούμενο πιο πολύ με ένα πρόταγμα ενάντια στη «διαφθορά του καθεστώτος Μητσοτάκη»

Είναι το πιθανό κόμμα της Καρυστιανού – που δεν τοποθετείται πουθενά πολιτικά και κινείται κυρίως με ένα πρόταγμα για απόδοση «δικαιοσύνης»

Διαβάσαμε ένα άρθρο πάνω σε αυτό το φαινόμενο, από την ενδιαφέρουσα εφημερίδα της Αριστεράς «Εποχή». Βέβαια το άρθρο αυτό επικεντρώνεται μόνο στα προσωποπαγή κόμματα της Αριστεράς – που είτε προήλθαν από την Αριστερά είτε αναφέρονται σε αυτήν

Το βρίσκουμε ενδιαφέρον και το αναδημοσιεύουμε – χωρίς αναγκαία να συμφωνούμε σε όλες τις διαπιστώσεις του. Θεωρούμε ότι τέτοια άρθρα είναι απαραίτητα, ιδίως αυτή την εποχή της γενικότερης πολιτικής αφασίας και της αδράνειας της Αριστεράς. Μιας Αριστεράς που από τη μια αδυνατεί να παράγει σύγχρονο αριστερό πολιτικό λόγο και από την άλλη εμφανίζεται αδύναμη να τον υπερασπιστεί όποτε χρειαστεί. Κάτι που είδαμε με το δημοψήφισμα του ’15 -  με δραματικό κόστος για την Αριστερά

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Πώς γεννιούνται τα προσωποπαγή κόμματα σήμερα;

του Βασίλη Γλέζου, εφημερίδα  Εποχή

 

Ο Ούλριχ Μπεκ, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, περιέγραψε μια ιστορική μετάβαση που ακόμη δεν έχουμε πλήρως συνειδητοποιήσει. Οι σύγχρονες κοινωνίες, υποστήριζε, παύουν να οργανώνονται γύρω από την παραγωγή και την αναδιανομή του πλούτου και συγκροτούνται πλέον γύρω από την παραγωγή και τη διαχείριση κινδύνων. Κινδύνων που δεν προέρχονται κυρίως από τη φύση, αλλά παράγονται από τον ίδιο τον άνθρωπο: τεχνολογικών, περιβαλλοντικών, υγειονομικών, γεωπολιτικών. Σε αυτή τη συνθήκη, η πολιτική μετατοπίζεται από τη σύγκρουση συμφερόντων στη διαχείριση φόβων.

Αν σκεφτούμε το πολιτικό σύστημα ως ένα κάστρο, στο εσωτερικό του οποίου βρίσκονται οι πολιτικοί παίχτες, στην εσωτερική πλευρά των τειχών όσοι προσπαθούν να το υπερασπιστούν, στην εξωτερική πλευρά όσοι επιχειρούν να εισέλθουν και, πιο μακριά, όσοι παραμένουν αδιάφοροι, τότε μπορούμε ίσως να κατανοήσουμε καλύτερα τη σημερινή πολιτική κατάσταση. Το σχήμα αυτό δεν λειτουργεί απλώς ως μέτρηση πολιτικής συμμετοχής, αλλά ως χαρτογράφηση πολιτικής αυτοαντίληψης. Πού αισθάνεται ο πολίτης ότι βρίσκεται; Μέσα στο κάστρο και αποφασίζει; Στα τείχη και αμύνεται; Έξω και προσπαθεί να μπει; Ή εκτός, παντελώς αδιάφορος;

Αν συνδυάσουμε αυτή την εικόνα με την ιδέα ότι η πολιτική μοιάζει με θεατρική σκηνή, όπου το φως ανάβει επιλεκτικά και φωτίζει τους παίχτες ανάλογα με τη δυναμική της στιγμής, τότε γίνεται σαφές ότι η σημερινή πολιτική κρίση δεν αφορά μόνο τις ιδέες ή τα προγράμματα, αλλά πρωτίστως τη σκηνοθεσία του πολιτικού.

Στην κοινωνία της διακινδύνευσης, το φως της σκηνής δεν πέφτει πια σε συλλογικά υποκείμενα, κόμματα ή κοινωνικές τάξεις. Πέφτει σε πρόσωπα. Ο λόγος είναι απλός: ο κίνδυνος βιώνεται ατομικά, ακόμη κι όταν είναι αντικειμενικά συλλογικός. Ο φόβος δεν οργανώνεται εύκολα σε πρόγραμμα· αναζητά φορέα, φωνή, πρόσωπο. Έναν ηθοποιό που να υπόσχεται έλεγχο, νόημα και κατεύθυνση – έστω και προσωρινά.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το δομικό πρόβλημα της σύγχρονης Αριστεράς. Η Αριστερά ηττάται όχι μόνο εκλογικά αλλά, κυρίως, ερμηνευτικά, καθώς αδυνατεί να αναγνωρίσει και να αρθρώσει τον φόβο όσων βρίσκονται εκτός των τειχών. Η σχέση της με την εργατική τάξη έχει πάψει προ πολλού να είναι οργανική· δεν συγκροτείται μέσα από κοινές εμπειρίες, πρακτικές και συγκρούσεις, αλλά αντιμετωπίζεται συχνά ως αφηρημένη κατηγορία, ως υπόθεση εργασίας ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος. Αυτή η αποσύνδεση παράγει πολιτική αδράνεια, εσωτερίκευση της ήττας και μια διαρκή, σχεδόν μελαγχολική, προσπάθεια «να σωθεί ό,τι σώζεται», με την ελπίδα ότι κάποια μελλοντική συγκυρία θα επιτρέψει την ανασυγκρότηση. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι αυτή η διαδικασία απαιτεί χρόνο, που δεν υπάρχει σε μια κοινωνία φοβισμένη, επισφαλή και βαθιά απογοητευμένη από τους θεσμούς και το κράτος.

Σε αυτό το κενό αναδύονται τα προσωποπαγή πολιτικά μορφώματα. Όχι ως ανωμαλία, αλλά ως κανονικότητα της νέας συνθήκης. Ο Τσίπρας, ο Βαρουφάκης, η Κωνσταντοπούλου, ο Κασσελάκης –και ενδεχομένως μορφές που ακόμη διαμορφώνονται όπως η Καρυστιανού– λειτουργούν ως διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο υπαρξιακό πολιτικό ερώτημα: ποιος μπορεί να μιλήσει εκ μέρους εκείνων που νιώθουν ότι βρίσκονται έξω από το κάστρο;

Ο Τσίπρας ενσάρκωσε την υπόσχεση της εισόδου: την αίσθηση ότι οι «εκτός» μπορούν να μπουν μέσα και να κυβερνήσουν. Ο Βαρουφάκης εμφανίζεται ως ο παίχτης των τειχών: τεχνοκρατικός και συγκρουσιακός, σε διαρκή ρήξη με τη λογική του κάστρου, αλλά πάντοτε σε διάλογο μαζί της. Η Κωνσταντοπούλου εκφράζει τη μόνιμη πολιορκία, την άρνηση της νομιμοποίησης του ίδιου του κάστρου. Ο Κασσελάκης, τέλος, προβάλλεται ως ο «εσωτερικός ξένος»: κάποιος που υπόσχεται ότι μπορεί να κινηθεί εντός χωρίς να ανήκει πραγματικά στους παλιούς ενοίκους.

Το κοινό τους στοιχείο δεν είναι η ιδεολογία, αλλά η θεατρική τους λειτουργία. Σε μια κοινωνία όπου ο φόβος έχει αντικαταστήσει την ελπίδα ως κινητήρια δύναμη, το φως της πολιτικής σκηνής πέφτει αναπόφευκτα σε πρόσωπα που υπόσχονται άμεσο νόημα και έναν στοιχειώδη έλεγχο του κινδύνου.

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν αυτά τα μορφώματα θα συνεχίσουν να εμφανίζονται – αυτό είναι σχεδόν βέβαιο. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν κάποια στιγμή θα αλλάξει η σκηνοθεσία: αν ο φόβος θα μπορέσει ξανά να μετατραπεί σε συλλογικό πολιτικό λόγο και όχι σε ατομική προσδοκία σωτηρίας. Μέχρι τότε, το κάστρο θα παραμένει φωτισμένο επιλεκτικά – και οι θεατές ανήσυχοι, έξω από τα τείχη.

Και ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι οι άνθρωποι αισθάνονται έξω από το κάστρο, αλλά ότι αρχίζουν να αμφιβάλλουν αν αξίζει καν να μπουν. Όπως θα έλεγε ο Ούλριχ Μπεκ, σε μια κοινωνία της διακινδύνευσης ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η ίδια η απειλή, αλλά η απώλεια της ικανότητας των κοινωνιών να τη νοηματοδοτούν συλλογικά. Όταν η πολιτική παύει να υπόσχεται κοινό έλεγχο του κινδύνου και περιορίζεται στη διαχείριση φόβου μέσω προσώπων, η δημοκρατία μετατρέπεται σε θέαμα επιβίωσης. Σε αυτή τη σκηνή, οι προσωποπαγείς μορφές δεν είναι οι πρωταγωνιστές του προβλήματος, αλλά το σύμπτωμά του. Το ερώτημα που απομένει δεν είναι ποιος θα είναι ο επόμενος που θα φωτιστεί από τους προβολείς, αλλά αν η κοινωνία θα βρει ξανά τον τρόπο να ανάψει το φως μόνη της – πριν το κάστρο μείνει όρθιο, άδειο και αδιάφορο για όσους στέκονται απ’ έξω.

Κυκλοφορεί σήμερα το φύλλο #124 της RAF WEST Journal, της Νο2 εφημερίδας της ανατολικής Αττικής – με μία έμφαση στα πανελλαδικά θέματα αυτή τη φορά, καθώς η RAF TOWN έχει περιέλθει σε βαθιά ύπνωση αυτό τον καιρό, περιμένοντας τον Άι Βασίλη

ΙΣΤΟΡΙΑ: Κατά τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον καταζητούμενο για εγκλήματα πολέμου Μπένιαμιν (Μπίμπι για τους φίλους) Νετανιάχου, ο Έλληνας πρωθυπουργός θύμισε στον Ισραηλινό ομόλογό του τη βαθιά σχέση της οικογένειάς του με το Ισραήλ. Μια σχέση που πηγαίνει 2000 χρόνια πίσω, όταν ένας μακρινός πρόγονος του Κυριάκου (του αρχαιοκαπηλικού Οίκου των Μητσοταρχίδηδων) είχε επισκεφθεί τον βασιλιά της Ιουδαίας, Ηρώδη τον Μέγα, για να τον συγχαρεί για τη σφαγή των νηπίων και την πάταξη της παιδικής τρομοκρατίας. Είχε μείνει δε μέχρι το βράδυ στο παλάτι του Ηρώδη, προκειμένου να παρακολουθήσει τον αποκεφαλισμό ενός τρομοκράτη που παρίστανε τον προφήτη. (Δεν είχε ακόμη εφευρεθεί το Champions League)

ΣΤΟΥΣ ΜΠΑΓΛΑΜΑΔΕΣ ΤΗΣ ΡΑΦΗΝΑΣ: Η μόνιμη στήλη της RAF WEST δημοσιεύει το τετράστιχο της εβδομάδας. Διαβάστε το και τραγουδήστε το

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ: Σουβλάκια χοιρινά θα ψήνει κατά τη διάρκεια των εορτών η Αφροδίτη Λατινοπούλου στην πλατεία Συντάγματος. Τη φιλεύσπλαχνη Χριστιανή Ελληνίδα θα πλαισιώνει διμοιρία των ΜΑΤ, ώστε όποιος δεν τρώει σουβλάκια, να τρώει ξύλο

ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: O  Άδωνις Γεωργιάδης στο ρόλο του γερο-Σκρουτζ αναρωτιέται γιατί τον μισούν όλοι

ΚΑΛΑΝΤΑ: Τα παραδοσιακά κάλαντα είπαν σήμερα δύο διμοιρίες των ΜΑΤ σττον υπουργό της Υγείας τους,  Άδωνι Γεωργιάδη. Ιδού ένα μικρό δείγμα, ενδεικτικό του ταλέντου αυτών των παιδιών που στον κενό τους χρόνο, ανάμεσα από δύο ξυλοδαρμούς, δείχνουν την τρυφερότητα και την ευαισθησία τους, τιμώντας την παράδοση: Καρατζαφέρη ορφανό / μα και του Παττακού τεκνό / ήηηταν – ήταν κι αντισημίτης / μα κυρί – μα κυρίως είναι γλείφτης”. Τα υπόλοιπα στιχάκια θα τα βρείτε στις εσωτερικές σελίδες της εφημερίδας (μην τα θέλετε όλα στο πιάτο)

TA COMICS ΤΗΣ RAF TOWN: Ο Βαγγέλης ξυλοκόπος

Διαβάστε σήμερα, 27/12/2025, τη RAF WEST Journal

 

της Μαρίας Νάτση

 

Στο ιστορικό χωριό Κοσμάς Αρκαδίας, όπου τα επτά υπεραιωνόβια πλατάνια στέκουν ακοίμητα από το 1883, ανάμεσα στο φαράγγι του Δαφνώνα - τόπος Natura 2000- με σπάνια χλωρίδα και τέσσερα ενδημικά είδη που δεν βρίσκονται πουθενά αλλού, και το εκτεταμένο δάσος καστανιάς, -από τα μεγαλύτερα της Ελλάδας- οι κάτοικοι αντιδρούν στην εγκατάσταση ανεμογεννητριών.

Στον Πάρνωνα έχουν ήδη αδειοδοτηθεί ή βρίσκονται σε διαδικασία αδειοδότησης δεκάδες ανεμογεννήτριες - 66 μόνο στη Βόρεια πλευρά του— ένας αριθμός ψυχρός για έναν τόπο τόσο ζωντανό.

Οι κάτοικοι αφήνουν τα σπίτια τους τα Χριστούγεννα και στήνουν μπλόκα εμποδίζοντας τις μπουλντόζες να διέλθουν.

Στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2024 λειτουργούσαν ήδη 3.008 ανεμογεννήτριες στη χώρα. Τι γίνεται όμως με το πλεονάζον ρεύμα της πράσινης ενέργειας; Φυσικά δεν μπορεί να αποθηκευτεί λόγω έλλειψης υποδομών και έτσι εξάγεται στο εξωτερικό και αποφέρει κέρδος.

Και εδώ έχουμε άλλο ένα colpo grosso :  δεν προσμετρούν το πλεονάζον πράσινο ρεύμα στο ποσό της συνολικής παραγόμενης ενέργειας. Έτσι φτιάχνουν ένα πλασματικό ισοζύγιο προσφοράς και ζήτησης, όπου η προσφορά φαίνεται μειωμένη. Για αυτό οι καταναλωτές βλέπουν τις ανεμογεννήτριες να αυξάνονται - και τον λογαριασμό τους επίσης

Ολοένα και περισσότερες κινήσεις πολιτών για προστασία των βουνών γεννιούνται. Κάνουν πορείες, διαμαρτύρονται, κινούνται νομικά. Γιατί άραγε βάζουν τον εαυτό τους σε τόση ταλαιπωρία αυτοί οι πολίτες;

Αρχικά, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα μιας ανεμογεννήτριας δεν είναι και τόσο...πράσινο. Η πλατεία εγκατάστασης μιας ανεμογεννήτριας έχει έκταση περί τα 4 στρέμματα. Έτσι αν φανταστούμε ένα μικρό πάρκο με 5 ανεμογεννήτριες, καταλαμβάνει 4Χ5 στρέμματα = 20 στρέμματα για τις πλατείες. Και αν υπολογίσουμε και τον δρόμο που τις συνδέει, και ότι η απόσταση μεταξύ των ανεμογεννητριών είναι περίπου 300μ., τότε μιλάμε συνολικά για 26 στρέμματα. Φυσικά δεν έχουμε υπολογίσει το δρόμο πρόσβασης προς το πάρκο, με πλάτος όπως προβλέπεται 5 μέτρων και μήκος που εξαρτάται από την θέση του αιολικού πάρκου.

Υπάρχει όμως και ένα πλήθος αυθαιρεσιών που προκαλούν καχυποψία, οργή και αντιδράσεις:

  • H έλλειψη επαρκούς σχεδιασμού και ολοκληρωμένου χωροταξικού
  • Το παιχνίδι της " χρηματιστηριακής" ενέργειας
  • Το αναπτυξιακό μοντέλο που τρέφει το δόγμα " ας κάνει ο καθένας ό,τι θέλει όπου θέλει "
  • Η αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου που επιτρέπει την εγκατάσταση σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με αιολική ενέργεια σε δάση ή αναδασωτέες εκτάσεις (ν. 2941/2001, ν. 3377/2005)
  • Τα υπερκέρδη ενέργειας που αποτελούν λεία των ολιγοπωλίων
  • Η ισχνή συμμετοχή πολιτών και τοπικών ενεργειακών κοινοτήτων στις επιχειρήσεις της πράσινης μετάβασης
  • Η έλλειψη δημόσιας διαβούλευσης με τις τοπικές κοινωνίες

Θέλουμε κι άλλα για να πειστούμε πως κάτι δεν πάει καλά στο πολυδιαφημιζόμενο “πρόγραμμα μετάβασης στην πράσινη ενέργεια”;

Αν τα συνοψίσουμε θα λέγαμε ότι ο πολίτης δεν έχει πια εμπιστοσύνη στο κράτος. Στα πρόσωπα των εκλεκτών της εξουσίας βλέπει  αδίστακτους μεταπράτες, εκποιητές της δημόσιας γης, υβριστές της φύσης, οργανωτές μηχανισμών λεηλασίας και αρχιτέκτονες μιας σιωπηλής βίας πάνω στο τοπίο, στις τοπικές κοινωνίες και το μέλλον τους.

Ο τόπος γεμίζει ταχύτατα χιλιάδες ανεμογεννήτριες χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό και δρόμοι ανοίγονται μέσα σε απάτητες ελατοσκέπαστες περιοχές, για να φτάσουν σε κορυφές που ήταν ανέκαθεν ιερές κι ανέγγιχτες.

Με τον τρόπο που πραγματοποιείται δεν πρόκειται για ανάπτυξη. Πρόκειται για απώλεια.

Και το ερώτημα μένει ανοιχτό: ποιος τελικά κερδίζει όταν ένας τόπος χάνει τον εαυτό του;

 

Όπως πολύ εύστοχα έγραψε κάποιος στο facebook, ευχαριστούμε τον δήμαρχο Φλώρινας και όλο το απαίδευτο και ημιμαθές ακροδεξιό κοπάδι που μας έκανε να γνωρίσουμε την πολύ όμορφη μπάντα των Banda Entopica

Και όχι μόνο αυτό, θα συμπληρώναμε εμείς. Τον ευχαριστούμε που μας έδωσε την αφορμή για  να φέρουμε ξανά στην επιφάνεια την καλά θαμμένη ιστορία αυτών των αόρατων ανθρώπων με την απαγορευμένη γλώσσα. Των ανθρώπων που κυνηγήθηκαν, που αναγκάστηκαν να αλλάξουν τα ονόματά τους, που τους απαγορεύτηκε να μιλάνε δημόσια τη μητρική τους γλώσσα

Μια γλώσσα που κάποιοι την αποκαλούν “διάλεκτο” για να τη μειώσουν. Και η οποία όμως - σε πείσμα όσων προσπάθησαν να την εξαφανίσουν – μένει ακόμα ζωντανή

Το θέμα θα το παρακολουθήσουμε στενά. Προς το παρόν, δημοσιεύουμε τις αντιδράσεις που ξεσήκωσε στις τάξεις των ανθρώπων που ασχολούνται με τη μουσική, η απαράδεκτη ενέργεια του δήμαρχου Φλώρινας να διακόψει τη συναυλία των Banda Entopica, επειδή τραγούδησαν ένα τραγούδι γραμμένο στα "εντόπικα” – αυτή τη γλώσσα που κάποιοι  τη λένε “σλαβομακεδονική” ή “βορειομακεδονική” ή “σκοπιανή”. Αυτοί που την μιλάνε πάντως, τη λένε μακεδονική

Θα ακούσουμε την άποψη των ίδιων των Banda Entopica, του γνωστού ραδιοφωνικού παραγωγού και δημοσιογράφου Μιχάλη Γελασάκη καθώς και του Συλλόγου Μουσικών Βορείου Ελλάδας

 

Banda Entopica: Η μουσική μας είναι για να ενώνει όλον τον κόσμο

Χρόνια πολλά σε όλους!  Υγεία, αγάπη, ενότητα και μουσική ελεύθερη για όλους!

Επειδή βλέπουμε ότι το θέμα έχει αρχίσει να παίρνει μεγάλη έκταση, θα θέλαμε να σας πούμε τα πράγματα ως έχουν.

Όσοι έχουν βρεθεί σε συναυλίες μας θα έχουν παρατηρήσει ότι τραγουδάμε σε διάφορες γλώσσες: Ελληνικά, Σλάβικα, Βουλγάρικα, Τούρκικα, Σέρβικα και Τσιγγάνικα.

Παίζουμε τραγούδια από διάφορες ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ της Βαλκανικής χερσονήσου. Αυτό που σίγουρα δεν παίζουμε είναι τραγούδια μίσους, διχασμού ή «εθνικιστικά» οποιουδήποτε λαού.

Όπως είπαμε και στη συναυλία μας στη Φλώρινα μετά το συμβάν, θα επαναλάβουμε ακριβώς τα ίδια λόγια:

«Η μουσική μας είναι για να ενώνει όλον τον κόσμο. Είμαστε εδώ άνθρωποι από διαφορετικές χώρες, πόλεις και χωριά για να γλεντήσουμε, να χορέψουμε, να τραγουδήσουμε, να ενώσουμε και να γεμίσουμε αυτή την πλατεία με τα πιο όμορφα χαμόγελα, τα δικά σας».

Και αυτό έγινε!

Θέλουμε να ευχαριστήσουμε την παρέα Φωτιά Χαμάμ για την πρόσκληση και τη διοργάνωση της συναυλίας μας και να ξεκαθαρίσουμε ότι ΔΕΝ ΗΜΑΣΤΑΝ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ του δημάρχου.

Δυστυχώς, δεχτήκαμε επιθέσεις και απειλές.

Συγκεκριμένα, ο δήμαρχος επενέβη την ώρα της εργασίας μας, προσβάλλοντας και φωνάζοντας στα μέλη της μπάντας. Παράλληλα, άτομο από το κοινό ανέβηκε στη σκηνή σπρώχνοντας τον τρομπετίστα μας, ενώ απειλούσε ότι θα καλέσει το 100.

Φράσεις όπως «εγώ σας πληρώνω», «στην πόλη μου δεν θα τραγουδάτε τέτοια τραγούδια», «ποιος σας άφησε να τραγουδήσετε Σλάβικα;», που ειπώθηκαν από τον δήμαρχο, είναι απαράδεκτες και κατακριτέες.

Θεωρούμε απαραίτητο να διευκρινίσουμε ότι από τα περίπου 2.000 άτομα, μόνο μια δεκαριά αντέδρασαν με αυτόν τον τρόπο. Οι υπόλοιποι ήταν εκεί για αυτό που κάνουμε όλοι μαζί: μουσική, γλέντι, ενότητα.

Και κάτι ακόμη, που θεωρούμε θεμελιώδες:

Όλα αυτά συνέβησαν την ώρα της εργασίας μας και το λιγότερο που μπορεί να ζητήσει κάθε εργαζόμενος είναι αδιαπραγμάτευτα σεβασμός στην αξιοπρέπεια , στην τέχνη και στον κόπο του!

Και για να είμαστε ξεκάθαροι:

«Εμείς, τα εντόπικα, θα τα τραγουδάμε.

Άλλωστε, το λέει και το όνομά μας»

Με αγάπη και σεβασμό,

Banda Entopica

 

 

Μιχάλης Γελασάκης:  Ωμή λογοκρισία στο όνομα μιας κατώτατου επιπέδου, αμαθούς, επικίνδυνης και ανέμπνευστης υποσταθμικής εθνικοφροσύνης

Ως ραδιοφωνικός παραγωγός και δημοσιογράφος, αλλά κυρίως ως πολίτης αυτής της χώρας νιώθω αποτροπιασμό για όσα έγιναν στη Φλώρινα και μάλιστα από τον Δήμαρχο που ασκεί δημόσια εξουσία ξεδιάντροπα. Ούτε δικαίωμα έχει, ούτε αρμοδιότητα να διακόψει μία συναυλία γιατί το τραγούδι που ακούγεται εκείνη την ώρα δεν του αρέσει! Αυτά συνέβαιναν σε άλλες δεκαετίες και έχουν κριθεί.

Η ακροδεξιάς στροφής ρητορική και συμπεριφορά δεν μπορεί να είναι ανεκτή ούτε από τους πολίτες, ούτε από τους φορείς. Η ωμή λογοκρισία στο όνομα μιας κατώτατου επιπέδου, αμαθούς, επικίνδυνης και ανέμπνευστης υποσταθμικής εθνικοφροσύνης ανήκει στην σκοτεινή ιστορία του τόπου. Ούτε στο παρόν, ούτε στο μέλλον του. Τη συζήτηση περί σλαβικής γλώσσας και άλλες τέτοιες σαχλαμάρες την έχουν κλείσει σοβαροί άνθρωποι που γνωρίζουν καλύτερα και την ιστορία και τη γλώσσα.

Για τις φράσεις τύπου "Εγώ σας πληρώνω" θα έπρεπε να υπάρχει και πειθαρχική επίπτωση. (Ποιος είσαι ρε που μας πληρώνεις με χρήματα των πολιτών;)

Τις βλέπουμε όλο και συχνότερα αυτές τις νοοτροπίες. Έχουν ακουστεί αντίστοιχες εκφράσεις και από πιο μεγάλα κέντρα εξουσίας και πάλι στον πολιτισμό, πρόσφατα. Η τοπική αυτοδιοίκηση δεν είναι πορτοφόλι κανενός.

H Banda Entopica είναι ένα καλό συγκρότημα που ανακατεύει την παράδοση και τις παραδόσεις με γνώση και τρόπο καλλιτεχνικό και ουσιαστικό και είμαι σίγουρος πως θα εξακολουθήσουν να το κάνουν ελεύθερα και δυναμικά, γιατί η Τέχνη έτσι κι αλλιώς είναι συχνά η φωτεινή απάντηση στο σκοτάδι.

Υ.Γ.: Είναι πραγματικά παρήγορη η μεγάλη στήριξη στο συγκρότημα από συναδέλφους τους, από τον σύλλογο μουσικών βορείου Ελλάδος και από πλήθος κόσμου σε αντιδιαστολή με τα οργανωμένα τρολ σελίδων τύπου "ΕΛΛΑΣ η ΘΑΝΑΤΟΣ" κλπ.

 

Σύλλογος Μουσικών Βορείου Ελλάδος: Τα σύνορα που έχουν χαραχθεί, μπορεί να όρισαν τα σύνορα των κρατών, αλλά ποτέ δεν θα ορίσουν τα σύνορα της μουσικής και του πολιτισμού των ανθρώπων, ούτε των ηθών και εθίμων.

Είναι απαράδεκτο στις ημέρες μας, να υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι προσβάλλουν μουσικούς με χυδαία λόγια, διακόπτουν συναυλίες και προπηλακίζουν μουσικούς, με το νταηλίκι του “εγώ πληρώνω”. Αυτή η νοοτροπία δεν υπάρχει ούτε στα χειρότερα σκυλάδικα και παραπέμπει στο παρακράτος της δεκαετίας του ’60…

Η γελοία αιτιολογία ότι τραγουδούσαν στα σλάβικα αλυτρωτικά τραγούδια, αποδεικνύει την παντελή έλλειψη ιστορικής γνώσης και πολιτιστικού επιπέδου του εν λόγω δημάρχου και της κουστωδίας του…

Η μουσική μόνο ενώνει!

Τα σύνορα που έχουν χαραχθεί από τις διακρατικές συνθήκες μετά από τους πολέμους, μπορεί να όρισαν τα σύνορα των κρατών, αλλά ποτέ δεν θα ορίσουν τα σύνορα της μουσικής και του πολιτισμού των ανθρώπων, ούτε των ηθών και εθίμων.

Ίδια μουσική παίζεται στην Θράκη και στις δύο όχθες του Έβρου, κλαρίνα ακούνε και τσάμικα χορεύουν και στην Ήπειρο και στην Αλβανία. Το ίδιο συμβαίνει και στα σύνορα με την Βόρεια Μακεδονία και την Βουλγαρία, το ίδιο συμβαίνει σε όλον τον πλανήτη…

“Το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού ειδικά μέσα από την Τέχνη, αποτελεί αναφαίρετο και αδιαπραγμάτευτο ανθρώπινο δικαίωμα”

Είμαστε ξεκάθαρα στο πλευρό των “Banda Entopica” και στην διάθεσή τους για οποιαδήποτε θεσμική ή νομική στήριξη.

Καλούμε το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Φλώρινας να πάρει θέση και να ζητήσει άμεσα δημόσια συγγνώμη από τους μουσικούς της μπάντας

 

 

Ο δικός μου Χριστός

Γεννήθηκε στη Δραπετσώνα

Μεγάλωσε στην Κοκκινιά

Περιπλανήθηκε στην Ευριπίδου

Στην Ομόνοια, στην Πειραιώς,

Πωλούσε κουλούρια στην οδό Αθηνάς,

κάστανα στην πλατεία Θεάτρου

Αντάμωσε συντρόφους του στα Εξάρχεια

Έκλαψε στον τοίχο της Καισσαριανής

Κατέθεσε ένα γαρύφαλλο στην πύλη του Πολυτεχνείου

Μάζεψε βαμβάκι στη Θεσσαλία

και καπνά στη Θράκη

Πολέμησε στην Πίνδο

Εξορίστηκε στα ξερονήσια

Ψάρεψε στα νησιά

Προσευχήθηκε σε ξωκλήσια στις Κυκλάδες

Χόρεψε στην Κρήτη

Τραγούδησε στη Ζάκυνθο

Ερωτεύτηκε στη Θεσσαλονίκη

Μετανάστευσε στη Γερμανία

Επαναπατρίστηκε στην Ελλάδα

Πλήρης

και νικητής του φόβου

(του Giorgos Kalogirou)

 

Αν υπάρχει αυτό που αποκαλούμε “πνεύμα των Χριστουγέννων”, είναι βέβαιο ότι ένα μέρος του έχει αποτυπωθεί στο έργο του Κύπριου εικαστικού Γιώργου Γαβριήλ.

Ο καλλιτέχνης αντλεί στοιχεία από την ιστορία της τέχνης  και  προσπαθεί να τα επικαιροποιήσει. Αγαπημένα θέματα του Γιώργου Γαβριήλ είναι πρόσωπα από τη βυζαντινή εικονογραφία - και ιδίως τα πρόσωπα του Ιησού και της Παναγίας, Στα πρόσωπά τους βλέπει σύγχρονα ανθρώπινα δράματα. Δράματα που πολλές φορές προκαλούνται από ανθρώπους που παριστάνουν τους χριστιανούς

Ο Γιώργος Γαβριήλ είδε τον Ιησού πρόσφυγα, πίσω από τα κάγκελα ενός κέντρου κράτησης. Είδε την Παναγία να κρατάει στην αγκαλιά το παιδάκι της μέσα σε μια θαλασσοδαρμένη βάρκα – από αυτές που εμβολίζει το ελληνικό Λιμενικό Σώμα. Την είδε να θρηνεί το νεκρό παιδί της – νεκρό από κάποιον βομβαρδισμό, ίσως στη Γάζα, ίσως κάπου αλλού, δεν έχει σημασία. Την είδε να βομβαρδίζεται στη φάτνη από Ισραηλινά αεροπλάνα

Όπως ήταν φυσικό, οι κλειδοκράτορες της πίστης – οι σύγχρονοι Γραμματείς και Φαρισαίοι – αντέδρασαν έντονα και η έκθεση που διοργάνωσε σε γκαλερί στην Πάφο κατέβηκε έπειτα από αντιδράσεις και απαίτηση δεξιών, ακροδεξιών και νεοναζιστικών στοιχείων.

Ακολούθησε μάλιστα, μετά από μερικές ημέρες, επίθεση με εκρηκτικά, στο σπίτι του, ενώ βρισκόταν εκεί με την οικογένειά του!

Από τις πολιτικές δυνάμεις της Κύπρου, αυτές που αντέδρασαν στο έργο του Γαβριήλ ήταν το κεντροδεξιό Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΗΚΟ), ο δεξιός Δημοκρατικός Συναγερμός (ΔΗΣΥ), και το ακροδεξιό – και κατά δική δήλωση κατά την εμφάνισή του - Χρυσαυγίτικο Εθνικό Λαϊκό Μέτωπο (ΕΛΑΜ), υποστηρίζοντας ότι μέσα από τα έργα “βεβηλώνονται” ο Χριστός, η Παναγία και ιερά σύμβολα της Ορθόδοξης πίστης.

Δεν είναι βέβαιο εάν ο Χριστός υπήρξε ποτέ. Είναι όμως βέβαιο πως αν κάποτε υπήρξε και αν κάποια στιγμή ξαναεμφανιστεί, οι πρώτοι που θα τον σταυρώσουν θα είναι που μιλούν στο όνομά του

Αυτοί, που το “Αγαπάτε Αλλήλους” το έχουν μετατρέψει σε “Σταύρωσον Αυτόν”.

Και αυτοί που δίνουν το χέρι στο σύγχρονο Ηρώδη, γιατί έτσι νομίζουν ότι τους συμφέρει

 

Giorgos Gavriil 08

 

Giorgos Gavriil 10

 

Giorgos Gavriil 06

 

Giorgos Gavriil 09

 

gavriil.12

 

Giorgos Gavriil 04

 

Giorgos Gavriil 05

 

 

ο πίνακας είναι του Πολωνού καλλιτέχνη Zdzislaw Beksinski και 

το κείμενο είναι της Φραγκίσκας Μεγαλούδη

ο τίτλος του άρθρου είναι ένα απόφθεγμα από τον "Ιούλιο Καίσαρα" του Σαίξπηρ

 

Τον τελευταίο καιρό, σε μια προσπάθεια να γεμίσω το κενό της ζωής μου στη Γερμανία, άρχισα να διαβάζω την ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα γεγονότα λίγο-πολύ τα ξέρουμε όλοι. Αυτό που πραγματικά με εξέπληξε, όμως, ηταν κυρίως όσα έγιναν -ή δεν έγιναν- στις διαπραγματεύσεις, η κυνικότητα των αρχιτεκτόνων του πολέμου και η βαθιά τους περιφρόνηση για την ανθρώπινη ζωή.

Νιώθω ότι, σε έναν βαθμό, ξαναζούμε αυτον τον κυνισμο και την περιφρόνηση σήμερα. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια ψυχοπαθολογική εξήγηση για να ερμηνεύσει κανείς την εμμονή των «ηγετών» της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τον πόλεμο. Σίγουρα, όμως, υπάρχουν πολιτικοοικονομικές εξηγήσεις.

Το να ακούμε από τον Rutte ή τον Bauer ότι «δεν είμαστε έτοιμοι για αυτό που έρχεται σε 4–5 χρόνια» ή ότι πρέπει να προετοιμαζόμαστε για σενάρια πολέμου, μπορεί κανείς να το δει ως… αναπτυξιακή στρατηγική του ΝΑΤΟ - άλλωστε αυτός είναι ο μοναδικός λόγος ύπαρξής του. Το να ακούς όμως Ευρωπαίους πολιτικούς να μιλούν για θυσίες και ρυθμούς πολέμου στο όνομα της “προστασίας των ευρωπαϊκών αξιών”, εκτός από σχιζοφρενικό παραλήρημα, δεν ξέρω πώς αλλιώς να το ονομάσω.

Ή μάλλον ξέρω.

Ένας πόλεμος -ακόμα κι αν δεν εξελιχθεί ποτέ σε πόλεμο με την παραδοσιακή του μορφή αλλά παραμείνει σε εκείνη την υβριδική κατάσταση της μόνιμης απειλής και της έκτακτης ανάγκης - θα επιτρέψει στους αποτυχημένους ηγέτες της ακόμα πιο αποτυχημένης ΕΕ να επιβιώσουν. Όπως τότε με τον Covid — μόνο που τώρα δεν θα λέγεται Covid, αλλά Ρωσία. Και έτσι θα υπάρχει η τέλεια δικαιολογία για την ακρίβεια, την ενεργειακή φτώχεια, την εξαθλίωση, τις περικοπές σε υγεία, παιδεία και κοινωνικές δαπάνες. Γιατί μόνο αν τα χάσουμε όλα αυτά θα «προστατεύσουμε τις αξίες της Ευρώπης». Και έτσι η ΕΕ μετατρέπει την αποτυχία της σε κάθε επίπεδο σε μια “ιστορική αποστολή”: να «απελευθερώσει» την Ουκρανία -μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό, φυσικά.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε και τη μανιώδη προσπάθεια κατάσχεσης των ρωσικών assets: ως μια πρόβα για έναν κόσμο αποπαγκοσμιοποίησης, όπου η ΕΕ θα μπορεί να χρηματοδοτεί πολέμους χωρίς φορολογία, να μεταφέρει το κόστος σε «εχθρούς» και να παρακάμπτει κοινοβούλια. Έτσι, τα σκυλιά του πολέμου δίνουν το φιλί της ζωής σε μια ξεπεσμένη και ξεπουλημένη Ευρώπη που έχει χάσει παραγωγικότητα, βιομηχανία, τεχνολογία και κάθε γεωπολιτικό βάρος. Αναβάλλει τη χρεοκοπία της μέχρι την επόμενη κρίση.

Η Ουκρανία δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια buffer zone μεταξύ Ρωσίας και δυτικού μπλοκ. Είναι ζώνη σύγκρουσης αυτοκρατοριών σε καθυστέρηση. Ένας χώρος φθοράς της Ρωσίας, χωρίς άμεση σύγκρουση ΝΑΤΟ–Ρωσίας. Ένα πειραματικό πεδίο για όπλα, logistics και πόλεμο πληροφοριών, αλλά και μια τεράστια δεξαμενή χρήματος, όπου επιτρέπονται ανεξέλεγκτοι εξοπλισμοί και δαπάνες που συγκεντρώνονται στα χέρια συγκεκριμένων εταιρειών, κρυμμένων πίσω από τις «ευρωπαϊκές αξίες».

Γι’ αυτό και η Ουκρανία δεν έχει κανέναν έλεγχο πάνω στην έξοδο από τον πόλεμο. Ο Ζελένσκι μπορεί να περιφέρεται στα ευρωπαϊκά σαλόνια με το στρατιωτικό αμπέχονο παριστάνοντας τον μπαρουτοκαπνισμένο στρατιώτη, αλλά το μόνο που ελέγχει είναι πόσες χρηματοδοτήσεις μπορεί να αποσπάσει από τους Ευρωπαίους. Όπως τα πρόσφατα 90 δισ., από τα οποία κάποια θα καταλήξουν σε όπλα αγορασμένα από τις ΗΠΑ και κάποια χρυσές λεκάνες σε βίλες.

Πολλά μπορεί να πει κανείς ακόμη για τα τεράστια κέρδη των ΗΠΑ, για την πολεμική βιομηχανία, για τις εταιρείες τεχνολογίας, για τη Ρωσία. Όμως τίποτα από αυτά δεν αλλάζει το κυρίαρχο αφήγημα: η ΕΕ προσπαθεί να στηρίξει ένα σύστημα που τελειώνει. Όταν ένα σύστημα δεν μπορεί πια να υποσχεθεί ανάπτυξη, κοινωνική άνοδο και ασφάλεια, αλλάζει στόχο. Δεν προσπαθεί να πάει μπροστά· προσπαθεί να μη διαλυθεί. Εκεί μπαίνει ο πόλεμος.

Μόνο που ο πόλεμος ποτέ δεν αφορά αυτούς που τον σχεδιάζουν, αλλά τους άλλους. Και πάντα θα βρίσκουν τους δουλοπρεπείς υποτακτικούς τους να τους στηρίζουν - είτε γιατί θα κερδίσουν από τα ψίχουλα των μεγάλων είτε γιατί απλώς είναι, εκ φύσεως, δούλοι.

Και έτσι το μόνο που μπορώ πλέον να σκεφτώ είναι να φωνάξω κι εγώ την περίφημη φράση του Σαιξπηρ στον Ιουλίο Καίσαρα: “Cry ‘Havoc!’ and let slip the dogs of war.”

 

 

Youtube Playlists

youtube logo new

atticavoicepodcasts

atticavoiceyoutube

rafnews

rafdoumentaries

youtube logo new

© 2022 Atticavoice All Rights Reserved.